Οι φίλοι του μπλοκ

Παρασκευή, 11 Σεπτεμβρίου 2009

Οι Αμοργιανοί στην Αίγυπτο

Στα μέσα του 19ου αιώνα η ελληνική κοινότητα της Αλεξάνδρειας αριθμούσε περίπου 1.000 άτομα. Η μεγάλη της ανάπτυξη ήρθε μετά το 1885. Οι Αμοργιανοί ήταν από τους πρώτους που μετανάστευσαν στην Αίγυπτο.


Μία από τις παλαιότερες αναφορές για τους Αμοργιανούς της Αιγύπτου αφορά τους αδερφούς Κοσμά και Μιχαήλ Νομικό, που ίδρυσαν στο Κάϊρο το 1873 την ελληνική εφημερίδα «Κάϊρον».


Από τον εκλογικό κατάλογο της περιφέρειας Χώρας του 1877 διαπιστώνουμε ότι 12 δημότες διέμεναν στην Αλεξάνδρεια. Οι εξής:
  1. Αλεξανδράκης Μιλτιάδης του Γεωργίου, ετών 30, υπηρέτης.
  2. Γαβαλάς Γεώργιος του Μάρκου, ετών 32, ξενοδόχος.
  3. Γαβαλάς Σταμάτιος του Δημητρίου, ετών 31, υπηρέτης.
  4. Γρίσπος Σπηλιώτης του Αντωνίου, ετών 32, φωτογράφος.
  5. Δακορώνιας Ιωάννης του Μάρκου, ετών 51, εμποροράπτης.
  6. Ζαράνης Αγγελής του Ιωάννη, ετών 44, μουσικός.
  7. Ζαράνης Γεώργιος του Ιωάννη, ετών 53, καφεπώλης.
  8. Ιωάννου Μιχαήλ του Κωνσταντίνου, ετών 34, σανδαλοποιός.
  9. Κολιδάς Ρουσέτος του Πέτρου, ετών 31, υποδηματοποιός.
  10. Πρέκας Δημήτριος του Μάρκου, ετών 39, ιδιοκτήτης.
  11. Τάκος Σωτήριος του Βασιλείου, ετών 49, προξενικός πράκτορας.
  12. Χατζη-Μάρκος Μάρκος του Κώνστα, ετών 39, εργάτης.


Δύο άλλοι δημότες Αμοργού διέμεναν στο Πορτ Σάϊντ:
  • Ο Καραμολέγκος Εμμανουήλ του Λουκά, ετών 30, ράφτης.
  • Ο Πάσσαρης Μιχαήλ του Αντωνίου, ετών 34, εργάτης.


Στους προαναφερόμενους δεν συμπεριλαμβάνονται οι δημότες Αιγιάλης. Ο προηγούμενος εκλογικός κατάλογος του 1863 με όλους τους δημότες του νησιού δεν αναφέρει τόπο διαμονής. Γνωρίζουμε φυσικά ότι ήταν πάρα πολλοί και οι Γιαλίτες που μετανάστευσαν στην Αίγυπτο. Οι Γιαλίτες της Αιγύπτου ενδιαφέρθηκαν μάλιστα από πολύ νωρίς για την ιδιαίτερη πατρίδα τους, όπως φαίνεται κι από ένα ευχαριστήριο του δημάρχου Αιγιάλης Ευσταθίου Γαβαλά προς τον Νικήτα Λ. Στεφανίδη, έμπορο στην Μανσούρα της Αιγύπτου, που δημοσιεύθηκε τον Σεπτέμβριο του 1906 στις αθηναϊκές εφημερίδες.


Η Αδελφότης των εν Αιγύπτω Αμοργίνων ιδρύθηκε το 1911. Την ίδρυσε ο Μάρκος Μανωλακάκης, ο οποίος και εξελέγη πρώτος πρόεδρος της. Λίγο μετά την ίδρυση της Αδελφότητας, η Ελλάδα μπήκε στους Βαλκανικούς Πολέμους και τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο και οι περισσότεροι αιγυπτιώτες Αμοργιανοί ήρθαν στην Ελλάδα και κατατάχθηκαν στον ελληνικό στρατό για να πολεμήσουν. Το 1920 η Αδελφότητα των Αμοργίνων ανασυστήθηκε «υπό εδραιοτέρων βάσεων» κι άρχισε έντονη δραστηριότητα, με βασικό άξονα την ενίσχυση της πατρίδας Αμοργού.


Οι βασικοί παράγοντες της αμοργιανής Αδελφότητας της Αιγύπτου στην προπολεμική περίοδο ήταν ο Λουκάς Μ. Μανωλακάκης (πρόεδρος), ο Δημήτριος Ι. Νομικός (αντιπρόεδρος), ο Βασίλειος Κ. Θεολογίτης (γεν, γραμματέας), ο Γεώργιος Θηραίος (ταμίας) και οι Αναστάσιος Μ. Βλαβιανός, Μιχαήλ Ν. Κωβαίος, Δημήτριος Ι. Δενδρινός, Ιωάννης Ν. Βεκρής, Αντώνιος Α. Κορβέσης (σύμβουλοι).


Μια μαρτυρία


Όταν πολλοί Αμοργιανοί δραπέτευσαν στην διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και πήγαν στην Αίγυπτο για να καταταγούν στον ελληνικό στρατό, βρήκαν στην Αλεξάνδρεια πολλά συγγενικά σπίτια να τους φιλοξενήσουν. Γράφει ο αείμνηστος Γιάννης Καναράκης στις «Πολεμικές Αναμνήσεις» του:


«Όταν τελείωσε η εξέταση του γιατρού και η διανομή του ιματισμού μας είπαν ότι μπορούμε να βγούμε. Ήταν απόγευμα, η άδεια θα ήτο μέχρι το πρωί. Αφού πήραμε και τις άδειες στο χέρι., βγήκαμε πλέον ντυμένοι ναύτες στην πρώτη μας έξοδο στην Αλεξάντρεια. Πού να πάμε όμως; Σε μια άγνωστη πόλη που όλοι γύρω μας μιλούσαν εκτός απ' τ' αραβικά και διάφορες ξένες γλώσσες. Προχωρήσαμε, βγήκαμε σε μια λεωφόρο και κοιταζόμαστε μεταξύ μας. Ποιο δρόμο να τραβήξομε και με ποιο προορισμό; Μερικοί από εμάς είχανε συγγενείς στην Αλεξάνδρεια και κρατούσαν τις διευθύνσεις τους, αλλά σε ποιόν ν' αποταθείς και τι να του πεις αφού δε μιλούσαμε την ίδια γλώσσα; Όπως στεκόμαστε στην άκρη του δρόμου, περνούσε από μπροστά μας ένα μόνιππο και ο αμαξηλάτης μας λέγει με σπασμένα ελληνικά:


- «Πού θέλετε να πάτε, θα σας πάω εγώ. Αυτή είναι η δουλειά μου».


Και πράγματι είχε εκείνη την εποχή πάρα πολλά μόνιππα που έπαιρναν αγώγια όπως το ταξί και σε πήγαινε όπου ήθελες. Πριν φύγομε από την υπηρεσία μας έδωσαν έναντι λίγα λεπτά για να κινηθούμε έως ότου τακτοποιηθούμε σε νόμισμα Αιγύπτου. Εγώ λοιπόν με το Γιάννη Φωστιέρη, τον Κώνστα Γαβαλά και το Δημήτρη Δεσποτίδη, πήραμε ένα μόνιππο, του δώσαμε και το χαρτάκι με την διεύθυνση και ξεκίνησε. Η περιοχή λεγόταν Καμ-Σεγάρ, οδός Ελευσίς 21. Πράγματι σε ένα τέταρτο φθάσαμε. Στην πόρτα έγραφε το όνομα «Δημ. Δεσποτίδης», πρώτος ξάδερφος της μητέρας μου. Δεν ενθυμούμαι καλά, νομίζω τέταρτος όροφος.


Ανεβήκαμε και με καρδιοχτύπι και λαχτάρα μαζί κτυπήσαμε το κουδούνι. Μας άνοιξε ένα αραπάκι μέχρι 12-13 ετών με ολόασπρη κελεμπία και κόκκινο φεσάκι που το είχαν στο σπίτι και τους εξυπηρετούσε. Εκεί βρήκαμε τον θείο μου Δ. Δεσποτίδη, με την γυναίκα του Κλειώ (από την Σχινούσα η καταγωγή της), την αρραβωνιαστικιά του υιού τους Αφροδίτη και την αδερφή της μητέρας μου Αγγελική.


Συστηθήκαμε και με δύο λόγια τους περιγράψαμε πώς φθάσαμε ως εκεί. Δεν περιγράφεται η υποδοχή που μας έκαναν. Αγκαλιές, φιλιά, συγκινήσεις και ενθουσιασμός μαζί.


Ο θείος μου ήταν τότε περίπου 80 ετών και είχε να έλθει στην Ελλάδα 55-60 χρόνια. Επίσης η θειά μου Αγγελική ήταν τότε 60 ετών και από την Αμοργό έφυγε 9 ετών και δεν είχε έρθει καμιά φορά. Την μητέρα μου δεν την γνώριζε παρά μόνο από φωτογραφία που είχαμε. Καταλαβαίνετε λοιπόν πως τους φανήκαμε και πόση χαρά ένοιωσαν τόσο εκείνοι, όσο και εμείς, που μέσα στην ξενιτιά, τόσο μακριά από την Ελλάδα και τα προσφιλή μας πρόσωπα, βρήκαμε συγγενείς και κατά κάποιον λόγο είχαμε ένα αποκούμπι κάθε που θα βγαίναμε έξω.
Αφού μας κέρασαν, αρχίσαμε να συζητούμε διάφορα για την Ελλάδα, να μας ρωτούν για την κατάσταση για όλους τους συγγενείς και με λεπτομέρειες το κάθε τι. Ο θείος μου ήτα κουφός και με νοήματα καταλάβαινε και έμπαινε στην συζήτηση. Από πολύ νέος έχασε την ακοή του και δεν μπορούσε να εργαστεί. Αρκέστηκε στο διάβασμα τόσο πολύ και τόσα χρόνια που ήτο μια κινητή βιβλιοθήκη. Ήτο κατατοπισμένος με τα πάντα. Με την εν γένει πολεμική κατάσταση, με ιστορικά γεγονότα πολλών ετών και ιδιαίτερα με τα εκκλησιαστικά. Ήτο γιος του παπά Νικήτα Δεσποτίδη, είχε αδερφό τον παπά Νικόλα εφημέριο Δονούσας. Είχε γαμπρό από αδερφή τον παπά Δημήτρη Μαμαλίγκα του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας και ανεψιό από τη γυναίκα του τον ηγούμενο της Ι. Μονής Χοζοβιωτίσσης Αμοργού Αρσένιο Τσαταλιό.


Έτσι καταλαβαίνετε, μ' αυτές τις αρχές μεγάλωσε και έδωσε όλο το βάρος της μελέτης του στα εκκλησιαστικά. Δεν έβγαινε μπροστά του ο καλύτερος καθηγητής Πανεπιστημίου. Ήξερε ολόκληρη τη Θεία Λειτουργία απέξω και γενικά ότι αφορούσε τη θρησκεία μας Παλαιά και Καινή Διαθήκη. Στο σχολείο είχε πάει μέχρι την Δευτέρα ή Τρίτη Σχολαρχείου ,όπως ήτο την εποχή εκείνη, αλλά είχε τεραστία εγκυκλοπαιδική μόρφωση. Ομιλούσε πολύ ωραία και πάντα στην καθαρεύουσα, καθώς και στην αλληλογραφία που είχαμε μετά μαζί, ευχαριστιόσουν να διαβάζεις το γράμμα του πολλές φορές. Είχε δε και πολύ χιούμορ τόσο στις συζητήσεις του όσο και στην αλληλογραφία του. Σε καθήλωνε με τα θέματα που σου μιλούσε και δεν βαριόσουν μερόνυχτα να τον ακούς.


Πέρασε λοιπόν το απόγευμα εκείνης της ημέρας κοντά στους συγγενείς. Μας κράτησαν το βράδυ για φαγητό και για ύπνο. Το πρωί στις 7, έπρεπε να ήμαστε στην υπηρεσία και εν συνεχεία όσοι πέρασαν από τον γιατρό και τους βρήκαν εντάξει θα πήγαιναν στο προγυμναστήριο Β. Π. ΕΛΛΗ».




Ευεργέτες


Η προπολεμική περίοδος υπήρξε εποχή μεγάλης ακμής του ελληνισμού της Αιγύπτου. Εκτός των άλλων, το διαπιστώνουμε και από τις πολλές ευεργεσίες που έκαναν οι αιγυπτιώτες Έλληνες στις ιδιαίτερες πατρίδες τους. Ανάμεσά τους ήταν και οι Αμοργιανοί.


Το ενδιαφέρον της Αδελφότητας Αμοργίνων της Αιγύπτου για την Αμοργό αποδεικνύεται από το πίνακα χορηγιών που δημοσιεύθηκε το 1932 και καλύπτει την περίοδο από την 1 Σεπτεμβρίου 1920 μέχρι 31 Αυγούστου 1931. Οι Αμοργιανοί της Αιγύπτου ενισχύουν σχολεία και ναούς σε όλο το νησί: Χώρα, Λαγκάδα, Κατάπολα, Ποταμό, Κολοφάνα, Θολάρια, Αρκεσίνη.


Η αντίστροφη μέτρηση για τον αιγυπιώτικο ελληνισμό άρχισε το 1952, όταν η παραστρατιωτική οργάνωση «Ελεύθεροι Αξιωματικοί», με αρχηγό τον Γκαμάλ Άμπντελ Νάσερ, ανέτρεψε την δυναστεία το βασιλιά Φαρούκ και ανακήρυξε την Αίγυπτο δημοκρατία ισλαμικού τύπου. Οι πολιτικές συνθήκες άλλαξαν δραματικά και το μεγαλύτερο μέρος των Ελλήνων αναγκάστηκε να επιστρέψει σταδιακά στην Ελλάδα.


Ήταν όμως τόσο μεγάλος ο δυναμισμός του αιγυπτιώτικου ελληνισμού, ώστε μέχρι την δεκαετία 1970-1980 εξακολουθούσε να έχει αξιόλογη παρουσία στην Αίγυπτο, παρά την δραματική συρρίκνωσή του. Παρουσία συνέχισαν να έχουν και οι Αμοργιανοί, όπως φαίνεται από τις κοινωνικές ειδήσεις από της ελληνικής εφημερίδα «Ταχυδρόμος» της Αιγύπτου της περιόδου 1958-1977.

1 σχόλιο:

VIVIANNAMETALLINOU είπε...

Πολλά στοιχεία για την παρουσία των Αιγιαλιτών στην Αλεξάνδρεια παίρνουμε από ένα εξαιρετικό άλμπουμ καρτ ποστάλ της γιαγιάς μ ου Μαριάνθης Σκαρλάτου- Μεταλληνού από το 1907-1920. Θα ήμουν ιδιαίτερα ευτυχής αν μπορούσα να βρω πληροφορίες για τη συγγενική μας οικογένεια όπου διέμενε του Λουκά & της Αννας Γαβριήλ, γιατρού. Το όνομα Γαβριήλ υπάρχει σήμερα στα Θολάρια.