Οι φίλοι του μπλοκ

Πέμπτη, 8 Δεκεμβρίου 2011

Άννας Συνοδινού «Οι προγονοί μου»

Στο ληξιαρχικό κατάστιχο της Κοινότητας Αιγιάλης (στο χωριό Λαγκάδα της Αμοργού), που ήταν ξεχασμένο, σκονισμένο, κίτρινο απ’ τον χρόνο, διάβασα με τα μάτια μου το 1968 τον γενεαλογικό πίνακα επτά οικογενειών που έφεραν το επώνυμο των Συνοδινών, ανάμεσα στις οποίες ήταν και του παππού μου Μιχαήλ Ιωάννου Συνοδινού και της γιαγιάς μου Ευδοκίας Μιχαήλ Συνοδινού. Το 1885, γράφει το κατάστιχο, η Ευδοκία (Βδοκώ) Συνοδινού σύζυγος του Μιχαήλ γέννησε τα παιδιά που ονομάστηκαν: Ποθητή, Άννα, Ευαγγελία, Ιωάννης, Καλλιόπη, Σταύρος, Ειρήνη.

Ο παππούς μου Μιχάλης ήταν αγρότης, χτίστης και ο πυροσβέστης του χωριού. Η πολυμελής οικογένειά δεν είχε πόρους οικονομικούς και θρεφόταν δύσκολα με το λιγοστό λάδι, τη φάβα που εκεί στα ψηλοράχια βγαίνει κίτρινη και ροζ γιατί ανάμεσα στις φυτούλες φυτρώνουν και αγριοτρανταφυλλάκια ροζ. Είναι μια μοναδική περίπτωση της αμοργιανής φάβας, που δεν έχει μεγάλη παραγωγή και δεν φτάνει στο εμπόριο. Η γλύκα της είναι απερίγραπτη. Τα χόρτα του βουνού γέμιζαν τις υπέροχες πίττες με το χειροποίητο φύλλο, οι τραχανάδες και τα άλλα όσπρια του μικρού χωριού ήταν η βάση θρέψεως. Γιατί όταν έφτανε η ώρα να θυσιαστεί η κοτούλα ή το αρνάκι, τα παιδιά κλαίγανε, δεν θέλανε να φάνε. Η κολοκύθα έσωζε την κατάσταση, που την τηγανίζανε στο χοχλαστό καλαμποκέλαιο και το ψωμί και το ψωμί, η φραντζόλα (η περίφημη φραντζολα λεγόταν «Παύλος»), κριθαροσιταρένια, που ζυμώνεται φορμάτη για να δίνει παξιμάδια αλατισμένα και χορταστικά. Η υγεία της οικογένειας ήταν άριστη και απ’ αυτή τη φύτρα βγήκαμε και μεις, μια χαρά παιδιά και εγγόνια, εύρωστοι, γελαστοί και ισορροπημένοι.

Ψάξαμε να βρούμε από πού βγήκε το επώνυμό μας, γιατί οι Αιγαιοπελαγίτες λεγόμαστε Συνοδινοί, ενώ οι άλλοι, στα Ιόνια νησιά, λέγονται Συναδινοί.

Οι παραδόσεις και τα ενθυμήματα που σώζονται από στόμα σε στόμα φέρνουν ως τις μέρες μας ζωντανές ιστορίες των προγόνων μας από την Αμοργό. Ακόμη, χάρη στους Συνοδινούς, που έζησαν στο βυζαντινό μοναστήρι της Παναγίας Χοζοβιώτισσας, μέχρι σήμερα ακούμε παραμύθια των προγόνων. Ανάμεσα σ’ αυτά, κάποια μιλάνε για τον παλατιανό που ‘χε θάρρος, έλεγε φωναχτά όσα σκεφτόταν για μικρούς και μεγαλόσχημους. Ο Αυτοκράτορας τον ειδοποίησε πως θα φάει το κεφάλι του, αν δεν πάψει να μιλάει. Θύμωσε κι αντί να τονε θανατώσει, τον έστειλε εξορία στην Αμοργό. Ο αξιωματούχος με την οικογένειά του έφτασε στο νησί με γαλέρα, που πήγαινε στους Αγίους Τόπους. Οι άλλοι, που εξορίστηκαν μαζί του, πήγανε στον Μυστρά, στο Πριγκιπάτο του Μορέα.

Όταν η Πόλη έπεσε, εκείνοι οι Βυζαντινοί του Μυστρά φύγανε προς την Πάτρα. Από κει πολλοί πήγαν στην Κεφαλονιά, που ήταν σε ξένη κατοχή αλλά δεν κινδύνευε από τους Τούρκους. Έως σήμερα δεν γνωρίζουμε πως επιβίωσαν οι Συνοδινοί της Αμοργού, που διατήρησαν τις παραδόσεις και τα χριστιανικά ονόματα της Βασιλεύουσας. Κι ακόμη, δεν έχουμε έγκυρες πληροφορίες για τη σύνολη δράση των Συνοδινών, Στυλιανού και Αντωνίου, που ήσαν στην Φιλική Εταιρεία. Ένα είναι θετικά βέβαιο, πως η Ιερά Μονή της Χοζοβιώτισσας ήταν και είναι μια έπαλξη εθνικοθρησκευτική, που πολλά έσωσε και πολλά διασώζει στην Αμοργό και στο Αιγαίο.
Οι παραδόσεις και τα παραμύθια οδηγούν στην επιστημονική έρευνα:

«Οι Συνοδινοί ή Συναδινοί κατάγονται εκ Συννάδων Μικράς Ασίας. Αυλικοί εν Βυζαντίω εξεδιώχθησαν εκείθεν ένεκα λόγων ερωτικών. Μετά την Άλωσιν επανήλθον εις Σύνναδα και εκείθεν ήλθον εις την κυρίως Ελλάδα. Εγκαταστάθηκαν εις χωρίον Ιλάρους της Κατωγής Κεφαλληνίας (Παλλική-Ληξούρι), όπου και μέχρι σήμερον σώζονται, εκ των ενταύθα δε έδραμον οι Στυλιανός και Αντώνιος το 1767 εις την επανάστασιν της Πελοπονννήσου, μυηθέντες κατόπιν και τα της Φιλικής Εταιρείας». Οι πληροφορίες είναι του Παν. Συνοδινού, φίλου το Ηλία Τσιτσέλη και αδελφού του εν Πάτραις σατιρικού ποιητή Ηλία Συνοδινού (Κεφαλληνιακά Σύμμεικτα 1, 1904, 614).

Η πόλις της Φρυγίας Σύναδα ή Σύνναδα ήκμαζε από το εμπόριο μαρμάρων, λευκών μετά φλεβών ερυθρών, τους περίφημους συνάδιους λίθους.

Έδωσε πολλούς ιεράρχες, εκ των οποίων ο Μιχαήλ μαρτυρήσας υπέρ της λατρείας των Εικόνων. Η μνήμη του Οσίου Ομολογητού Μιχαήλ Επικόπου Συννάδων εορτάζεται στις 23 Μαΐου. Εις τον Λαυρεωτικό Κώδικα 170 καταχωρείται το δίστιχο: «Λιπών Μιχαήλ ο Πρόεδρος Συννάδων την γην, ανήλθεν συνάδειν τοις Αγγέλοις». Εις την Ιερά Μονή του Κουτλουμουσίου στο Άγιον Όρος φυλάσσεται μέρος του ιερού σκηνώματος του Οσίου, το οποίον ευωδιάζει. (Πληροφορίες από το Εγκυκλοπαιδικό Λεξικό Ελευθερουδάκης).

Ο πατέρας μου Ιωάννης Μιχαήλ Συνοδινός, από το χωριό Λαγκάδα της Αιγιάλης Αμοργού, επιθυμούσε να κρατάμε τα παραδοσιακά, τα «παραδομένα» από πάππο προς πάππο και τη λαλά (όπως χαϊδευτικά αποκαλούν τη γιαγιά). Έτσι, όταν ένιωσε πως οι μέρες του δεν θα μακρύνουν, μας διηγόταν πολλά αμοργιανά και με βουρκωμένα μάτια ψιθύριζε:

«Ήθελα να ‘μουνα πουλί, χρυσές φτερούγες να ‘χα
να πέταγα ως την Αμοργό για μια στιγμή μονάχα».

Κι ακόμα θυμότανε τη λαλά του που μουρμούραγε τα τραγούδια της ξενητιάς:

«Ω, καϋμένη Αμοργός, ίντα κακό σε βρήκε
Που όλη σου η λεβεντιά στην ξενητιά εβγήκε».

Και του ‘γραφε:

«Σου εύχομαι με το καλό γρήγορα να γυρίσεις!
Στην ξενητιά όπου γυρνάς μη μας αλησμονήσεις.
Χριστέ μου, το παιδάκι μας, τον Γιάννη, το χρυσό μας,
η ξενητιά τον χαίρεται, εν είναι πλιό δικό μας».

Τον Οκτώβριο του 1968 πήγα για πρώτη φορά στην Αμοργό με τον αδελφό μου Νίκο, να κάνουμε του πατέρα μας το σαραντάμερο μνημόσυνο στο χωριό του, τη Λαγκάδα. Ταξιδέψαμε μ’ ένα καράβι εικοσιέξι ώρες, γιατί δούλευε μόνο η μία μηχανή του. Κι ακόμα, το σοβαρό πρόβλημα συγκοινωνίας, από εκατό χρόνια πριν, στα νησιά της άγονης γραμμής δεν έχει λυθεί επαρκώς. Το νησί της Αμοργού είναι από τα διασημότερα για την ιστορία του στο Αιγαίο. Εμείς φτάσαμε και βρήκαμε ανοιχτές αγκαλιές, φυσική γοητεία, φιλόξενη γη και αδέλφια, ομορφιά παντού. Οι παππούδες μας ζούσαν σ’ ένα τυπικά νησιώτικο διώροφο κάτασπρο σπίτι, θεμελιωμένο στο μεγάλο βράχο του λόφου. Από την ταρατσούλα του αγνάντευες «μύθια κι αλήθεια» στο πέλαγο και στον ουρανό. Καθώς το θυμάρι και τα σπάνια κρινάκια στέλνανε την ευωδιά τους παντρεμένη με την αρμύρα της θάλασσας και τον ζωογόνο αέρα.

Η ανηφόρα, για να φτάσεις ποδαράτα στο χωριό, σε αποζημιώνει προσφέροντας 25-30 πλατύσκαλα ασβεστωμένα, καθαρά σαν γάλα, καταμεσής διακοσμημένα με μια ζωγραφιά ενός άνθους, μαργαρίτα ή κρίνο, γαρούφαλο, καμπανούλα. Και γύρω γύρω λυγαριές ανθισμένες, πικροδάφνες και φραγκόσυκα. Τι τρέλα που ‘χουμε οι Έλληνες, να αφήνουμε αυτόν τον παράδεισο και να ζούμε στην κόλαση των μεγαλουπόλεων. Κύριε ελέησον!

Την επόμενη μέρα κάμαμε το μνημόσυνο στο ξωκκλήσι της Ρεματιάς στον Άγιο Παντελεήμονα, που είχε βρει την εικόνα του μέσα σε μια σπηλιά της θάλασσας ο πατέρας. Οι Λαγκαδιανές συγγένισσες, ξαδέρφες, θειάδες είχαν ετοιμάσει την παραγγελία του απόντος, να φιλέψουμε στο καφενείο του χωριού όλους τους χωριανούς με ψαρόσουπα και ζεστό ψωμί, για τα συχώρια του. Ο παπάς, ο δήμαρχος, ο δάσκαλος ήρθαν κι ένα τσούρμο παιδιά για το στολισμένο δίσκο με το στάρι, τα κουφέτα, τα ρόδια, τους ξηρούς καρπούς, με τρόπο του παλιού βυζαντινού στολίσματος, όπως έφτιαναν ο Σίμων Καρράς και η Άννα Σικελιανού το «κέρασμα» για τις ψυχές. Τι ωραίος κόσμος. Χόες, το δροσερό νερό, το ντόπιο μελένιο ποτό, το παξιμάδι «ο Παύλος», κριθαρένιο ζυμωτό με γλυκάνισο και σε στυλώνει. Άρχισαν και με σεμνή φωνή χαμηλά να λένε τα τοπικά μοιρολόγια.

«Όλοι καλώς ορίσατε που ‘ρθατε να μας δείτε
σε τούτη δω τη συμφορά όλοι να λυπηθείτε»

Μου ‘καψες, Χάρε, την καρδιά, ράγισε η ψυ΄χή μου
μου πήρες τον αφέντη μου, που ήταν η ζωή μου»
Έχασα γκόρφι με σταυρό, μάλαμα δυο κομμάτια
έχασα τον προστάτη μου από τα δυο μου μάτια.
Κλαίω και γίνεται σεισμός, γελώ και κάνει στάση,
αναστνεάζω καίγονται όρη βουνά και δάση...»

Τα μοιρολόγια που θυμάμαι είναι πολλά και δεν ακούγονται  πια καθώς χαιρετούμε εκείνους που φεύγουνε και παρηγορούνε όσους μένουνε πίσω. Γιατί ο τεθνεώς πάει μπροστά. Δεν βλέπει η ψυχή μας, δεμένη μες στο φθαρτό σαρκίο, αυτά που γνωρίζει η απελευθερωμένη ψυχή που φτερουγίζει.

Μια γερόντισσα θυμήθηκε ένα σπάνιο κείμενο, που το είπε κείνη τη μέρα και το φύλαξα στο νου μου.

«Μια μέρα που καθόμουνα εις τον συλλογισμό μου
έπεσα ν’ αποκοιμηθώ και σε ‘δα στ’ όνειρό μου!
Σηκώθηκα και έφυγα, γυμνός ανεμαλλιάρης,
και πήρα όρη και βουνά σαν να ‘μουν «τελωνιάρης».
Κι η μοίρα μου που μ’ έριξε, σε μιας δαφνίτσας ρίζα.
- Δάφνη μου και δαφνίτσα μου, δάφνη μου και δαφνιά μου
μην είδες την αγάπη μου και την παρηγοριά μου;
Κι απολογιέται η δαφνιά και λέει ο δαφνιάρης:
- Εσένα η αγάπη σου στον ποταμό εδιάβη!
- Ποτάμι μου, ωραιότατο με τον πρασινισμό σου,
μην είδες την αγάπη μου να πλένει στο νερό σου;
Κι απολογείται ο ποταμός και λέει το ποτάμι:
Εσένα η αγάπη σου στο σπίτι της εδιάβη.
- Πόρτα χρυσή, πόρτα αργυρή, πόρτα μαλαματένια,
μην είδες την αγάπη μου τη μαργαριτένια;
Κι απολογιέται η εκκλησιά και λέει η Παναγία:
- Εσένα η αγάπη σου εις το λουτρό εδιάβη.
- Λουτρό μου, ωραιότατο, λουκέτο της καρδιάς μου!
μην είδες την αγάπη μου και την παρηγοριά μου;
Κι απολογιέται το λουτρό και λέει ο λουτριάρης:
- Ήρταν πολλές ελούστηκαν και πλύθηκαν και φύγαν
μα μια ξανθή, μα μια λιγνή, μα μια μαυροματούσα
ςλούστηκε, χτενίστηκε, μα είναι ακόμα μέσα!
Χίλια φλουριά του έδωσε του άνομου λουτριάρη
για να τ’ ανοίξει το λουτρό και μέσα να τον βάλει!
Και σαν εμπήκε στο λουτρό, τα μάρμαρα πατούσε
και νόμιζες στα χέρια του τη Βενετιά κρατούσε!
- Γεια σου ξανθή, γεια σου λιγνή, γεια σου μαυροματούσα
που όταν σε γέννα η μάννα σου όλα τα δέντρ’ ανθούσαν.
Τα δέντρα ανθούσαν ζάχαρη και τα βουνά πιπέρι
τότε μου το ‘πανε και μέ πως θα σε κάμω ταίρι.
- Που να σε η «λοιμική» να τρως να κατελιέσαι!
γιατί  ‘σαι πολυαγάπητος κι όπου κι αν δεις πλανιέσαι!
- Σαν αρρωστήσω μάτια μου, να ‘ρτεις να σου μιλήσω,
Να ‘ρτεις τριανταφυλλένια μου, να σ’ αποχαιρετήσω,
Σαν έμπεις στο μες στο σπίτι μας μη δείξεις τον καημό σου,
αρώτησε τη μάνα μου: Κυρά τι κάν’ ο γιός σου;
- Να ‘τος εκεί που κοίτεται, στο στρώμα ξαπλωμένος.
Κι αυτός για την αγάπη σου είναι θανατωμένος.
- Δεξιά να κάτσει η μάνα μου, ζερβά η αδελφήμου
Κι εσύ τριανταφυλλένια μου, δίπλα στην κεφαλή μου.
Κι εβάλετε μου και στ’ αυτί μιαν ασημένια βιόλα!
Παρακαλώ σας, λέτε μου όμορφα μοιρολόγια.
Και σαν με πιάσουν τέσσερις, τέσσερα παληκάρια,
παρακαλώ σε να δαρτείς με πέτρες και λιθάρια».

Ο λαϊκός θρήνος, ευφρόσυνος ζει και κουβεντιάζει με τα σύμβολα, τα στοιχεία της φύσεως, φθαρτά και άφθαρτα κι αναζητά να βρει τα χνάρια που οδηγούν στην εύρεση, τη λύση στο ερώτημα: ποιος και τι εξαρτά την ευτυχία και τη δυστυχία μου; Οι λαϊκές παραδόσεις μας είναι οι παλαιότερες και πλουσιότερες στον κόσμο. Ανθούν στον αιώνα, αλλά δεν τις τιμούμε πλέον όσο μας χρειάζεται για να ειρηνέψουμε… Τα πάθη των θνητών μα και των αποθαμένων, όπως τα περιγράφουν οι λαϊκές μούσες, είναι σχολείο για ψυχές. Η Αμοργός φέρει στην ράχη της φορτίο πολιτισμού που λέγεται: Αιγαίο 3.000 χρόνια προ Χριστού.


Η Άννα Συνοδινού είναι από τις μεγαλύτερες τραγωδούς  του ελληνικού θεάτρου. Βουλευτής 1974-1990. Κατάγεται από την Λαγκάδα της Αιγιάλης.

 

Το κείμενο δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «Η Λέξη» (τεύχος 169, Μάιος - Ιούνιος 2002), εκδότης του οποίου είναι ο ποιητής Αντώνης Φωστιέρης (από τα Κατάπολα).

Δεν υπάρχουν σχόλια: