Οι φίλοι του μπλοκ

Πέμπτη, 27 Αυγούστου 2009

Μια κόρη από την Αμοργό

Ένα παραδοσιακό τραγούδι με θέμα μία Αμοργιανή περιλαμβάνεται σε πολλές μουσικές συλλογές με παραδοσιακά τραγούδια. Τελευταία το συμπεριέλαβε η Δόμνα Σαμίου στον δίσκο της «Οι νότες της θάλασσας». Το τραγούδι «Μια κόρη από την Αμοργό» είναι πάρα πολύ παλιό και από πολλούς θεωρείται βυζαντινό. Τραγουδήθηκε σε όλο το Αιγαίο και υπάρχουν πολλές παραλλαγές του, από το Καστελόριζο και την Κάρπαθο μέχρι την Σκύρο και τις ακτές της Μικρασίας.

Για το τραγούδι αυτό, ο αείμνηστος γυμνασιάρχης Αντώνιος Πετσετάκης έχει αναφέρει στο Α’ Παναμοργιανό Συνέδριο του 1975 τα εξής:

«… Αλλ’ αν τα λαϊκά υλικά καλλιτεχνήματα φανερώνουν τον παλμό της λαϊκής ψυχής μπροστά στην ανεπιτήδευτη ομορφιά, την απλότητα και τη συμβολικότητα των παραδοσιακών θεμάτων, τα πνευματικά του δημιουργήματα, τα αριστουργήματα της λαϊκής μας μούσας, είναι θησαυροί που πηγάζουν από μια ποιητική ψυχή, ποτισμένη από τα πιο ευγενικά ιδανικά, από τα υψηλά κι ανώτερα συναισθήματα της φυλής μας.

Θα περιορισθώ σε δύο παραλογές: «Το γυρισμό του σκλάβου» και «Στην ταξιδεύτρα κόρη». Η πρώτη πανελλήνια κι η δεύτερη τραγουδιόταν σε πολλά νησιά. Κι οι δυο είναι ένας ύμνος της γυναικείας αρετής, που στο βωμό της δεν διστάζουν να θυσιασθούν οι αμοργιανές.

Βέβαια τα θέματα έρχονται από τα βάθη της παράδοσης. Ιδιαίτερα στην παραλογή «Ο γυρισμός του σκλάβου» έχομε το προομηρικό θέμα του «αναγνωρισμού» που το βρίσκομε και στον Όμηρο με τον Οδυσσέα και την Πηνελόπη. Η αμοργιανή παραλλαγή αντηχεί συνάμα και τις ιστορικές τύχες του νησιού, φέρνοντας τους απόηχους από τα σκλαβοπάζαρα όπου κατέληγαν μετά από κάθε κούρσεμα της Αμοργού οι δυστυχισμένοι κάτοικοί της. Όπως μου είχε πει ο αφηγητής αείμνηστος Νικόλας ο μυλωνάς από τη Χώρα: «Το τραγουδούσε η συχωρεμένη η λαλά μου με σκοπό σα μοιρολόϊ και χαρά μαζί, άμα διαλέαν ελιές, άμα θερίζαν, άμα βεγγερίζαν».

Η «ταξιδεύτρα κόρη» ή «Η κόρη από την Αμοργό» δεν είναι μονάχα ένας ύμνος της παρθενικής αρετής αλλά και της ομορφιάς της αμοργιανοπούλας κι επιβεβαιώνει την πανελλήνια αναγνώριση της φημισμένης αυτής ομορφιάς που θαυμάστηκε έξω από τον ελληνικό χώρο σ’ ολόκληρη της Ανατολική Μεσόγειο και την μνημονεύουν οι ξένοι περιηγητές που επισκεφθήκανε το νησί. Στην παραλλαγή του Καστελόριζου οι Ατταλειώτισσες μένουν έκθαμβες από την ομορφιά της αμοργιανής κόρης και στη δική μας οι Αλεξανδρειανές καθώς την μοιρολογούν πνιγμένη για να σώσει την τιμή της:

«Μια κόρ’ από την Αμοργό θέλει να ταξιδέψει
να κουμπασάρει δε μπορεί να λάμνει δεν ηξέρει
μον’ δώνει δεκαοχτώ φλουριά να πάει με το καράβι
κι άλλα δεκαοχτώ φλουριά να πάει με τη τιμή της.
Σαν φύγαν απ’ την Αμοργό δυο μίλια του πελάγου
αποκοτθά ο ναύκληρος κι απάνω της αγγίζει
κι η κόρη ‘πό την εντροπή ήπεσε και ελιγώθη
κι ο ναύκληρος ενόμισε πως είν’ αποθαμένη
απ’ τα μαλλιά την ήρπαξε στη θάλασσα τη ρίχνει
τα κύματα την πήγανε κάτω στην Αλεξάντρα.
Ηπήαν οι Αλεξαντρειανές να πιούν και να γεμίσουν
κι είδανε την Αμοργιανή στην άμμο ξαπλωμένη.
Επήγαν και την είδανε και τη μοιρολογούσι:
- Για δε κορμί για καμουκά και μέση για κολάνι
για δε και ριζοτράχηλα για το μαργαριτάρι».

Χρέος επιταχτικό είναι η καταγραφή όλων αυτών των αριστουργημάτων που τα διακρίνει η δραματική πλοκή κι η ευγένεια των συναισθημάτων. Μαζί με τις τοπικές παραδόσεις, τα γνωμικά και τις παροιμίες θα αποτελέσουν ένα θαυμαστό μνημείο του δημοτικού μας ποιητικού και πεζού λόγου. Χρέος συνάμα κι η αποθησαύριση σε μαγνητοφωνικές ταινίες της μουσικής ύλης των δημοτικών μας τραγουδιών και των λαϊκών αμοργιανών χορών ή αποτύπωση σε κινηματογραφικές».

Αυτά έγραφε ο Αντώνιος Πετσετάκης. Η δωδεκανησιακή παραλογή, όπως την δίνει η Δόμνα Σαμίου με την εκδοχή από τον Έλυμπο της Καρπάθου έχει ως εξής:

Μια κόρη από την Αμοργό, γατάνι, γατανάκι μου,
να ταξι(δ)έψει θέλει, γατάνι μου πλεμένο.
Να ταξι(δ)έψει δε μπορεί, να λάμνει (δ)εν ηξεύρει.
Δίνει τρακόσια δυό φλουριά, ναύλο του κεφαλιού της
κι άλλα τρακόσια τέσσερα να πάει με τη(ν) τιμή της.
Κι απίτις πολαργάρασι δυό μίλα του λιμνιώνα
επο(δι)αντράπη ο ναύκληρος κι απλώνι πα στη(ν) κόρη.
Κι η κόρη από την εντροπή ήπεσε λι(γ)ωμένη
κι ο ναύκληρος εθάρρεψε πως ήτο ποθαμένη
‘πο τα μαλλάκια την αρπά και στο γιαλό τη ρίχτει,
το ρέμα την εξώριξε στο(ν) κόρφο της Αττάλειας.
Και μια Λαμπρή, μια Κυριακή, μιαν ακριβήν ημέρα
ήβγαν οι Ατταλειώτισσες να παν να σουργιανίσου(ν).
Κι ήβραν τη(ν) κόρη κι ήπλεε στα βρυά περιπλεμένη,
τότε οι Ατταλειώτισσες εστήσαν μοιρολόι.
Για δε(ς) κορμί για καμουχά και μέση για ζωνάρι
για δες μασουροδάχτυλο για το μαργαριτάρι.

Ιδού και η παραλογή από τον Τσεσμέ της Μικράς Ασίας, που τραγουδιέται και στην Σκύρο:

Mια κόρ' από την Aμουργό βγήκε να σιργιανίση
χίλιοι κρατούν τη γούνα της, τρακόσιοι τα μαλλιά της
κι από μακριά σαν τη δενε η σκύλα πεθερά της,
-Μάγειροι μαγειρέψετε πέρδικες και λαγούδια
της νύφης μαγειρέψετε τρία κεφάλια φίδια
βάλτε χουφτιά το κύμινον και περισσό τ' αλάτι
αδειάσετε και τα σταμνιά νερό να μη βρη μέσα.
Kαι με την πρώτη πιρουνιά η κόρη ελιγώθη
παίρνει τα μάτια κλαίγοντας στην πεθερά της πάει.
-Aχ! μάνα μου και πεθερά νερό για την ψυχή σου.
-Tοιγάρις και σε γέννησα και σε πονεί ψυχή μου;
Παίρνει τα μάτια κλαίγοντας στον πεθερό πηγαίνει.
-Πατέρα μου και πεθερέ νερό για την ψυχή σου.
-Tοιγάρις είσαι κόρη μου να σε πονή η ψυχή μου;
Παίρνει τα μάτια κλαίοντας στον άνδρα της πηγαίνει.
-Aχ! άνδρα μου και αδελφέ νερό για την ψυχή σου.
Στέλνει τρακόσοι για νερό διακόσοι στο πηγάδι
ώστε να πάνε και νάρκουνε η κόρη τελειώνει.

ΔΙΣΚΟΓΡΑΦΙΑ

Στην δισκογραφία το «Μια κόρη από την Αμοργό» περιλαμβάνεται στους δίσκους:
  • «Και στης ροδιάς τ’ αγέρι—τραγούδια από τα Δωδεκάνησα», διπλό CD με αυθεντικές ηχογραφήσεις από το αρχείο της Μέλπως Μερλιέ.
  • «Μια κόρη από την Αμοργό», διπλό CD με 6+7 τραγούδια από τη νησιώτικη ελληνική παραδοσιακή μουσική σε επιμέλεια Νίκου Γράψα.
  • «Οι νότες της θάλασσας», διπλό CD με θαλασσινά τραγούδια ηχογραφημένα ζωντανά στο στούντιο με την Δόμνα Σαμίου.
  • «Δημοτικά τραγούδια της Σκύρου», εθνομουσικολογική έκδοση 4 CD από τον Σωτήριο Τσιάνη.

Τετάρτη, 19 Αυγούστου 2009

Αμοργός και Κωνσταντινούπολη

Κάποιοι από τους Πράσινους υποστηρίζουν ότι το επώνυμό τους προέρχεται από την Κωνσταντινούπολη και το ανάγουν στην εποχή των «Πράσινων» και των «Βένετων» (γαλάζιων), των δύο φατριών που κυριαρχούσαν στον ιππόδρομο της Κωνσταντινούπολης. Για να συμβαίνει κάτι τέτοιο πρέπει να πάμε πολύ πίσω στην ιστορία, ίσως και 1.500 χρόνια. Πράγματι υπήρχαν Πράσινοι στην Κωνσταντινούπολη, την εποχή που ακόμα ήταν η Μεγάλη Χώρα του Ελληνισμού, όπως η οικογένεια του ζωγράφου Μάριου Πράσινου που έκανε μεγάλη καριέρα στην Γαλλία. Το πιθανότερο όμως είναι οι Πράσινοι της Κωνσταντινούπολης να προέρχονται από την Αμοργό και όχι το αντίθετο.


Στον εκλογικό κατάλογο του 1877, με τους δημότες της περιφέρειας Χώρας, περιλαμβάνονται 31 Αμοργιανοί που δηλώνουν μόνιμη διαμονή την Κωνσταντινούπολη. Ο αριθμός τους είναι εξαιρετικά μεγάλος, αν σκεφτούμε ότι την ίδια εποχή οι Αμοργιανοί της Ερμούπολης ήταν ελαφρώς περισσότεροι. Φυσικά, ανάμεσα στους Αμοργιανούς της Πόλης περιλαμβάνεται κι ένας Πράσινος, ο Σταμάτης Πράσινος που διατηρούσε καφενείο. Οι Αμοργιανοί που έμεναν στην Πόλη το 1877 είναι οι εξής:


  1. Βενετζάνος Δημοσθένης του Γεωργίου, 29 ετών, ξυλουργός.
  2. Βενετζάνος Εμμανουήλ του Γεωργίου, 21 ετών, γεωργός.
  3. Βενετζάνος Ιωάννης του Γεωργίου, 39 ετών, αρτοποιός.
  4. Βενετζάνος Μιχαήλ του Αναστασίου, 24 ετών, δημοδιδάσκαλος.
  5. Βενετζάνος Μιχαήλ του Γεωργίου, 30 ετών, αρτοποιός.
  6. Βενετζάνος Νικήτας του Γεωργίου, 42 ετών, αρτοποιός.
  7. Βλαβιανός Μιχαήλ του Νικήτας, 43 ετών, προξενικός κλητήρ.
  8. Βλαβιανός Νικήτας του Μιχαήλ, 57 ετών, σανδαλοποιός.
  9. Βλάχος Ανέστης του Χριστόδουλου, 58 ετών, αλιεύς.
  10. Γαβράς Επαμεινώνδας του Δημητρίου, 40 ετών, υπάλληλος.
  11. Γαβράς Μάρκος του Δημητρίου, 42 ετών, εργολάβος.
  12. Δαμιανός Γεώργιος του Στέφανου, 30 ετών, υπηρέτης.
  13. Δανασής Δημήτριος, 60 ετών, ελληνοδιδάσκαλος.
  14. Δανασής Μιλτιάδης του Δημητρίου, 27 ετών, ελληνοδιδάσκαλος.
  15. Ζαράνης Φώτιος του Αντωνίου, 32 ετών, υποδηματοποιός.
  16. Θεολογίτης Εμμανουήλ του Μάρκου, 44 ετών, σανδαλοποιός.
  17. Ιωαννίδης Εμμανουήλ του Ιωάννη, 54 ετών, ελληνοδιδάσκαλος.
  18. Καρατζάς Μιχαήλ του Κώνστα, 45 ετών, ναυτικός.
  19. Παπαδόπουλος Εμμανουήλ του Γιάγκου, 35 ετών, ράπτης.
  20. Παπαδόπουλος Κωνσταντίνος του Γιάγκου, 31 ετών, υπηρέτης.
  21. Πάσσαρης Εμμανουήλ του Κώνστα, 38 ετών, σανδαλοποιός.
  22. Πράσινος Σταμάτιος του Εμμανουήλ, 46 ετών, καφεπώλης.
  23. Σαράντος Γεώργιος του Γιάγκου, 47 ετών, έμπορος.
  24. Σιγάλας Γεώργιος του Κώνστα, 33 ετών, σανδαλοποιός.
  25. Σιγάλας Γ. του Κώνστα, 36 ετών, αρτοποιός.
  26. Σιγάλας Ιωάννης του Κώνστας, 34 ετών, αρτοποιός.
  27. Στουπάκης Δημήτριος του Νικολάου, 79 ετών, αρτοποιός.
  28. Στουπάκης Μιχαήλ του Δημητρίου, 47 ετών, φαρμακοποιός.
  29. Στουπάκης Νικόλαος του Δημητρίου, 50 ετών, υπάλληλος.
  30. Φωστιέρης Ιωάννης του Αντωνίου, 52 ετών, ναυτικός.
  31. Φωστιέρης Μιχαήλ του Ιωάννη, 37 ετών, τεχνίτης.


Από αυτούς. ο ελληνοδιδάσκαλος και μετέπειτα σχολάρχης Αμοργού Εμμανουήλ Ιωαννίδης (Ζαράνης, το πραγματικό του επώνυμο) εξελίχθηκε σε μεγάλη πνευματική μορφή. Έζησε και δίδαξε πολλά χρόνια στην Κωνσταντινούπολη και υπήρξε από τα ιδρυτικά μέλη του Ελληνικού Φιλολογικού Συλλόγου Κωνσταντινουπόλεως. Ο Γάλλος αρχαιολόγος Γκαστόν Ντεσάν γνώρισε από κοντά τον Ιωαννίδη στην Αμοργό και γράφει σχετικά:


«Ο κ. Ιωαννίδης με την μαύρη ρεντικότα, την λευκή γενειάδα, το ψηλό παλιομοδίτικο καπέλο και τον αέρα γνήσιου εκπαιδευτικού, έδινε μια εικόνα μοναδική μέσα στην αγριότητα των άγονων εκτάσεων και των θάμνων, ανάμεσα στις πέτρες και τους ισχνούς σχίνους που φύτρωναν στις ξερές άγονες πλαγιές.

«Ο Ιωαννίδης υπήρξε κάποτε ένα από τα πιο δραστήρια μέλη του Φιλολογικού Συλλόγου της Κωνσταντινουπόλεως. Το περιοδικό που εκδίδει ο σύλλογος αυτός περιέχει πολλά άρθρα που έγραψε ο ίδιος στην πρώιμη νεότητά του, τα οποία δείχνει στους επισκέπτες με περηφάνια που δεν μπορεί να κρύψει. Πρόκειται για πραγματείες σε θέματα βυζαντινής αρχαιολογίας.


«Ο άνθρωπος αυτός διαβάζει με μεγάλη άνεση οποιοδήποτε ορνιθοσκάλισμα γραμμένο με ψιλά γράμματα και πολύπλοκα συμπλέγματα, πάνω στις περγαμηνές, τα υαλουργήματα, τα μανουάλια και τα τέμπλα της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας.


«Υπήρξε για πολύ καιρό σχολάρχης της Αμοργού. Σήμερα ο Ιωαννίδης έχει αφήσει το σχολείο του. Ζει πολύ ήσυχα στο λιτά επιπλωμένο σπίτι του, μαζί με δυο τρεις περιποιητικές γλυκομίλητες ανιψιές, μια αποτραβηγμένη ζωή σοφού γέροντα. Επιτρέπει στον εαυτό του μία μόνο πολυτέλεια: τα βιβλία. Έχει πολλά, πολύ όμορφα και εκλεκτά.


«Με μεγάλη ευχαρίστηση βρίσκει κανείς, σ’ αυτές τις ερημιές, το Monuments της Γαλλικής Εταιρείας για την ενθάρρυνση των ελληνικών σπουδών, τις εκδόσεις των Rayet, Homolle, Collignon και αρκετά άλλα βιβλία που τα καΐκια δεν συνηθίζουν να μεταφέρουν.


«Ο Ιωαννίδης έχει αφιερωθεί στην μελέτη της Αμοργού. Γνωρίζει το νησί απέξω κι ανακατωτά. Ιστορικές πληροφορίες, δημοτικά τραγούδια, τοπικές παροιμίες, ιδιωματισμοί της τοπικής γλώσσας, είναι όλα θαμμένα μέσα στις σημειώσεις του. Δεν θα υπήρχε τίποτα πιο διασκεδαστικό από τον ξεφυλλίσει κανείς μια τόσο πλούσια μνήμη. Μου φαίνεται όμως ότι ανοίγει αρκετά δύσκολα τους θησαυρούς της λογιότητάς του. Τσιγκουνεύεται τις εκμυστηρεύσεις και σπάνια συναντάει κανείς πιο καχύποπτο αρχαιολόγο.


«Έμαθα ότι ετοίμαζε μια μεγάλη εργασία για την Αμοργό: έξι τόμοι ήταν έτοιμοι για το τυπογραφείο. Έξι τόμοι είναι πολλοί για λίγα τετραγωνικά χιλιόμετρα. Όμως οι Έλληνες έχουν μιαν ικανότητα ερανισμού που επιτελεί κατορθώματα. Ο Ιωαννίδης ενημερωνόταν με παθιασμένη περιέργεια για τα αποτελέσματα των ανασκαφών μου. Ερχόταν σχεδόν καθημερινά, με ένα μολύβι και ένα σημειωματάριο, να μου ζητήσει, με χίλιες επιφυλάξεις, την άδεια να αντιγράψει τις επιγραφές που είχα βρει στην ακρόπολη της Αρκεσίνης και στον λόφο της Μινώας. Δεν τόλμησα να του αρνηθώ την ευχαρίστηση που τόσο θερμά επιθυμούσε».



Από τις επαφές που είχε η Αμοργός με την Κωνσταντινούπολη διατηρούνται μέχρι σήμερα ορισμένοι μουσικοί σκοποί, όπως ο Πολίτικος και ο Σηλυμβριανός. Έστω κι έτσι η Αμοργός συνεχίζει την μυστική της επαφή με την Πόλη…

Τρίτη, 11 Αυγούστου 2009

Ταρσανάδες και ναυπηγοί στην Αμοργό

Από τα στοιχεία που διαθέτουμε φαίνεται ότι η Αμοργός είχε αξιόλογη ναυτική (και πειρατική) παράδοση, όχι όμως και ναυπηγική. Τις ανάγκες των Αμοργιανών ναυτικών σε πλοία κάλυπταν άλλα νησιά που διέθεταν ταρσανάδες, όπως η Σάμος, η Σύμη, η Κάσος, κ.α. Ένας λόγος για την έλλειψη ταρσανάδων στα Κατάπολα και την Γιάλη ήταν η έλλειψη κατάλληλης τοπικής ξυλείας. Ο αξιόπιστος Γάλλος περιηγητής Πιτόν ντε Τουρνεφόρ το 1700 γράφει σχετικά:


«Στην Αμοργό δεν υπάρχει ξυλεία. Καίνε μόνο σχίνα και κέδρους με φύλλα σαν του κυπαρισσιού, που η φωτιά τα καταβροχθίζει αμέσως. Οι Έλληνες χρησιμοποιούν αυτόν τον κέδρο για να ψαρεύουν με τρίαινα. Τον κόβουν σε κομμάτια, που τοποθετούν σε μια σχάρα στην πρύμνη ενός καϊκιού, και τα ανάβουν τη νύχτα για να προσελκύουν τα ψάρια με το φως. Και, εύκολα, τα καρφώνουν μέσα στο νερό χτυπώντας τα με τις τρίαινες που πετούν σαν ακόντια. Φέρνουν αυτό το ξύλο στην Αμοργό από τον Καλόγερο, από την Κέρο, από τη Σχινούσα και από άλλα κοντινά νησιά.»


Τα καλύτερα ξύλα για την ναυπήγηση θεωρούνται τα πεύκα για τον σκελετό και το κέλυφος τους σκάφους και τα κυπαρίσσια για τα κατάρτια. Τα πιο κατάλληλα πεύκα για ξύλινα σκάφη βρίσκονται στην Ηλεία, την Σάμο και τα παράλια της Μικράς Ασίας. Γι’ αυτό τον λόγο και οι περισσότεροι μεγάλου ταρσανάδες βρίσκοντας σ’ αυτές τις περιοχές ή σε κοντινά νησιά (Σύμη, Κάσος, κ.α.) με ναυτική παράδοση.


Η έλλειψη κατάλληλων τοπικών ξύλων είναι μία από τις αιτίες για έλλειψη μεγάλων ταρσανάδων στην Αμοργό, παρά το γεγονός ότι διαθέτουμε δύο κατάλληλες παραλίες στα Κατάπολα και την Γιάλη. Μία άλλη αιτία πρέπει να είναι ο κλειστός χαρακτήρας της αμοργιανής κοινωνίας, όπως φαίνεται και από την άρνηση, στην διάρκεια της ελληνικής επανάστασης του 1821, να εγκατασταθούν στην Αμοργό οι Κάσιοι πρόσφυγες, που διέθεταν μεγάλη ναυτική και ναυπηγική εμπειρία.


Παρότι δεν υπήρχαν ταρσανάδες στην Αμοργό, η ναυτική παράδοση του νησιού αποδεικνύεται από πολλά στοιχεία. Για παράδειγμα, οι Αμοργιανοί είχαν τους τρόπους να αντιμετωπίζουν τις πειρατικές επιδρομές και με την αμυντική τους οργάνωση (βίγλες και βιγλάτορες) και με επιθετικές ενέργειες, όπως διαπιστώνουμε από τις ιστορικές καταγραφές καταδίωξης πειρατών με εξοπλισμένα πλοία. Αλλά και με τις δικές τους πειρατικές επιδρομές στις ακτές της Μικράς Ασίας. Οι ναυτικές ικανότητες των Αμοργιανών αποδεικνύονται και από την αιχμαλωσία τουρκικών πολεμικών πλοίων, στις αρχές του 20ού αιώνα, όπως διαπιστώνουμε από ειδήσεις σε εφημερίδες της εποχής.


Ένα άλλο στοιχείο είναι ότι μερικά επώνυμα (Φωστιέρης, Πάσσαρης) προέρχονται σαφώς από ναυτικές δραστηριότητες.


Πλοίαρχοι και ναυπηγοί


Από τον εκλογικό κατάλογο του 1863, διαπιστώνουμε ότι μετά τους γεωργούς που αποτελούν την πλειοψηφία του πληθυσμού, το πρώτο σε συχνότητα επάγγελμα στην Αμοργό ήταν το ναυτικό. Καταγράφονται 70 ναύτες και 60 ναυτικοί. Με τον όρο «ναυτικοί» καταγράφονται οι πλοίαρχοι (πολλοί θα ήταν και ιδιοκτήτες σκαφών). Υπάρχουν επίσης και 3 ναυπηγοί. Οι εξής:


Ο Σταμάτης Βασσάλος, ετών 29.
Ο Νικήτας Νικητίδης, ετών 48.
Ο Θεόδωρος Φαλιέρος, ετών 34.

Και οι τρεις πρέπει να είχαν μικρά καρνάγια. Ο Βασσάλος στην Γιάλη και ο Νικητίδης στο Ξυλοκερατίδι, στομ μυχό του κόλπου των Καταπόλων (φωτογραφία δεξιά). Ο Φαλιέρος φαίνεται ότι έχει έρθει από αλλού στην Αμοργό (τα στοιχεία του είναι ελλιπή) και δούλευε στα Κατάπολα.


Ο Νικήτας Νικητίδης ήταν γιος του πλοίαρχου Εμμανουήλ Νικητίδη, ο οποίος είχε γεννηθεί το 1793 στην Αμοργό, αφού το 1863 ήταν 70 ετών, όπως αναφέρεται στον εκλογικό κατάλογο του 1863. Δύο από τα παλαιότερα έγγραφα του ενιαίου Δήμου Αμοργού, που διασώζονται στο ιστορικό αρχείο του νησιού, αφορούν τον πλοίαρχο Μανουήλ (βυζαντινή εκδοχή του Εμμανουήλ) Νικητίδη. Πρόκειται για δύο πιστοποιητικά του 1838. Στο ένα ο Δήμος Αμοργού πιστοποιεί ότι ο πλοίαρχος Μανουήλ Νικητίδης είναι ικανός κυβερνήτης μπρατσέρας. Στο δεύτερο έγγραφο πιστοποιείται ότι ο Μανουήλ Νικητίδης είχε ναυαγήσει «εις τα ερημονήσους» (παρά την προηγούμενη... πιστοποίηση των ικανοτήτων του), δηλαδή κάπου ανάμεσα στην Δονούσα και την Ηρακλειά.


Ένας άλλος γιος του Μανουήλ Νικητίδη, ο Νικόλαος Νικητίδης, ήταν κι αυτός ξυλουργός και καραβομαραγός) αλλά είχε εγκατασταθεί στην Αίγινα.


Στην δική μας εποχή, ένα μικρό καρνάγιο λειτουργούσε και ως ένα βαθμό συνεχίζει να λειτουργεί στο Ξυλοκερατίδι. Εκεί χτίστηκε από το μαστρο Βαζαίο και το τελευταίο μεγάλο ξύλινο σκαρί στην Αμοργό για λογαριασμό του καπετάν Νικόλα Βεκρή (μεγάλη φωτογραφία κάτω). Το σκάφος πουλήθηκε και συνέχιζε να ψαρεύει στην Γιάλη, αλλά τελευταία διαλύθηκε με… επιδότηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης..!