Οι φίλοι του μπλοκ

Τετάρτη, 2 Σεπτεμβρίου 2009

Ο Θησαυρός της Αρκεσίνης

Στις 15 Ιανουαρίου 1909 μία είδηση από την Αμοργό έκανε τον γύρο της Ελλάδας, που τότε ήταν πολύ μικρότερη και τα σύνορα της έφταναν μέχρι τα Τέμπη. Η είδηση ανέφερε την ανακάλυψη ενός θησαυρού βυζαντινών νομισμάτων στο ξωκλήσι της Αγίας Βαρβάρας της Χώρας και άναψε φωτιές στα μυαλά όσων έψαχναν «Κωνσταντινάτα» και κρυμμένους θησαυρούς.


Σε κάθε περιοχή της Ελλάδας υπάρχει τουλάχιστον ένα θρύλος για κάποιον κρυμμένο θησαυρό με χρυσά νομίσματα. Στην Αμοργό περίφημος είναι ο θρύλος που ήθελε έναν πελώριο αράπη να φυλάει τον θησαυρό στον Πύργο του Βασίλη (Αγίας Τριάδας) στην Κάτω Μεριά. Ο θρύλος αυτός, με τον φόβο που προξενούσε, ευθύνεται εν μέρει για το γεγονός ότι ο αρχαίος «Πύργος του Βασίλη» είναι ο πιο καλοδιατηρημένος στις Κυκλάδες και δεν μετατράπηκε σε οικοδομικά υλικά.


Από την Κάτω Μεριά όμως, και κοντά στο Πύργο του Βασίλη, έχουμε την ανεύρεση ενός πραγματικού θησαυρού με χρυσά βυζαντινά νομίσματα. Το 1888 ο Γάλλος αρχαιολόγος Γκαστόν Ντεσάν επιχειρούσε αρχαιολογικές ανασκαφές στην Αμοργό. Πήγε και στο Καστρί, δηλαδή στην ακρόπολη της αρχαίας Αρκεσίνης, όπου βρήκε πολλά μέλη αγαλμάτων και επιγραφές.


Οι εργάτες της ανασκαφής ανακάλυψαν δεκάδες χρυσά νομίσματα που ήταν κρυμμένα μέσα σ’ έναν βούκινα. Από την αρχαιότητα συνήθισαν να κρύβουν τους θησαυρούς (χρυσά νομίσματα, κοσμήματα, κλπ) μέσα σε κούφια κέρατα και θαλασσινά όστρεα, όπως είναι ο «βούκινας», που σε άλλα μέρη ονομάζεται «μπουρού» και επιστημονικά «τρίτων».


Ο παπά Δημητράκης Πράσινος, που βοηθούσε τον Ντεσάν και είχε αρχαιολογικά ενδιαφέροντα, έμαθε για την ανακάλυψη του θησαυρού. Ο Ντεσάν δίνει την δική του εκδοχή για την ανακάλυψη του θησαυρού και στο βιβλίο του, ανάμεσα στα άλλα, γράφει και τα εξής:


«- Τι συνέβη λοιπόν;
- Ξέρεις εσύ, τη μέρα που οι εργάτες έσκαβαν στην ακρόπολη, είχες βάλει πέντε άντρες πλάι στην εκκλησία, σε ένα χωραφάκι. Και, εκείνη τη μέρα, σου έδειξα ένα βυζαντινό νόμισμα που βρήκαν στο χώμα.
- Ναι, αλλά τι θέλεις να πεις μ’ αυτό;
- Να, βλέπεις κύριε, δεν βρήκαν μόνο ένα βυζαντινό νόμισμα. Βρήκαν περισσότερα.
- Και που είναι λοιπόν;
- Θα δεις.
Και, μ’ αυτά τα λόγια, άνοιξε το χοντρό μπλε ράσο του και έβγαλε από ένα δερμάτινο σακουλάκι που είχε στο στήθος του ένα όστρακο σκεπασμένο ,με γκρίζο χρώμα. Έξυσε το εσωτερικό του οστράκου με το νύχι του και έπεσε ένα χρυσό νόμισμα, ύστερα δύο, ύστερα καμιά δεκαριά. Τα όμορφα χρυσά νομίσματα κουδούνιζαν στην παλάμη του και άστραφταν στο φως του φεγγαριού, και έβλεπες ότι στο βάθος του κογχυλιού υπήρχαν πολλά ακόμα, κολλημένα μεταξύ τους. Ο παπάς έτριβε με τον αντίχειρα το φίνο μέταλλο, κάνοντάς το να λάμπει και μου έδειχνε, ανάγλυφα χαραγμένο, το πρόσωπο ενός βυζαντινού αυτοκράτορα με μεγάλα μάτια, μυτερό σαγόνι και ψηλό στέμμα, στολισμένο με μαργαριτάρια».


Τα βυζαντινά νομίσματα από το Καστρί κατέληξαν στο Νομισματικό Μουσείο και είναι πλέον γνωστά ως «Θησαυρός της Αρκεσίνης».


Για τον θησαυρό της Αρκεσίνης γράφει η κ. Λίλα Μαραγκού (***):


«Η αναταραχή στο Βυζάντιο και ιδιαιτέρως στον χώρο της Μεσογείου από τις αραβοπερσικές επιδρομές και από την λαίλαπα των Αράβων ανάμεσα στον 7ο και τον 9ο αι., καθώς και η κατάληψη της Κρήτης από τους Σαρακηνούς, δεν άφησαν ανεπηρέαστα τα μικρά νησιά του Αρχιπελάγους. Τον απόηχο αυτής της αναταραχής στην Αμοργό συμπεραίνομε μόνον από λιγοστές ενδείξεις, αφού η ιστορία των οικισμών και τα χριστιανικά μνημεία του νησιού δεν έχουν ακόμα ερευνηθεί συστηματικά.


«Ανάμεσα στις λιγοστές πηγές πληροφοριών, ξεχωριστή θέση έχει ο πολυθρύλητος «θησαυρός» των εξήντα χρυσών νομισμάτων από την Αρκεσίνη, στο Νομισματικό Μουσείο Αθηνών (από το 1891), η διάσωση του οποίου το 1888 οφείλεται στον Αμοργίνο Παπά-Δημητράκη (Πράσινο). Η πρόσφατη, λαμπρή επιστημονική δημοσίευση (1999) του Ι. Τουράσογλου των νομισμάτων της εποχής του αυτοκράτορος Κωνσταντίνου Δ’ (668-687), εκτός από τα νέα στοιχεία για την διακίνηση του χρήματος στην βυζαντινή αυτοκρατορία κατά τον 7ο αι., αποσαφήνισε και άλλα σημαντικά ζητήματα, όπως του «ευέλικτου στόλου» στο Αιγαίο την εποχή των αραβικών επιδρομών, όταν η θάλασσα συγκιρνάτο τοις αίμασιν των Ρωμαίων. Η απόκρυψη των χρυσών νομισμάτων μέσα σε βούκινα, όπως ονομάζεται στην τοπική γλώσσα ο τρίτων, το θαλάσσιο όστρεο που χρησιμοποιούν ακόμα σήμερα οι ψαράδες για να διαλαλήσουν την πραμάτειά τους, χρονολογείται με ακρίβεια κατά τα έτη της βασιλείας του Κωνσταντίνου Δ’, γύρω στα 674-677/78. Η τεκμηριωμένη αξιολόγηση των νομισματικών πληροφοριών που παρέχει ο «θησαυρός» της Αρκεσίνης, μοναδικός έως σήμερα στις Κυκλάδες, και η επισταμένη συνεξέταση των ιστορικών δεδομένων οδήγησαν τον Ι. Τουράσογλου και στην πρόταση «ταύτισης του κατόχου του θησαυρού της Αρκεσίνης με κάποιον αξιωματούχο της στρατηγίας των Καραβισιάνων, της ναυτικής εκείνης δύναμης δηλαδή που συγκροτήθηκε κατά πως φαίνεται στα χρόνια του Κώνσταντος Β’ και ενισχύθηκε από τον Κωνσταντίνο Δ’ για την αντιμετώπιση των από θαλάσσης αραβικών επιδρομών».


Όπως αναφέρει σε σημείωσή της η κ. Μαραγκού, «οι Καραβισιάνοι προέρχονται από την αρχήν των νήσων, έδρα της οποίας από το 654 ήταν η Σάμος και ήταν εύποροι, συνήθως κάτοχοι γαιών, και ανελάμβαναν την κατασκευή και τον εξοπλισμό πλοίων».


Ένας άλλος θησαυρός είχε βρεθεί στην Χώρα το 1900, ενώ υπάρχουν και πληροφορίες για ανεύρεση ανάλογου θησαυρού στην Αιγιάλη την ίδια περίοδο. Φήμες υπάρχουν επίσης και για ανεύρεση θησαυρού στο κάστρο της Χώρας. Επίσης, είναι γνωστή η ιστορία για την ανεύρεση μία παλιάς σπάθας που αποδίδεται στον τελευταίο αυτοκράτορα Κωνσταντίνο Παλαιολόγο.


(***) Λίλας Ι. Μαραγκού «ΑΜΟΡΓΟΣ Ι — Η ΜΙΝΩΑ. Η πόλις, ο λιμήν και η μείζων περιφέρεια», Βιβλιοθήκη της εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας αρ. 228, Αθήναι 2002

Δεν υπάρχουν σχόλια: