Οι φίλοι του μπλοκ

Τρίτη, 13 Απριλίου 2021

Η Δονούσα στο πέρασμα του χρόνου - Από τους Βασιλαράδες στο Radio Donoussa


Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «Το Κάστρο της Αμοργού»
ψηφιακό τεύχος αριθμ. 59, Μάρτιος 2021


Ο Πίρι Ρεΐς δεν θα ξεχώρισε από τους άλλους μουσουλμάνους θαλασσόλυκους (πολλοί απ’ αυτούς ελληνικής καταγωγής, όπως ο περίφημος Χαϊρεντίν Μπαρμπαρόσα) του μεσαιωνικού Αιγαίου, αν δεν είχε επιδοθεί στην χαρτογράφηση. Ο παγκόσμιος χάρτης που εκπόνησε το 1513 και στον οποίο θεωρείται ότι συμπεριλαμβάνεται η άγνωστη στην εποχή του ήπειρος της Ανταρκτικής, αποτελεί σήμερα ένα μεγάλο μυστήριο και σημείο επιστημονικής (και... άλλης) διαμάχης.
Στο «Βιβλίο της Ναυσιπλοΐας» του καπετάν (ρεΐς) Πίρι, με χάρτες από την Μεσόγειο του 16ου αιώνα, περιλαμβάνονται και χάρτες της Αμοργού  (Γιαμοργκού στα τουρκικά) και των νησιών της.
Για την Δονούσα γράφει (1):
«Βορειοανατολικά της Νάξου υπάρχει το ακατοίκητο νησί Δονούσα (Τενούσε-Tenuse), που οι Τούρκοι ονομάζουν Χατζιλάρ. Κάποτε οι άπιστοι πειρατές έσφαξαν εδώ προσκυνητές των Ιερών Τόπων. Το λιμάνι του είναι ένας όρμος που βλέπει στα βορειοδυτικά. Δεν είναι καλό αραξοβόλι. Έχει βράχους. Όσοι χρειάζονται πόσιμο νερό, υπάρχει στο σημείο του νησιού που βλέπει νοτιοδυτικά».
Έχει ενδιαφέρον ότι ο Πίρι Ρεΐς αναφέρει την πηγή με τρεχούμενο νερό κοντά στον οικισμό Μερσίνη. Η Δονούσα ήταν λοιπόν γνωστή στους ναυτικούς, και μάλιστα με το αρχαίο και σημερινό όνομά της, αλλά την θεωρούσαν ακατοίκητη επειδή δεν έβλεπαν κάποιον οικισμό. Αλλά ήταν πράγματι ακατοίκητη;

Ο ηγούμενος Μακάριος
Στις 19 Αυγούστου 1632 ο Μακάριος, ηγούμενος της Μονής Χοζοβιώτισσας, συντάσσει την διαθήκη του. Και, ανάμεσα στ' άλλα, γράφει : 
«Αφιερώνω το μετόχιν, εις το μοναστήρι τον Χρυσόστομον καθώς ευρίσκεται με το μετόχι ακόμη του Χρυσοστόμου γρόσα εκατό τριάτα και τα φοράδια που έχομε με τον παπά κυρ Ιωάννη το Σκαρλάτο και αυτά έδωκά του με το μουλάρι. Ακόμη και τα ζώα όπου έχω εις τη Τονούσα και εις την Αμοργό και αυτά του Χρυσοστόμου». [2]
Ανάμεσα, λοιπόν, στα περιουσιακά του στοιχεία, που αφιερώνει στην Χοζοβιώτισσα. ο Μακάριος, είναι και τα ζώα που έχει στην Δονούσα. Τα ζώα ήταν κατσίκια, γιατί στην Δονούσα ουδέποτε είχαν πρόβατα. Και κατσίκια χωρίς βοσκούς που θα τα φρόντιζαν, θα τα τυροκομούσαν κλπ δεν νοούνται. Επομένως, η Δονούσα τον 17ο αιώνα μπορεί να μην είχε οικισμό αλλά είχε κατοίκους. Βοσκούς…

Ο Τουρνεφόρ
Εβδομήντα χρόνια μετά την διαθήκη του Μακάριου, το φθινόπωρο του 1700, επισκέπτεται την Δονούσα ο Γάλλος φυσιοδίφης Πιτόν ντε Τουρνεφόρ. Και συναντά τους βοσκούς. Γράφει {3}:
«Αφήσαμε τη Νάξο στις 15 Σεπτεμβρίου, με πρόθεση να πάμε στην Πάτμο για να δούμε το σπήλαιο όπου, σύμφωνα με την παράδοση, ο Άγιος Ιωάννης έγραψε την Αποκάλυψη. Αλλά ο νοτιοδυτικός άνεμος μας ανάγκασε να προσορμισθούμε στην Δονούσα, ένα μικρό νησί , που έχει περίμετρο μόνον 10-12 μίλια….
 »… Στην Δονούσα υπάρχει μόνο μία στάνη, καταφύγιο 5-6 φτωχών γιδοβοσκών. Από τον φόβο μήπως τους πιάσουν κουρσάροι ή ληστές, αναγκάζονται να κρυφθούν στους βράχους μόλις πλησιάσει κάποιο πλεούμενο. Κάθε τρεις μήνες στέλνουν στους βοσκούς παξιμάδια. Μόλις και μετά βίας βρίσκουν νερό στο νησί. Ωστόσο, ευδοκιμούν εδώ ωραία φυτά και το νησί είναι καλυμμένο από σχίνα, πουρνάρια και λαδανιές. Ανήκει στην κοινότητα της Αμοργού.
» Καθώς η κακοκαιρία μας κράτησε στη Δονούσα περισσότερο από ό,τι αναμέναμε και τα εφόδιά μας είχαν αρχίσει να λιγοστεύουν, αναγκασθήκαμε να κάνουμε σούπα με σαλιγκάρια της θάλασσας κι είχαμε αρκετό χρόνο στη διάθεσή μας για να τα μελετήσουμε... Αυτό ήταν το μόνο ορεκτικό έδεσμα που μας παρέσχε το νησί, γιατί δεν είχαμε ούτε δίχτυα ούτε αγκίστρια για να ψαρέψουμε. Οι βοσκοί, εξ άλλου, μας πέρασαν για ληστές και δεν τόλμησαν να κατέβουν από τους βράχους τους, μολονότι οι ναύτες μας, οι οποίοι δεν ήξεραν που να βρουν πόσιμο νερό, είχαν υψώσει όλα τα άσπρα κουρέλια που υπήρχαν στο πλοίο για να τους πείσουν ότι είχαμε ειρηνικές διαθέσεις.»
Η Δονούσα όχι μόνο έχει πόσιμο νερό αλλά έχει μια σημαντική πηγή, που την ήξερε και την μνημονεύει όπως είδαμε πιο πάνω ο Πίρι Ρεΐς. Και οι 5-6 βοσκοί, μπορεί να ήταν περισσότεροι στο εσωτερικό, έμεναν σε σπίτια, είχαν μαντριά και ίσως να είχαν και τις οικογένειές τους. Συνεπώς και από την αφήγηση του Τρουνεφόρ διαπιστώνουμε ότι η Δονούσα είχε κατοίκους.
Αυτοί οι κάτοικοι, όπως γνωρίζουμε από τα νεότερα χρόνια, προέρχονταν από την Αιγιάλη από όπου και έπαιρναν προμήθειες, όπως τα παξιμάδια που αναφέρει ο Τουρνεφόρ, ο οποίος και συνεχίζει:
» Η Δονούσα θα άξιζε να μνημονευθεί για μερικά σπάνια φυτά και ιδίως για ένα είδος αγριαψιθιάς που δεν είχαμε δει πουθενά αλλού στη διαδρομή μας. Αυτό το φυτό είναι τόσο πολύ σπάνιο, ώστε δεν μπορώ να μην παραθέσω εδώ το σχέδιο και την περιγραφή του.
Ptarmica incana, pinnulis cristatis (Πταρμική η πολιά, μετά λοφιοφόρων πτερυγίων) κλπ..».
Η επιστημονική περιπέτεια αυτού του σπάνιου φυτού της Δονούσας, εξιστορείται σε επόμενες σελίδες.  Οι άνεμοι που κατεβαίνουν από την Δονούσα καταλήγουν στην Αμοργό και ο Τουρνεφόρ καταλήγει:
«Ο βόρειος άνεμος μας έκανε να εγκαταλείψουμε για δεύτερη φορά το σχέδιό μας να πάμε στην Πάτμο. Για ποιον λόγο να αντιμαχόμαστε τον Αίολο; Από την Δονούσα μάς έριξε προς την Αμοργό, νησί που αξίζει να το προσέξει ο ταξιδιώτης. Αλλά, καθώς είχε φουσκοθαλασσιά, προσορμισθήκαμε στη Νικουριά, έναν απόκρημνο βράχο σε απόσταση ενός μιλίου από την Αμοργό».

Βασιλαράδες
Εκεί, απέναντι από την Νικουριά, στην Αιγιάλη, 180 χρόνια μετά το ταξίδι του Τουρνεφόρ, ανιχνεύουμε τα επώνυμα των κατοίκων της Δονούσας στον εκλογικό κατάλογο του 1887 της Αιγιάλης, στην οποία ανήκε διοικητικά τότε η Δονούσα.  (4( Είναι οι:

Νικήτας Γρίσπος του Ζαννή, 58 ετών από τα Θολάρια, γεωργοποιμήν.
Βασίλειος Πράσινος του Δημητρίου, 65 ετών από την Λαγκάδα, γεωργός.
Δημήτριος Πράσινος του Βασιλείου, 37 ετών από την Λαγκάδα, γεωργός.
Μιχαήλ Πράσινος του Βασιλείου, 35 ετών από την Λαγκάδα, γεωργός.
Γεώργιος Πράσινος του Βασιλείου, 23 ετών από την Λαγκάδα, γεωργός.

Η οικογένεια του Βασίλη Πράσινου πρέπει να ήταν γνωστή στην Αμοργό ως Βασιλαράδες. Ας δούμε τι διηγείται γι’ αυτούς και για την ζωή περίπου εκείνη την εποχή στην Δονούσα ο Νικόλας Βλαβιανός από τον Στρούμπο της Αιγιάλης (5).
«Οχτώ χρονώ ο συχωρεμένος ο πατέρας μου μ’ έστειλεν κοπέλι στη Ντονούσα, στους Βασιλαράδες. Είχεν μια αδερφήν ο πατέρας μου παντρεμένη στη Ντονούσα με το Δημήτρη τω Βασιλαράδω. Εκειά λοιπόν στον μπάρβα μου μ’ έστειλεν ο πατέρας μου να περετώ, κοπέλι, αιχμάλωτο. Οι Βασιλαράδες είχανε κι άλλον ένα κοπέλι κι ηκάναμε παρέα μάζί. Αυτός ήτονε Ντονουσιώτης, σόι τω Βασιλαράδων κι αυτός από το Σταυρό, μιάμιση ώρα δρόμο με τα πόδια από την Καλοταρίτισσα οπού ‘μεστεν εμείς.
Εκειά κοπέλι εγώ ήκαμα πέντε χρόνια, Τους υπηρέτου, ήβοσκα τις κατσίκες, ηπάαινα για νεό, ήκανα όλες τις δουλειές. Τα παπούτσα που ηφόρου άμα γυα από δω ύστερι δε μου κάνασι κι ηπορπάτου μέρα γη νύχτα ξεπόλυτος μές στους αγκάτθους. Αυτά δα τα παπούτσα μου τα ‘φερα μπρος επίσω στα πέντε χρόνια που ήκατσα εκειά. Τίποτι, ούτε ρούχα ούτε παπούτσα μου κάμανε πέντε χρόνια που τους ηπερέτου. Τα ρούχα μου είχανε-ν-μπιο λιώσει, κουρέλια, μονοφόρια πέντε χρόνια. Απάνω σ’ έναν μπάρι, σράβαλο, μου ΄χανε στρώσει μιαν αριχού κι εκειά απάνου ήπεφτα. Τ’ αμάνημα που θελε να σηκωθώ, ήθελε να μου βάλλουσι τίποτι να φάω σούβλη που ηκάνα μες στο τη(γ)άνι και μου βάλλα και κανένα-ν- γκομάτιν απαλό ψωμί γη παξιμάδι και καμμιά φορά α μου βάλλα-ν γκαι κανένα κομματάκι, ένα θρουλί-ν ντυράκι μέσαγη καμμιάν ελιά. Ελιές δεν υπήρχαν εκειά απάνω. Αυτηδά την αποκινίδα που μου βάλλανε ώσπου να πάω με τις κατσίκες που τις ηβάρου, καμιά σαρανταριά πενηνταριά κεφάλια ήτονε με τα πρόβατα μαζί, ώσπου να βγω απάνω στο πλευρό που τις ήβοσκα το ‘χα φάει κι όλη μέρα ηπείνου. Ήτρωα γαλατσίδες, καστανιές, ό,τι έβρισκα και άβραστο γάλα γιατί όλη μέρα ηπείνου.
» Εκατό δραχμές το χρόνο ήπαιρνεν ο πατέρας μου και καένα τσουβάλι-ν– γρομμύδια. Εγώ δεν ήπηρα ούτε φράγκο. Αυτοί τα λεφτά τα στείλα-ν– του πατέρα μου. Πέντε χρόνια εκεί απάνω εν είχα δει μπιο-ν-γκαένα δικό μου. Στα πέντε χρόνια το σκέφτην ο πατέρας μου κι ηπήρεν το γιο του Αντριαδάκη με τη βάρκα-ν– του κι ήρτεν στη Ντονούσα. Την ημέραν εκείνην εγώ είχα πάει με βάρκα με το γιο αυτουτνού του αφεντικού μου να ποτίσω τις κατσίκες στο Σκαλονήσι έναν ερημόνησο της Ντονούσας. Μος ηδέναμε-ν– τη βάρκα είδα το-ν– μπατέρα μου στην άμμο. Εν τον ηζύγωνα. Είχαν μπιον αγριέψει. Ο πατέρας μου με κυνήα από πίσω και μος με πρόλαβε μου λέει: «Θα φύομε με τη βάρκα για τη Γιάλη. Θα πάμε στο σπίτι. Εν κάνει να ‘σαι μπιο-ν-κοπέλι». Εγώ εν ήθελα να φύω. Είχα μάθει μπιον την γκακουχία εκεί απάνω κι είχα αγριέψει. Με τα πολλά μ’ έβαλεν ο πατέρας μου στη βάρκα κι ηφύαμε. Άμα ήρταμε στο Στρούμπο, ετούτη η αδερφή μου το Καλλιώ ήτονε μωρό άμα φυα και δε με ξερε-ν-καθόλου. Με εφοβούντο και δε με ζύγωνε, ήκλαιε μος της ημίλου».

Ο Σκοπελίτης
Τρία χρόνια μετά τις εκλογές του 1887, φθάνουν στην Δονούσα δυο ψαράδες - σφουγγαράδες από την Σύμη. Ο ένα λέγεται Τσαβαρής κι ο δεύτερος Σκοπελίτης.
Ο αείμνηστος καπετάν Μήτσος Σκοπελίτης, ο δημιουργός του θρυλικού Εξπρές Σκοπελίτης που ενώνει τα νησιά μας, μου είχε διηγηθεί:
«Ο προπάππος μου ήταν από τη Σκόπελο. Καρατζάς λεγόταν. Έφυγε, γιατί είχε ανακατευτεί με λαθραία και τον κυνηγούσαν, και πήγε στα Δωδεκάνησα, στην Σύμη. Εγκαταστάθηκε εκεί, παντρεύτηκε και έκανε τον παππού μου. Και λέγανε τότες οι Συμιακοί, ποιος είναι αυτός; Από τη Σκόπελο είναι, ο Σκοπελίτης, κι έτσι μας έμεινε το επίθετο. Ο παππούς μου ήταν σφουγγαράς και είχε μια βάρκα με έναν άλλον. Έφυγαν από τη Σύμη με τα κουπιά και έφτασαν εδώ στα νησιά, στη Δονούσα... Εκεί αγάπησαν τις γυναίκες τους και τις παντρεύτηκαν, και μείνανε μόνιμοι στην περιοχή. Με τη βάρκα αυτή με τα σφουγγάρια, ο παππούς μου αγόρασε τη μισή Δονούσα, έκαμε 13 παιδιά και τα προίκισε». 
Ο πρώτος Σκοπελίτης και ο πρώτος Τσαβαρής δεν περιλαμβάνονται στον εκλογικό κατάλογο της Αιγιάλης του 1928, μάλλον γιατί δεν είχαν αποκτήσει πολιτικά δικαιώματα, καθώς το 1890 προέρχονταν από οθωμανική επικράτεια όπως ήταν τα Δωδεκάνησα.
Στον εκλογικό κατάλογο του 1928 περιλαμβάνονται οι (6):

Κωβαίος Νικήτας του Νικολάου, 59 ετών, γεωργός.
Μαρκουλής Βασίλειος του Δημητρίου, 47 ετών, γεωργός.
Μαρκουλής Γεώργιος του Δημητρίου, 43 ετών, γεωργός.
Μαρκουλής Δημήτριος του Μιχαήλ, 79 ετών, μυλωνάς.
Μαρκουλής Μιχαήλ του Δημητρίου, 49 ετών, καφεπώλης.
Μαρκουλής Σπηλιώτης του Ιωάννη, 62 ετών, γεωργός.
Πράσινος Δημήτριος του Βασιλείου, 78 ετών γεωργός.
Πράσινος Μιχαήλ του Βασιλείου, 76 ετών, ποιμήν.
Πράσινος Νικόλαος του Γεωργίου, 31 ετών, γεωργός.
Πράσινος Δημήτριος του Δαμιανού, 42 ετών, γεωργός.
Πράσινος Βασίλειος του Δημητρίου, 48 ετών, γεωργός.
Πλατής Μαρίνος του Ιωάννη, 42 ετών, γεωργός.
Πλατής Γεώργιος του Π., 42 ετών, γεωργός.
Ρούσος Γεώργιος του Κώνστα, 54 ετών, γεωργός.
Ρούσος Νικήτας του Κώνστα, 52 ετών, γεωργός.
Ρούσος Μάρκος του Κώνστα, 51 ετών, γεωργός.
Σιγάλας Νικήτας του Αντωνίου, 82 ετών, γεωργός.
Σιγάλας Σταύρος του Αντωνίου, 54 ετών, γεωργός.
Σιγάλας Μάρκος του Αντωνίου, 50 ετών, γεωργός.
Σιγάλας Μιχαήλ του Αντωνίου, 23 ετών, γεωργός.
Σιγάλας Νικόλαος του Αντωνίου, 24 ετών, γεωργός.
Σιγάλας Αντώνιος του Σταύρου, 32 ετών, εργάτης.
Σιγάλας Μαρίνος του Μάρκου, 47 ετών, γεωργός.

Το 1947
Εννοείται ότι οι προαναφερόμενοι δεν αντιπροσωπεύουν τον αριθμό των οικογενειών και των κατοίκων της Δονούσας το 1928 και απλώς είναι οι γραμμένοι στον εκλογικό κατάλογο. 
Δεκαεννιά χρόνια αργότερα στον εκλογικό κατάλογο του 1947 έχουν προστεθεί και οι εξής (7):
Πράσινος Γεώργιος του Νικολάου, 49 ετών, γεωργός
Πράσινος Ιωάννης του Δαμιανού, 52 ετών, γεωργός
Πράσινος Κωνσταντίνος του Αντωνίου, 36 ετών, αρτοποιός.
Ρούσος Ευάγγελος του Νικήτα, 36 ετών, γεωργός
Σιγάλας Μιχαήλ του Γεωργίου, 66 ετών, ναυτικός.
Σκοπελίτης Ιωάννης του Δημητρίου, 50 ετών, ναυτικός.
Σκοπελίτης Νικήτας του Δημητρίου, 52 ετών, ναυτικός.
Τσαβαρής Νικήτας του Παντελή, 48 ετών, ναυτικός.
Τσαβαρής Κωνσταντίνος του Παντελή, 3 ετών, ναυτικός.

«Έτσι ζουν στη Δονούσα»
Έξη χρόνια μετά το 1947, ο εμβληματικός χρονογράφος της ελληνικής δημοσιογραφίας Παύλος Παλαιολόγος δημοσιεύει το Σάββατο 14 Μαρτίου 1953 στην εφημερίδα «Το Βήμα» ένα χρονογράφημα με τίτλο «Έτσι ζουν στην Δονούσα» και τα γράφει τα ακόλουθα (8):
«Ανατολικά της Νάξου και πέρα από τας νήσους των Μακάρων, η Δονούσα - δηλώνει επίσημα και υπεύθυνα η κοινωνική λειτουργός - «παρουσιάζει την τελευταία βαθμίδα ομαδικής ενδείας». Θα συλλάβετε  πιο εύκολα την εικόνα της, αν έτυχε να δείτε τις προάλλες στον κινηματογράφο την περίφημη εκείνη γαλλική ταινία «Ο Θεός χρειάζεται ανθρώπους». ίδια εξαθλίωση και στη Δονούσα. Σας κτυπά στα μάτια από τη στιγμή που θα περάσετε τον όρμο του Σταυρού. Δυο-τρία χτίσματα στην παραλία. Και οι άλλοι; Αναρωτιέστε που στεγάζονται οι άλλοι κάτοικοι του νησιού. Όσο προχωρείτε όμως ξεχωρίζετε και τ' άλλα σπίτια. Από χώμα με το χρώμα του χώματος, μέσα στο χώμα η μια πλευρά τους. Αν ρωτάτε και το εσωτερικό των σπιτιών αυτών, «η εσωτερική κατάστασις αντιπροσωπεύει την πτωχοτάτην στάθμην της ανθρωπίνης κατοικίας προ του σταδίου της τρώγλης». Λίγες σανίδες σχηματίζουν το διπλό κρεβάτι της οικογενείας. Τίποτε άλλο. Ούτε ο ξύλινος νησιώτικος καναπές, ούτε το μπαούλο, ούτε τραπέζι.
Έχει και το μπακάλικό της η Δονούσα. Λίγα κουτιά σπίρτα, φυτίλια για καντήλες, κονσέρβες, πολτός ντομάτες και βούρτσες για το δάπεδο αποτελούν τον εφοδιασμό του παντοπωλείου. Απορεί και παγώνει η κοινωνική λειτουργός, που θάπρεπε να έχει εξοικειωθεί στη θέα της ελληνικής πενίας. «Διά πρώτη φοράν εις την περιοδείαν μου αντιμετώπισα τοιαύτην γενικότητα ενδείας». Δεν λείπουν οι πλούσιοι από το νησί: όσοι είχαν τη δυνατότητα να προμηθεύονται τα είδη του δελτίου, τότε που υπήρχε δελτίο. Τους έδειχναν με το δάχτυλο και έψαχναν να βρουν το πόθεν έσχες. Που να ξέρετε όμως ότι σε μια διανομή συνέβη το θαύμα, η μισή Δονούσα να πάρει τα είδη που διανέμονταν. Σταθμός στην ιστορία του νησιού. Τον αναφέρουν όπως τα μεγάλα γεγονότα του 21, τους Βαλκανικούς Πολέμους, τον Ελληνοΐταλικό. Ακούς και σου λένε: «Τότε που αγοράσαμε οι μισοί το δελτίο...» » Δεν πρόκειται για εντυπώσεις δημοσιογραφικές. Πρόκειται για έκθεση δημοσίου υπαλλήλους στην προϊσταμένη της αρχή.

Το οινόπνευμα
» Πέρα από το μπακάλικο, το μηδέν. Τίποτα. Λίγο οινόπνευμα ζήτησε η κοινωνική λειτουργός, για να απολυμαίνει μ' αυτό το κουτάλι με το οποίο εξέταζε  τις αμυγδαλές των παιδιών. Οινόπνευμα... Απαιτητικοί που είναι οι άνθρωποι της πολιτείας... Χρειάσθηκε να πάνε στη γειτονική κοινότητα για να φέρουν λίγα δράμια από το πολύτιμο υγρό. Τότε η κοινωνική λειτουργός με τις στοιχειώδεις ιατρικές γνώσεις της εξέτασε τα παιδιά, και βρήκε ότι στα σαρανταπέντε τα πέντε μόνο ήταν χωρίς γάγγλια.
» Και ρωτάτε για αποχωρητήριο... Αν τους στήσετε κανένα στην παραλία, θα τρέξουν όλοι οι κάτοικοι να περιεργασθούν το περίεργο κατασκεύασμα και να θαυμάσουν τις προόδους του πολιτισμού, «Δεν υπάρχει ούτε εν εις ολόκληρον την νήσον, διά να πλουτίσει τουλάχιστον τας εγκυκλοπαιδικάς γνώσεις των κατοίκων». Η παιδεία δεν πρέπει νάχει παράπονα, Υπάρχει σχολείο. Ένα σπιτάκι μ' ένα δωμάτιο. Το δε δωμάτιο έχει περιέργως και παράθυρο. Μόνο που το παράθυρο δεν έχει τζάμι. Είναι δε η στέγη που όταν βρέχει στάζει τη σοφία στα κεφαλάκια των μαθητών.
» Αν θέλετε να ξέρετε και για τη συγκοινωνία δεν ανακαλύφθηκε ακόμα στη Δονούσα ο ατμός. Βάρκες, ιστιοφόρα και κανένα βενζινάκι τής πηγαίνει μηνύματα από τον άλλο κόσμο. Όταν τα πηγαίνει. Είναι τόσο συχνά τα ναυάγια... Έχει τάχα και καμιά άλλη ατραξιόν η Δονούσα; Άνεμοι και ρεύματα, εξαιρετικά ισχυρά στο σημείο εκείνο, παρασύρουν κάθε τόσο πλεούμενα που κάνουν να πλησιάσουν τη Δονούσα. Το ατμόπλοιο τόχουν ακουστά. Ίσως να βλέπουν τον καπνό του, όταν καμιά φορά περνά από ανοιχτά. «Πόσον ανακουφιστικόν θα ήτο δι' αυτούς τους ανθρώπους, εάν κατετάσσοντο εις την ιδίαν μοίραν μετά των άλλων ανθρωπίνων όντων και τους εχορηγείτο το δικαίωμα του ατμοπλοίου της αγόνου γραμμής εις ένα ακόμη σταθμόν, τον της νήσου των, άπαξ της εβδομάδος».
» Όσο για την υγεία των κατοίκων, πηγαίνει ευτυχώς περίφημα, αφού δεν υπάρχει γιατρός, για να διαπιστώσει την ασθένεια. Γιατρό δεν είδαν από το 1940. Όταν παρασφίγγουν τα πράγματα και αν το επιτρέπει ο καιρός, οι άρρωστοι μεταφέρονται με βάρκα στην Μουτσούνα της Νάξου, από ΄κει με ζώα στην Απείρανθο και από κει με τέσσερις στην αιωνιότητα. Ευρεία διάδοση της φυματιώσεως. Ευτυχώς οι φυματικοί και οι άλλοι δεν υποπτεύονται το κακό. Η αρρώστια ανακαλύπτεται «μετά τον θάνατον του ασθενούς, κυρίως όταν ούτος μεταφέρεται εις Αθήνας, όπου γίνεται η διάγνωσις».
» Έτσι, άνδρες Αθηναίοι, ζουν κι έτσι πεθαίνουν οι άνθρωποι στη Δονούσα, Αλλά με συγχωρείτε. Σας πήρα σαββατιάτικα την ώρα. Και είναι πολύτιμες οι ώρες του γουίκ εντ».
Υπάρχει μια δόση δημοσιογραφικής υπερβολής στο χρονογράφημα του Παλαιολόγου, που βασίζεται στην έκθεση μιας κοινωνικής λειτουργού εκείνης της εποχής. Σε γενικές γραμμές πάντως αποδίδει την πραγματικότητα των συνθηκών ζωής στην δεκαετία του 1950, όπως την ξέρουμε και από τα χωριά της Αμοργού αλλά και από την ίδια την Αθήνα, όπως στοιβάζονταν 10 οικογένειες σε δωμάτια γύρω από μια αυλή με μία κοινή βρύση κι ένα κοινό αποχωρητήριο.

Ο Κολοντνί
Μια πολύ καλή εικόνα για την ζωή στην Δονούσα τις δύο πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες (1950-1970) μας δίνει ο Γάλλος γεωγράφος Εμίλ Κολοντνί. (9)
Ο Κολοντνί, πριν γίνει διευθυντής του περίφημου Εθνικού Κέντρου Ερευνών της Γαλλίας, ήταν καθηγητής Γεωγραφίας στο πανεπιστήμιο του Αιξ αν Προβάνς της Μασσαλίας και μ’ αυτή του την ιδιότητα επισκέφθηκε πολλές φορές από το 1960 και μετά την Χώρα της Αμοργού, ερευνώντας την κοινωνική της πορεία από την παρακμή στον εκσυγχρονισμό, με τελικό αποτέλεσμα ένα βιβλίο-σταθμό για την Χώρα.
Πριν από την έρευνα του για την Χώρα Αμοργού, είχε ασχοληθεί με το Αιγαίο και η διδακτορική του διατριβή είχε τίτλο «Οι πληθυσμοί των νησιών της Ελλάδας - Δοκίμιο νησιωτικής γεωγραφίας στην ανατολική Μεσόγειο». Στην διατριβή του που παρουσιάστηκε το 1973 στο Πανεπιστήμιο Αιξ-Μασσαλίας ΙΙ, το τελευταίο κεφάλαιο είναι αφιερωμένο στην Δονούσα.
Γράφει ο Κολοντνί:
«Η Δονούσα βρίσκεται στις ανατολικές Κυκλάδες, ανατολικά της Νάξου και δώδεκα μίλια βόρεια της Αμοργού. Αποτελείται από μια μάζα με μάρμαρα και σχιστόλιθους με στρογγυλεμένες μορφές, που κορυφώνονται στα 489 μ και προς το Βορρά διαμορφώνει  μια διαδοχή ακανόνιστων ακρωτηρίων. 
» Το νησί είχε 149 κατοίκους το 1971. Οι 67 είναι συγκεντρωμένοι στον  Σταυρό, ένα σύνολο από κυβικά σπίτια, το οποίο έχει μέτωπο στο λιμάνι στη δυτική ακτή, το οποίο συνορεύει με ένα μικρό κάμπο που έχει μερικούς φοίνικες. Ο υπόλοιπος πληθυσμός διασκορπίζεται σε τρεις οικισμούς: δύο στις πλαγιές της νότιας πλευράς, όπου υπάρχουν πηγές, και τον τρίτο στην Καλοταρίτισσα που έχει  θέα στη βόρεια περιοχή της Ρούσας. Συνδέονται με τον Σταύρο με μουλαρόδρομους, από τους οποίους τα παιδιά πηγαίνουν στο σχολείο κάθε πρωί (20 μαθητές):

Οι καλλιέργειες
» Οι καλλιέργειες καλύπτουν 760 στρέμματα το 1970 (76 εκτάρια). ή το 5,40% της νήσου. Τα δύο τρίτα σπέρνονται με δημητριακά: σιτάρι, σμιγάδι και κριθάρι.
» Οι 30 τόνοι συγκομιδής σιταριού χρησιμοποιούνται για την παρασκευή παξιμαδιών, του βασικού φαγητού των νησιωτών. Δύο φορές το μήνα κάθε νοικοκυρά ψήνει τα ψωμιά, που κόβονται σε φέτες και τα παξιμάδια για να τα φάνε τα μαλακώνουν στο νερό που το παίρνουν από το μοναδικό πηγάδι του κάμπου. 
» Τα αμπέλια καταλαμβάνουν 116 στρέμματα και το κρασί είναι μόλις αρκετό μέχρι το καλοκαίρι.
Ο κύριος πόρος είναι οι καλλιέργειες λαχανικών (133 στρέμματα, συμπεριλαμβανομένων 42 για άρδευση): πατάτες, φρέσκα και αποξηραμένα λαχανικά και ιδιαίτερα τα σκόρδα και τα κρεμμύδια. Η παραγωγή κρεμμυδιών (εκατό τόνοι) είναι η μόνη που διατίθεται στο εμπόριο. Ανταλλάσσουν μερικά από αυτά με πετρέλαιο από την Αμοργό. 
» Στην Δονούσα υπάρχουν μόνο μερικά φυτεμένα ελαιόδεντρα, που φυτεύτηκαν πρόσφατα και λίγα οπωροφόρα δέντρα.
» Υπολογίζεται ότι περίπου 600 κατσίκια στέλνονται προς πώληση στην Αθήνα πριν από το Πάσχα. Τα ψάρια, που αλιεύονται από 3-4 μικρά σκάφη κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού, καταναλώνονται στο νησί. Όσα ψάρια περισσεύουν διατηρούνται σε πάγο που φέρνει κάθε βδομάδα η Ευαγγελίστρια. Παστές σαρδέλες και αποξηραμένα ψάρια  στέλνονται στη Σαντορίνη.

Δέκα μήνες μοναξιά
» Δέκα μήνες το χρόνο η Δανούσα ζει μακριά από τον κόσμο. Τον χειμώνα η εξυπηρέτηση των πλοίων της άγονης γραμμής διακόπτεται πολλές φορές λόγω των καταιγίδων. Συχνά το νησί παραμένει δύο εβδομάδες χωρίς θαλάσσια σύνδεση και μόνο το ραδιόφωνο το συνδέει με τον έξω κόσμο
» Το καλοκαίρι, Ιούλιο και Αύγουστο,  έως 300 Δονουσιώτες από την Αθήνα επιστρέφουν στο νησί. Είναι η καλύτερη περίοδος. Τα ψάρια και τα λαχανικά βρίσκουν αγοραστές, ενοικιάζονται άδειες κατοικίες, εισάγουν από τη Νάξο κρέας, γαλακτοκομικά προϊόντα, ρετσίνα σε μπουκάλια, μπύρες και φρέσκο ψωμί. Η πώληση των κρεμμυδιών, τέσσερις μήνες μετά από αυτή των πασχαλινών αμνών, εισφέρει ένα πλεόνασμα μετρητών. Επειδή τα είδη είναι σπάνια στη Δονούσα αυτό το πλεόνασμα μετρητών καλύπτει βασικές ανάγκες κατά τη διάρκεια του χειμώνα, όπως ζάχαρη, καφέ, πετρέλαιο για φωτισμό, τσιγάρα. Οι μετανάστες Δονουσιώτες (μαστόροι, τεχνίτες, ναυτικοί) στην Αθήνα έχουν μέτρια οικονομική κατάσταση και τα χρήματα που στέλνουν στο νησί είναι ελάχιστα για να καλύψουν τις ανάγκες του χειμώνα.
» Μια αγροτική οικονομία που συνορεύει με την αυτάρκεια αντιστοιχεί στην απουσία βασικών ανέσεων: ηλεκτρικό ρεύμα, τρεχούμενο νερό, προβλήτα για να φιλοξενεί τα σκάφη και κανένα μηχανοκίνητο όχημα. 
»Το νησί δεν έχει γιατρό, χωροφύλακα, ακόμα και «ταχυδρόμο» (**). Έχει μόνο ένα παντοπωλείο. Το σχολείο άνοιξε γύρω στο 1920, αλλά το 56% των άνω των 45 ετών ήταν αναλφάβητοι το 1961. Οι μόνοι εγγράμματοι είναι οι παπάδες που προέρχονται από την Αμοργό, ο νεαρός δάσκαλος (ξένος κι αυτός) και ο γραμματέας της κοινότητας. 
» Οι ανεπαρκείς πόροι συνδυάζονται με την κοινωνική ισοπέδωση. Δεν υπάρχουν πλούσιοι άνθρωποι στο νησί και κανένας αγρότης δεν έχει πάνω από τριάντα στρέμματα καλλιεργειών. Ο κοινοτάρχης, τον οποίο συνάντησα να πατάει τα σταφύλια του, παίρνει 80 λίτρα κρασί από τον αμπελώνα του. 

Ο ψαράς Γιώργος Σκοπελίτης
» Ο Γιώργος Σκοπελίτης, 63 ετών, είναι ψαράς από την ηλικία των δώδεκα. Ασκεί το επάγγελμά του 150 μέρες το χρόνο, έχει δύο στρέμματα με αμπέλια, 80 ελαιόδεντρα και ένα μικρό περιβόλι. Η σύζυγός του δουλεύει  ένα καφενείο, του οποίου η καθημερινή είσπραξη εκτός εποχής δεν υπερβαίνει τις πενήντα δραχμές. Είναι η πώληση των ψαριών που επιτρέπει στον Σκοπελίτη την καταβολή των εισφορών στο ΤΕΒΕ, που θα του δώσει το δικαίωμα, όταν έρθει η ώρα, να συνταξιοδοτηθεί (1.500 δρχ. το μήνα). Ο κύριος πλούτος τους είναι τα έξι ενήλικα παιδιά τους, που όλα κατοικούν έξω από το νησί: ο μεγαλύτερος έχει έναν φαναρτζίδικο  στον Πειραιά, ο δεύτερος άνοιξε ένα εστιατόριο στη Νέα Υόρκη και πρόσφερε μια βοήθεια στον πατέρα του, τρεις θυγατέρες είναι παντρεμένες, μία από αυτές έχει καφενείο στη Νάξο και η τελευταία είναι λογίστρια στην Αθήνα. 

Βασίλης Πράσινος ψαράς και μαραγκός
» Όσο για τον εξηντάχρονο Βασίλη Πράσινο, αυτός μοιράζει τον χρόνο του ανάμεσα στο αμπέλι και τα κατσίκια του. Είναι ταυτόχρονα ένας ψαράς, ένας μάστορας και ένας ξυλουργός. Η σύζυγός του η Βαγγελιώ χειρίζεται τον αργαλειό και υφαίνει κουβέρτες. Έξι από τα παιδιά τους εγκατέλειψαν τη Δονούσα και ο τελευταίος, ένα δωδεκάχρονο αγόρι, τελειώνει το δημοτικό σχολείο.
Κάτω από αυτές τις συνθήκες, κανείς δεν είναι εντελώς άπορος στη Δονούσα. Μόνο λίγοι ηλικιωμένοι, που δεν είχαν ή έχουν χάσει τους απογόνους τους και πρέπει να ζήσουν με τη σύνταξη των αγροτών (300 δραχμές για ένα ζευγάρι) αντιμετωπίζουν πραγματική δυσκολία.

Βοσκοί και αγρότες από την Αμοργό
» Ο οικισμός της Δονούσας είναι σχετικά πρόσφατος. Σε αντίθεση με τα άλλα νησιά που βρίσκονται ανάμεσα στη Νάξο και την Αμοργό, δεν ανήκε ποτέ στο Μοναστήρι της Χοζοβιώτισσας της Αμοργού. 
» Πριν από δύο αιώνες, αγρότες και βοσκοί από την Αμοργό έβαλαν το πόδι τους στο νησί και έκαψαν τους θάμνους για να κάνουν χωράφια. Έρχονταν στην Δονούσα για τη χειμερινή σπορά, έφευγαν και επέστρεφαν για τη συγκομιδή.
Περί το 1830 η προσωρινή παραμονή Αμοργιανών έγινε μόνιμη, με την εγκατάσταση οικογενειών από την Αιγιάλη και τη Χώρα. Αυτοί, σύμφωνα με τα λόγια του παπά, ήταν οι αγωνιστές που εγκαταστάθηκαν στο νησί, και τους εκμεταλλεύθηκαν  οι έμποροι της Αμοργού. Παράλληλα με τους νησιώτες της Ηρακλειάς και της Σχοινούσας, οι οποίοι απελευθερώθηκαν από την κηδεμονία της μονής, οι Δουνουσιώτες απέκτησαν πλήρη κυριότητα στα εδάφη τους και απαλλάχτηκαν από την λαβή των εμπόρων. 

Ο πληθυσμός
»Η άφιξη το 1890 δύο σφουγγαράδων από την Σύμη και άλλων αποίκων από την Αμοργό και, στη συνέχεια, η ανακάλυψη ενός κοιτάσματος ψευδάργυρου του οποίου έγινε εξόρυξη μέχρι το 1920, επέτρεψαν στον πληθυσμό να υπερβεί το όριο των 200 ψυχών το 1920. Την εποχή εκείνη ξεκίνησαν οι μετακινήσεις στην Αθήνα και ο πληθυσμός σταθεροποιήθηκε μέχρι το 1940. 
» Το νησί  παρέμεινε μακριά από τον πόλεμο και στην διάρκεια της Κατοχής, ένα γερμανικό ταχύπλοο έκανε μια σύντομη και μοναδική εμφάνιση χωρίς συνέπειες. Οι Δονουσιώτες αποκόπτονται από τον κόσμο για τέσσερα χρόνια, καταναλώνουν σιτάρι, κατσίκια, ψάρια, μέλι, κρεμμύδια που δεν μπορούν να εξαχθούν, ενώ στη Σύρο πεθαίνουν από την πείνα. 
» Έτσι, παρά την επανάληψη της μετανάστευσης κατά την απελευθέρωση, ο πληθυσμός έφτασε τον μέγιστο αριθμό του το 1951, με αύξηση 28% σε μια δεκαετία, γεγονός που σημαίνει ποσοστό γεννήσεων πάνω από 40%. Από τότε η Δονούσα καταγράφει μια βίαιη πτώση, με απώλεια 45% του πληθυσμού της σε είκοσι χρόνια.
» Η Δονούσα μέχρι τον πόλεμο απέφυγε την εξωτερική παρέμβαση και διατήρησε το μεγαλύτερο μέρος της ζωτικότητάς της. Η μετανάστευση είναι αποφασιστική για τους νέους ενήλικες, με έντονη παρουσία μεταξύ 20 και 25 ετών και σοβαρές διαταραχές στα 45-50 χρόνια.
» Το 1971 στα στατιστικά του πληθυσμού η παρουσία ανδρών ηλικίας 20 έως 24 ετών είναι απατηλή: οι περισσότεροι από αυτούς κάνουν τη στρατιωτική τους θητεία. Επιστρέφοντας στο χωριό, θα φύγουν για την Αθήνα, όπου τα νεαρά κορίτσια ήδη έχουν πάει. Υπάρχουν μόνο 23 γυναίκες αναπαραγωγικής ηλικίας - για 41 ετών - και περίπου δεκαπέντε παντρεμένα άτομα ηλικίας μεταξύ 20 και 40 ετών. Κατά συνέπεια, η πτώση του ποσοστού γεννητικότητας συνεχίστηκε με επιτάχυνση, με ετήσιο μέσο όρο 1,4 γεννήσεων το 1966-70, σε σύγκριση με 6 το 1946-50.
» Από το 1961 έως το 1971 η μέση ηλικία αυξήθηκε από 30 σε 40 έτη. Για 10 νέους υπάρχουν 9 ηλικιωμένοι άντρες. Η Δονούσα είναι τώρα γεμάτη από ενήλικες κοντά στο κατώφλι της διακοπής της γονιμότητας και από τους ηλικιωμένους. Για τη χούφτα των νέων που παραμένουν, ο τομέας των πιθανών επιλογών είναι εξαιρετικά περιορισμένος. 
» Τα πληθυσμιακά δεδομένα των Δονουσιωτών του 1971 σίγουρα δεν διαφέρουν από αυτά των παρηκμασμένων χωριών της Αμοργού, των Κυθήρων, της Κεφαλονιάς και της Σάμου. Αλλά εδώ είναι μια απομονωμένη μονάδα, όπου η έννοια του δημογραφικού ελάχιστου παίρνει όλη της την επικαιρότητα για να απαγορεύσει μια πιθανότητα μακροχρόνιας επιβίωσης, εκτός από μια απίθανη μεταναστευτική διαδικασία
»Σήμερα οι παλιοί Δονουσιώτες που προσκολλώνται στη γη τους είναι οι τελευταίοι θεματοφύλακες ενός εγκαταλελειμμένου νησιού, το οποίο διατηρούν για τη νέα γενιά που είναι εγκατεστημένη στην Αθήνα. Η πρωτεύουσα, αφού στέρησε το νησί από τη γόνιμη ουσία του, διατηρεί την επιβίωσή του και την ενισχύει δύο μήνες το χρόνο. Κάποιοι νησιώτες έχουν ήδη πάρει τη συνήθεια να ξεχειμωνιάζουν στην Αθήνα. Όσοι δεν έχουν ζώα θα μείνουν από τα Χριστούγεννα μέχρι το Πάσχα με τα παιδιά τους. Η μέρα θα έρθει και δεν φαίνεται να αργήσει πολύ, που οι εθελοντές φύλακες της Δονούσας θα πεθάνουν και το νησί θα επανακτήσει στη συνέχεια την αρχική φύση του, γδαρμένο από δύο αιώνες ανθρώπινης κατοίκησης».
Αυτή η τελευταία πρόβλεψη του Κολοντνί δεν επαληθεύτηκε. Οι καιροί άλλαξαν και οι απόγονοι των σκληροτράχηλων εθελοντών φυλάκων της Δονούσας άλλαξαν και αλλάζουν την μοίρα του νησιού και της κατοίκησής του.

Ο τουρισμός
Είδαμε πιο πάνω το πως μια ομάδα βοσκών από την Αιγιάλη ενισχύθηκε και με άλλους Αμοργιανούς και δημιούργησαν, μέσα από μια βασανιστική πορεία, μία αυτάρκη και σκληροτράχηλη νησιώτικη κοινωνία. Όπως επισημαίνει ο Κολοντνί η Δονούσα δεν κατάλαβε την ιταλογερμανική κατοχή, έτσι απομονωμένη και αυτάρκης που ήταν.
Το πλεονέκτημα των Αμοργιανών που πήγαν στην Δονούσα είναι ότι κατοίκησαν και ημέρεψαν ένα ελεύθερο νησί, γιατί η Δονούσα δεν ήταν μετόχι της Χοζοβιώτισσας κι έτσι οι Δονουσιώτες μπορούσαν να καρπωθούν τους κόπους τους χωρίς να είναι υποχρεωμένοι να μοιράζονται τις σοδειές τους (αντί για ενοίκιο) με το μοναστήρι, όπως συνέβη για δεκαετίες με την Ηρακλειά και την Σχοινούσα.
Βέβαια, με τις βασικές ελλείψεις υποδομών του ελληνικού κράτους η κοινωνία της Δονούσας (όπως και η Αμοργός και τ’ άλλα νησιά), ήταν καταδικασμένη στον μαρασμό από την πληγή της ξενιτιάς.
Η αλλαγή άρχισε στην δεκαετία του 1970 και κυρίως μετά το 1980, όταν οι πολιτικές αλλαγές στην Ελλάδα δημιούργησαν το πλαίσιο για την δημιουργία υποδομών στην επαρχία και τα ξεχασμένα νησιά. Κι έτσι στους ξενιτεμένους που έρχονταν τα καλοκαίρια στο πατρογονικό τους νησί, προστέθηκαν και οι τουρίστες.
Στην αρχή δεν υπήρχαν καταλύματα που θα φιλοξενούσαν του τουρίστες κι έτσι η Δονούσα έγινε γνωστή σε Έλληνες και ξένους για την ευχέρεια που έδινε για ελεύθερη κατασκήνωση. Αυτή η φήμη την ακολουθεί μέχρι σήμερα. 
Με τον καιρό δημιουργήθηκαν τουριστικές υποδομές και σήμερα το νησί δεν έχει απλώς ενοικιαζόμενα δωμάτια αλλά και αξιόλογες οικογενειακές τουριστικές μονάδες. 
Έτσι, υπάρχει μια οικονομία στην Δονούσα που δεν βασίζεται στα επιδόματα και την καλοκαιρινή επίσκεψη των ξενιτεμένων παιδιών της. Η οικονομική ανάπτυξη δεν είναι ραγδαία, γιατί το νησί εξακολουθεί να βρίσκεται κάπως απομονωμένο στην ανατολική άκρη των Κυκλάδων, αλλά επιτρέπει σε αρκετούς νέους να μένουν στο νησί και να μην ξενιτεύονται. Και όχι απλώς μένουν αλλά δημιουργούν τον πολιτιστικό τους σύλλογο (Ποσειδών) και λειτουργούν τον διαδικτυακό Radio Donoussa τον χειμώνα.
Από τους Βασιλαράδες της παλιάς ελεύθερης (μη ενοικιαζόμενης από τους καλόγερους) Δονούσας έως τα σημερινά ενοικιαζόμενα δωμάτια, η πορεία της δονουσιώτικης κοινωνίας δεν ήταν (και σε ένα βαθμό δεν είναι) στρωμένη με ροδοπέταλα. Ήταν σκληρή, βασανιστική, πολλές φορές απάνθρωπη. Αυτό που δεν έλειψε όμως ήταν το αγωνιστικό πνεύμα. 
Ένα αγωνιστικό πνεύμα που φαίνεται να μην εγκατέλειψε ποτέ την Δονούσα…
Νίκος Νικητίδης

Πηγές:
[1] Οι ξένοι γράφουν για την Αμοργό, εκδ. Το Κάστρο της Αμοργού 2006.
[2] Ι. Κ. Βογιατζίδου «Αμοργός. Ιστορικαί έρευναι περί της νήσου», Αθήνα 1918.
[3] Ζ. Π. ντε Τουρνεφόρ, «Ταξίδι στην Αμοργό και τα νησιά της», εκδ. Το Κάστρο της Αμοργού 2006.
[4] Εκλογικός κατάλογοι Αιγιάλης 1887.
[5] Ευαγγελίας Δενδρινού - Καρακώστα, «Η λαϊκή κεντητική στην Αμοργό - από τα μέσα του 19ου αιώνα έως την περίοδο του Μεσοπολέμου», διδακτορική διατριβή, Ιωάννινα 1989).
[6] Εκλογικός κατάλογοι Αιγιάλης 1928.
[7] Εκλογικός κατάλογοι Αιγιάλης 1947.
[8] Παύλος Παλαιολόγος, «Έτσι ζουν στην Δονούσα», εφημερίδα Το Βήμα 14 Μαρτίου 1953.
[9] Emile Kolodny Un îlot en Egée : Donoussa (Mediterranee no 2 - 1973).


 

Παρασκευή, 9 Απριλίου 2021

Η Χώρα Αμοργού το 1787


Σχέδιο σε σέπια της Χώρας Αμοργού (View of the Town in the Isle of Amorgos) από τον Αυστριακό ζωγράφο  Ferdinand Bauer (1760-1826). Ο Μπάουερ ήταν ο ζωγράφος του Άγγλου βοτανικού J. Sibthorp, καθηγητή Βοτανικής στο πανεπιστήμιο της Οξφόρδης και δημιουργού της Flora Graeca, του πιο σπάνιου βιβλίου στον κόσμο. Ο Μπάουερ συνόδευσε το Σίθμπορπ στα ταξίδια του στην Ελλάδα το 1786-1787 και εκτός από φυτά σχεδίασε και ζωγράφισε πτηνά, ψάρια και τοπία.

Το σχέδιο της Χώρας Αμοργού πιθανότατα ολοκληρώθηκε στο Λονδίνο, μετά τα ταξίδια στην Ελλάδα, με βάση τον τρόπο εργασίας που είχε ο Μπάουερ: έκανε κάποια αρχικά σχέδια επί τόπου, τα οποία αργότερα χρωμάτιζε ή τελειοποιούσε στο Λονδίνο.

Πηγή: Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης "Bauer's Views".

Κυριακή, 21 Ιουνίου 2020

Τεύχος 49 ψηφιακό

Διανέμεται με ελεύθερη πρόσβαση, μέσω εγγραφής στην ομάδα του Face Book «Το Κάστρο της Αμοργού»
https://www.facebook.com/groups/1974904672634199/

Κυριακή, 27 Ιουλίου 2014

Νι και Ντρε, ένας χορευτικός σκοπός αποκλειστικά της Αμοργού

Η μουσική παράδοση της Αμοργού διατηρεί μια δική της βυζαντινοπρεπή φυσιογνωμία, με τις αναμενόμενες επιρροές από άλλους μουσικούς δρόμους του Αιγαίου. Αυτή η μουσική παράδοση ανατανακλάται και στους χορούς, όχι μόνο στον χορευτικό τρόπο και τα τσαλίμια αλλά και στην διαδοχή των χορών,  όπως αυτοί συγκροτούν τον «κάβο».

Ένας αποκλειστικά αμοργιανός χορευτικός σκοπός είναι το Νι και Ντρε. Χορεύεται συνήθως στα αποκριάτικα χειμωνιάτικα γλέντια, αλλά όχι μόνο. Ο χορός αυτός εντάχθηκε στην κυκλαδίτικη μουσικοχορευτική παράδοση και, τα τα τελευεταία χρόνια, τον βλέπουμε να χορεύεται και σε άλλα νησιά από τοπικά συγκροτήματα ή σε κεντρικές εκδηλώσεις στην Αθήνα σχετικές με τις εθνικές μας παραδόσεις.

Έχουμε την τύχη να έχει ανεβάσει στο Διαδίκτυο ο Βασίλης Κορφής την αυθεντική μορφή του χορού Νι και Ντρε από Γιαλίτες χορευτές σε κάποιο γλέντι. Φαίνονται καθαρά οι διαφορές του αμοργιανού γιαλίτικου χορού από τις ακαδημαϊκού ή τουριστικού τύπου εκδοχές του.

Μπορείτε να δείτε το αυθεντικό αμοργιανό Νι και Ντρε από την Γιάλη στον σύνδεσμο:

https://www.youtube.com/watch?v=FdMAxyCtNmM

Μια κάπως εκσυγχρονισμένη μορφή του μπορείτε να δείτε στον σύνδεσμο:

https://www.youtube.com/watch?v=Ky74Zii-ZWA

 Μια ακόμα εκδοχή από τον Σύλλογο Ναξιωτών Αγίων Αναργύρων:

https://www.youtube.com/watch?v=sgkHfpeaMfk

Άλλη μια κάπως τουριστικοποιημένη εκδοχή από το χορευτικό συγκρότημα του Δήμου Θήρας:

https://www.youtube.com/watch?v=zl5HIyBvyj4



Σάββατο, 7 Ιουνίου 2014

Ο Μανώλης Γλέζος γράφει για την Αμοργό



Δεν είναι εύκολο να διακρίνει κανείς ποια από τις δύο αισθήσεις, η όραση για η ακοή, πρωτοφανερώνεται κι έρχεται πρώτη στον άνθρωπο. Σίγουρα όμως η αφή τις ξεπερνάει όλες. Είναι η πρώτη που έρχεται και η τελευταία που φεύγει. Είναι ακόμα η μοναδική  που δεν έχει συγκεκριμένο όργανο στο ανθρώπινο σώμα. Η ακοή έχει τ’ αφτιά. Η όραση τα μάτια. Η μυρωδιά τη μύτη. Η γεύση το στόμα και τη γλώσσα. Η αφή δεν έχει ειδικό όργανο. Όλο το ανθρώπινο σώμα, στο σύνολό του, είναι το όργανό της. Η επαφή του ανθρώπου με τον περιβάλλοντα χώρο γίνεται δια της αφής. Με όλο το σώμα. Τον αόρατο άνεμο νιώθεις πάνω στο κορμί σου με την αφή. Το ίδιο και την αόρατη υγρασία και την ξηρασία. Το ίδιο και το κρύο και τη ζέστη. Όλα αυτά τα αόρατα, τα πιάνεις, τα αγγίζεις, τα νιώθεις, εφάπτεσαι μαζί τους με την αίσθηση της αφής. Την τραχύτητα και την απαλοσύνη, τη σκληρότητα και τη μαλακάδα, δεν τα βλέπεις, δεν τ’ ακούς, δεν τα οσμίζεσαι, δεν τα γεύεσαι. Τα αισθάνεσαι όμως και τα νιώθεις απόλυτα, ως τα μεδούλια του είναι σου, με την αίσθηση της αφής.

Δεν ξέρω πως αλλά αυτή την αίσθηση είχα όταν γνώρισα την Αμοργό. Ένιωθα να την αγγίζω, να την πιάνω, να την αισθάνομαι μ’ όλο μου το είναι, μ’ όλα τα κύτταρα του κορμιού μου.


Το σπίτι που γεννήθηκα στ’ Απεράθου της Νάξου, το πατρικό σπίτι, βρίσκονταν στο πιο ψηλό σημείο του Οικισμού. Στην Ψαρή Πλάκα. Κανένα σπίτι δεν βρίσκονταν τότες από πάνω μας. Μόνο το εκκλησάκι της Αγίας Παρασκευής. Από την πόρτα της αυλής του σπιτιού μας, πέρα, μακριά, μέσα από τα βουνά η θάλασσα και μες στη θάλασσα να αναδύεται η Αμοργός. Η πρώτη επαφή με τον άλλο κόσμο, το μακρινό κόσμο της φαντασίας, τον απόκοσμο.
Η πρώτη εικόνα από τα παιδικά μου χρόνια. Εικόνα ανεξίτηλη. Η πρώτη παιδική μνήμη, η πρώτη θύμηση από τα παιδικά χρόνια:


Η Αμοργός.

Όταν γυρνάω προς τα πίσω τις σελίδες της μνήμης, η πρώτη σελίδα που υπάρχει είναι η σελίδα της Αμοργού. Ίσως γιατί ήθελαν να δοκιμάσουν την ικανότητα της όρασης μου και μου ‘λεγαν: «Να η Αμοργός». «Τη βλέπεις της Αμοργό; Να την. Εκεί πέρα μακριά». 



Μπορεί, λοιπόν, όλη αυτή η έντονη διαδικασία να παραμέρισε κάθε άλλη εικόνα και εντυπώθηκε βαθιά στη μνήμη μου, ήταν η πρώτη και κυριαρχική. Ίσως, πάλι, γιατί περιέκλειε το άγνωστο, το φανταστικό, το ποθούμενο. Το όριο του γνωστού μου κόσμου, αλλά παράλληλα και τόσο μακρινού. Ίσως γι’ αυτό να μέριασε όλες τις άλλες μνήμες λαι να ‘μεινε η πρώτη και κυριαρχική. Θυμάμαι πολλά, άπειρα από την παιδική ζωή. Ένα πλήθος ολόκληρο από παραστάσεις.

 Αλλά η πρώτη παράσταση στη μνήμη είναι η Αμοργός. Η Αμοργός, λοιπόν, η πρώτη μνήμη. Αλλά και όχι μόνο αυτό. Η Αμοργός με την αίσθηση της αφής. Από την πρώτη γνωριμιά ως τη σημερινή. Όσες φορές και μ’ όποιον τρόπο κι αν την γνώρισα. Η Αμοργός ζει μέσα μου, υπάρχει μέσα μου, πρώτα και κυριαρχικά σαν αφή, αλλά και ως όραση, ως ακοή, ως οσμή, ως γεύση. Κι ακόμα ως γνώση κι ως ζωή. Ως ένα κομμάτι από τον εαυτό μου, ως μια δυνητική προέκταση του είναι μου.

Πριν καταφέρω να πάω στην Αμοργό, γνωρίστηκα μαζί της από τα βιβλία. Έμαθα τη γεωγραφία της, την ιστορία της, τα έθιμα και τις παραδόσεις της. Έμπλεος από ανάκατες γνώσεις για το πρώτο νησί που γνώρισα. Το έβδομο σε μέγεθος και το πιο μακρόστενο κυκλαδίτικο νησί, απλώνεται σε εκατόν είκοσι ένα τετραγωνικά χιλιόμετρα. Είχε στην Πρώτη Περίοδο του Κυκλαδικού Πολιτισμού δώδεκα οικισμούς με ακροπόλεις. Στη Μινωική Εποχή η Αμοργός βρίσκεται να είναι το κέντρο ίσως των Μινωιδών στις Κυκλάδες.


Όπως φάνταζε στα μου αυτό το βουνίσιο μακρυνάρι να αναδύεται μέσα από το θαλασσινόν ορίζοντα, το ίδιο και στο χάρτη. Αυτό το πολυσχιδές επίμηκες νησί, έμοιαζε να ορίζει στα νοτιοανατολικά το κυκλαδίτικο νησιωτικό σύμπλεγμα. Από τον Πάλο ώς τον Κρίκελο μια κορυφογραμμή. Μια πετραία έξαρση. Έδαφος ορεινό κατά βάση. Οχτακόσια εικοσιένα μέτρα η ψηλότερη κορυφή του Κρίκελου. Εκατόν εικοσιένα τετραγωνικά χιλιόμετρα η έκτασή της, εκατόν δώδεκα χιλιόμετρα η περίμετρός της. Είκοσι χιλιόμετρα το μήκος της και από δυόμισι έως οχτώμισι μόνο χιλιόμετρα το πλάτος.


Όλη η νότια πλευρά απόκρημνη. Χωρίς αμμουδιές, χωρίς κόλπους. Το Αμμούδι μόνο στα δυτικά, μια υποψία αμμουδερού γιαλού, και ο Μέγας Λιμνιώνας – κατ’ ευφημισμό, για να τονίσει με την μικροσκοπική του ύπαρξή την ανυπαρξία όρμων στη νότια πλευρά του νησιού.


Αντίθετα η βορεινή πλευρά είναι γιομάτη όρμους και ορμίσκους, κόλπους και κολπίσκους. Από τον όρμο της Καλοταρίτισσας ως τον κόλπο της Αιγιάλης, παντού τα πλεούμενα θα βρουν καταφύγιο και οι κολυμβητές αμμουδιές να κολυμπήσουν. Αλλά θα δουν και βουρκάρια ν’ αφήνουν το γόνο τους τα ψάρια. Ένας χάρτης με τα ψάρια και τους ψαρότοπους της Αμοργού υπήρξεν από τα πιο πολύφιλα αναγνώσματά μου. Για ώρες με μαγνήτιζε κι άνοιγε τα φτερά της φαντασίας μου στους παραμυθένιους κόσμους του βυθού.


Αμοργός – Αμολγός, Μινώα τα ονόματα. Ψυχία, Παγκάλη, Καρκησία τα προσωνύμια.
Κυκλαδικός Πολιτισμός με οικισμούς πολλούς, ειδώλια, εκλεπτυσμένα κτερίσματα που καταπλήσσουν. Αρκεσίνη – Μινώα – Αιγιάλη. Τρεις πόλεις. Τρεις ιστορικές εποχές μαζί σε κάθε πόλη, αντιπροσωπεύουν την Αμοργό, συγκροτούν την Κοινοπολιτεία των Αμοργίνων.
Γεωμετρικοί – Αρχαϊκοί – Κλασικοί Χρόνοι – Ελληνιστική Περίοδος: Θέατρο – Γλυπτά – Ελληνιστικοί Πύργοι. Βυζαντινοί Χρόνοι – Φραγκοκρατία – Τουρκοκρατία: Εκκλησιές- Μοναστήρια.


Οι αέρινες άσπρες πινελιές στη φαιά αμοργιανή γη. Με κορωνίδα τη Μονή της Χοζοβιώτισσας κι απόκοντα ο Άϊ-Γιώργης ο Βαλσαμίτης με το Υδρομαντείο. Η Κοινότητα Αμοργού. Οι αμοργινοί χιτώνες να τονίζουν τη θηλυκότητα των πιο ωραίων γυναικών της Ανατολής από την αρχαιότητα ως σήμερα. Τις υμνεί ο Αριστοφάνης στη Λυσιστράτη.

Οκτώβρης μήνας. Βράδυ χωρίς φεγγάρι. Οι ψαράδες έχουν παρακαλέσει τις νοικοκυρές να μην ανάψουν φως στα σπίτια τους. Έχουν ξεκινήσει από τα Κατάπολα για να βρουν την παλαμίδα, μέσα στη φυσική και ανθρωπογενή συσκότιση. Με τις μηχανές να δουλεύουν αργά – στο ρελαντί – τα ψαροκάικα προχωρούν παράκτια, σύντοιχα-σύντοιχα στην ακτή. Ορθός ή και μπρούμυτα στην πλώρη ο πιο έμπειρος ψαράς, ο παρατηρητής, έχει βυθίσει τα μάτια του μες στη θάλασσα και τα σκοτάδια της.


Τα κοπάδια οι παλαμίδες έχουν κουρνιάσει σε μεγάλες κοιλότητες, σε θαλασσινές γούβες – ανάλογα με το μέγεθος του κοπαδιού – και κοιμούνται.


Ο παρατηρητής δε μπορεί να δει το κοπάδι. Η μαύρη ράχη της παλαμίδας χωνεύεται μες στο μαύρο της νύχτας και μες στα σκοτάδια του πυθμένα της θάλασσας και δεν διακρίνεται. Ο παρατηρητής όμως έχει βυθίσει τα μάτια στη θάλασσα και περιμένει. Τι περιμένει; Περιμένει, όπως ο ίδιος λέει, μήπως καμιά παλαμίδα δει κάποιο κακό όνειρο κι αναταραχτεί και γυρίσει ανάσκελα ή έστω λίγο στο πλάι κι η ασημένια κοιλιά της δείξει πρόσωπο. Τότε το έμπειρο μάτι του ψαρά, που δεν πρέπει να κάνει σύγχυση ούτε με κάποιο σπασμένο γυαλί στον πάτο της θάλασσας ούτε με κάποιο χρυσόχαρτο, θα δει την ασημένια πλευρά της παλαμίδας και θα φωνάξει.


Ο καπετάνιος αμέσως θα διατάξει το μηχανικό να φουλάρι τη μηχανή και το πλήρωμα θα ρίξει τα δίχτυα καθώς ο ίδιος με τη λαγουδέρα στο χέρι θα πάρει βόλτα το καΐκι γύρω από το υποτιθέμενο κοπάδι με τις παλαμίδες. Η παρατηρητικότητα του παρατηρητή ψαρά κι η δεξιοτεχνία του καπετάνιου θα φέρουν το προσδοκούμενο αποτέλεσμα. Αλλιώς, μιαν αβλεψία και μιαν ατζαμοσύνη θα φέρουν πίσω τα δίχτυα άδεια. Όχι μόνον ο σιρόκος, αλλά και η αδεξιότητα δίνει στα χέρια των ψαράδων τα δίχτυα άδεια.


Οι παλαμίδες όμως ψαρεύονται και την ημέρα. Τα ίδια και πάλι. Το ψαροκάικο προχωρεί πάνω στο ατλάζι της θάλασσας με τη μηχανή αργά, στο ρελαντί. Κι όλοι  οι ψαράδες ξεψαχνίζουν με τα μάτια τους ανοιχτούς ορίζοντες.


Το φως παίζει με τα κύματα, σχηματίζει άπειρους συνδυασμούς από αντικαθρεφτίσματα. Μέσα σ’ αυτή την εκτυφλωτική έξαρση της ηλιοφάνειας σχηματίζονται θαλασσινοί ποταμοί και θαλασσινά αλώνια. Στους θαλασσινούς ποταμούς, στα θαλασσινά ρέματα, τρέχουν μαζί το φως και τα νερά και χάνονται στον απέραντο πόντο. Ένα αμάγαλμα από ασήμι, γάλα, ιώδιο παίζει με το φως του ήλιου. Στα θαλασσινά αλώνια το φως και τα νερά σμίγουν. Λικνίζονται από την τρίαινα του Ποσειδώνα και αιωρούνται μ’ ένα ξέφρενο πάθος αιγαιοπελαγίτικης έντασης. Σα να έσπασε μια σφαίρα φως και σκορπούσε τα κομμάτια της. Καθώς έπεφταν μέσα στα θαλασσινά νερά και τα ράντιζαν, τα ανατάρασσαν και σχημάτιζαν φουσκάλες που ιρίδιζαν το φως, τα εκτίνασσαν και ξεπήδαγαν άπειρες σταγόνες που διαχέονταν στα ασπρογάλαζα χείλη του αλωνιού. Αχνίζει φως η θάλασσα.


‘Όταν αυτός ο οργασμός φωτός, θάλασσας κι ουρανού, επιμένει να εξάπτεται και να σχηματίζει ένα σταθερό αλώνι, τότε η «θάλασσα βράζει», λένε οι ψαράδες. Γιατί τα αφρόψαρα ανεβαίνουν από τα βάθη ν’ αναπνεύσουν αέρα και να πάρουν οξυγόνο. Μπορεί και να τα κυνηγάνε τα δελφίνια και να πολεμούν να γλυτώσουν βγαίνοντας έξω από το νερό. Δικό τους, πάντως, έργο η φούσκωση της θάλασσας, το αλώνι της άχνας του φωτός.


Μόλις οι ψαράδες πιάσουν με το μάτι τους να «βράζει η θάλασσα», τρέχουν προς τα κει. Φουλάρουν τις μηχανές και κυκλώνουν με τα δίχτυα το κοπάδι τις παλαμίδες. Δεν είναι εύκολο, βέβαια, από τα πριν να εκτιμήσουν, από τη φουσκωσιά της βράσης της θάλασσας, το μέγεθος του κοπαδιού. Μόλις όμως αρχίζουν να τραβάνε τα δίχτυα έχουν υπολογίσει κιόλας πόσες ψαροκασέλες θα γεμίσουν. Μπορεί, αν είναι τυχεροί, να φτάσουν τις εκατό, τις διακόσιες. Αν όμως δεν είχαν τη δωρεά του θεού εκείνη τη φορά, μπορεί και να ‘φταναν μόνο τις δέκα ψαροκασέλες. Ας είναι, του κυνηγού και του ψαρά το πιάτο δέκα φορές είν’ αδειανό και μια φορά γεμάτο.


Ανάμεσα στον Μάη που κατεβαίνει η παλαμίδα από τη Μαύρη Θάλασσα και τον Οκτώβρη που έρχεται από τις εκβολές του Νείλου, περνά από το Αρχιπέλαγος κι ανεβαίνει για πάνω, δεν υπάρχει διαφορά. Μερικοί όμως υποστηρίζουν πως τον Οχτώβρη είναι πιο εύκολο να γεμίσεις τις ψαροκασέλες.

Αυτές τις ιστορίες αναχάραζαν εκείνο το μουντό πρωινό του Σεπτέμβρη οι Αμοργιανοί ψαράδες στο παραλιακό καφενείο, στα Κατάπολα, περιμένοντας να ‘ρθει ο Οκτώβρης για το ψάρεμα της παλαμίδας. Η άχνα από τις μνήμες, η άχνα από τα κορμιά, νότιζε τα πάντα. Ήταν ακόμα πηχτό σκοτάδι και μέσα από τα χνωτισμένα τζάμια του καφενείου δεν έβλεπες τίποτα.
Αν άνοιγες την πόρτα, η παχιά αποκαλοκαιριάτικη υγρασία σου ‘φραζε τα πνεμόνια και βαριανάσαινες. Αυτήν όμως την υγρασία, το πούσι, το περιμένουν τόσο πολύ οι Αμοργιανοί κι οι Αναφιώτες, οι Σαντορινιοί και οι Νιώτες, οι Θηρασιανοί κι οι Μηλιοί, να νοτίσει τα κλήματα. Να ρουφήξουν τα αμπελόφυλλα κι οι ρώγες του σταφυλιού την πρωινή δρόσο, το υγροσκοπικό νερό, για να χοντρύνουν οι ρώγες κι να ‘ρθει η ώρα της βεντέμιας, το πανηγύρι του τρυγητού. 


Οι ιστορίες των ψαράδων, όλη εκείνη η φοβερή αμάχη με τα θαλασσινά στοιχειά, σε μαγνητίζουν σαν το γλυκό σαντορινιό κρασί, το βισάντο, βάλσαμο στα χείλη και χαύνωση στο νου. Δε φιλιώνεις εύκολα με τη θάλασσα. Ό,τι λες και τη γνώρισες, ό,τι λες και τα φτιάξατε, σου κακιώνει. Έτσι, αναπάντεχα, μέσα στη γαλήνη της πιο μεγάλης φιλίας, σου χολιάζει. Οι γαλάζιες επιφάνειες γίνονται μπλάβες, μαύρες, κατάμαυρες από το κακό τους και τη μάνητά τους, Θεός φυλάξοι. Γι’ αυτό κι οι ιστορίες με τρικυμίες, με φουρτούνες και ναυάγια, δεν έχουν θέση στα ράφια της μνήμης μου. Τις αποφεύγω. Κι αν δεν μπορώ, τις καταχωνιάζω στα ίμπυθα, στα κατάβαθα του νου μου.
Προτιμώ τις ιστορίες με τα ψάρια. Πως κυνηγάει τα χταπόδια η φώκια; Το χταπόδι αμύνεται με τα πλοκάμια του να βουλώσει τη μούρη και τα ρουθούνια της φώκιας. Που να ξέρει το δόλιο πως μέσα στο νερό δεν αναπνέει η φώκια και πως από μόνη της έχει κλείσει τα ρουθούνια της. Ποτέ δεν ακούστηκε από τον πόλεμο αυτό να βγει νικητής το χταπόδι. Πάντοτε η φώκια νικάει το χταπόδι. Κι αν καμιά φορά ξεφύγει και χωθεί στο θαλάμι του, αλίμονό του αν δεν είναι σε ριζιμιό βράχο. Αν τύχει κι είναι σε φερτή πέτρα από κάτω, η φώκια θα την ανασηκώσει και θα πιάσει το χταπόδι. Όπως φαίνεται, είναι η πιο καλή λιχουδιά της.


Είναι περίεργο, Τα ψάρια και το ψάρεμα τα έχω ταυτισμένα με την Αμοργό. Παρόλο που προσωπικά έχω ψαρέψει σ’ όλα τα Κυκλαδονήσια. Από τα Γαυριονήσια της Άνδρου έως κάτω στο Νοτιά, κάτω από την Ανάφη. Μόνος και με παρέα. Κι από την ξηρά και στη θάλασσα. Με παραγάδι, με πετονιά, με καθετή, με δίχτυα. Και παρόλο που έχω ψαρέψει με κουφονησιώτικα καΐκια μερόνυχτα ολόκληρα. Οι Κουφονησιώτες μού ‘μαθαν όλα τα μυστικά της ψαρικής. Μαστόροι στο ψάρεμα.


Κι όμως, όταν μου ‘ρχονται στο νου τα ψάρια, έρχεται κι η Αμοργός. Κι όταν θυμάμαι την Αμοργό, έρχονται στη μνήμη τα ψάρια. Ίσως γιατί η πρώτη εικόνα του μακρινού κόσμου για μένα ήταν η Αμοργός που ‘βγαινε από τη θάλασσα και γιατί τα ψάρια ζουν στη θάλασσα. Η συνειρμική αλυσίδα Αμοργός – θάλασσα – ψάρια απόκτησε αδιάσπαστους κρίκους. Ίσως γιατί είχα βρει έναν χάρτη της Αμοργού, που σημείωνε όλους τους ψαρότοπούς της και τα είδη των ψαριών της. Ίσως γιατί όταν πρωτοβγήκα στην Αμοργό, στα Κατάπολα στο παραλιακό καφενείο, οι πρώτες κουβέντες που άκουσα ήταν ιστορίες για τα ψάρια. Ίσως γιατί το πρώτο απολίθωμα που γνώρισα ήταν ψάρι, στη βιβλιοθήκη του Εμμ. Ιωαννίδη στη Χώρα της Αμοργού. Ίσως γιατί είδα τα δελφίνια να κυνηγάνε τις παλαμίδες.


Ήταν ένα υπέροχο απόγιομα. Οι μελιχρές εκείνες ώρες της γαλήνιας κυκλαδίτικης μέρας, που η ημεράδα τα’ απόβραδου σταλάζει μέσα σου με τη γλύκα της θάλασσας, την ηρεμία της ψυχής.
Από τη Χώρα της Αμοργού οδοιπορούσα στο μονοπάτι προς το Μοναστήρι της Χοζοβιώτισσας. Το μονοπάτι που φοβήθηκε να διαβεί κάποια τύραννος, ξένος γόνος, γυναίκα βασιλιά της χώρας. Μπροστά ο απέραντος πόντος, ακύμαντος. Τις βαθυγάλαζες επιφάνειες διέτρεχαν τα ανοιχτόχρωμα γαλάζια θαλασσινά ρέματα. Η θάλασσα, ο ουρανός ο ανέφιαστος, προμηνούσαν μιαν αξέχαστη, εξαίσια δύση.


Βιαζόμουν να φτάσω στο Μοναστήρι, να χαρώ από κει το λιοβασίλεμα. Μα δε μ’ άφηνεν η πλανεύτρα θάλασσα. Κάθε τόσο σταμάταγα. Άνοιγα τα χέρια να την αγκαλιάσω. Να χαρώ την ομορφιά της. Να γητευτώ από τα μάγια της ως μέσα βαθιά, στα μύχια του είναι μου. Όλες οι αισθήσεις σ’ έξαψη. Κάθε κύτταρο ανοιχτό, ευπρόσδεχτο σ’ αυτό που χάριζαν η πετραία γη, ο αιθέρας, η θάλασσα καθώς ξεπροβόδιζαν τον ήλιο στο μακρινό του ταξίδι κα του τραγουδούσαν κα του χόρευαν και τον έραιναν με φωτερά στεφάνια.


Στάθηκα ν’ αποκουραστώ, κοντά στο Μοναστήρι, πριν πάρω τον δρόμο της ανηφοριάς που θα μ’ έφερνε σ’ αυτό. Στράφηκα προς τη θάλασσα κι η ματιά μου περιδιάβαζε την απεραντοσύνη του πελάου.


Να θωρείς τη θάλασσα από τριακόσια μέτρα ύψος. Από μόνο του είναι μαγεία. Μια οριζόντια επισκόπηση κουράζει πάντα τα μάτια για τη δυσκολία να διακρίνεις στα αχανή βάθη του ορίζοντα. Χάνεσαι μέσα σ’ εκείνα τα ατελεύτητα μακρινά σύθαμπα όπου σμίγει η θάλασσα κι ο ουρανός. Η επισκόπηση όμως ψηλά σου δίνει άλλη αίσθηση. Είναι σα να ε΄χεις όλον εκείνο τον κόσμο δικό σου, μέσα στα όρια της εμβέλειας της όρασής σου. Σα να τον έχει βάλει σ’ ένα πιάτο, μέσα στις φούχτες σου. Η γαλήνια βραδιά, που ‘χε θαλασσινή μορφή κι ασπρογάλαζο χρώμα, έμεινε ασάλευτη. Δεν τη ρυτίδιαζε ούτε η παραμικρή πνοή ανέμου κι ούτε η δική μου τρικυμισμένη σκέψη.
Ξάφνου φάνηκε μια φουσκωσιά. Ένα σκούρο σημάδι μες στο γάλα της θάλασσας. Ένα κυκλικό σχήμα με σκούρο χρώμα. Ξεκίνησε από ανοιχτά κι έρχονταν προς τη στεριά. Μου φάνηκε παράξενο, αλλόκοτο πράγμα μέσα σ’ εκείνη την απόλυτη γαλήνη, τη νηνεμία. Στην αρχή μού πέρασε από το νου μήπως ήταν σύννεφο. Σήκωσα το κεφάλι προς τ’  αψήλου. Όχι. Ούτε ίχνος από νέφαλα. Η γαλήνη η θαλασσινή αντικαθρεφτίζονταν στον ουράνιο θόλο. Κι είχεν η ατμόσφαιρα μια διαύγεια πιότερη κι από την ορεία κρύσταλλο. Διαμάντι.


Τότες τι να ‘ταν; Όλα ήρθαν ανάκατα στο μυαλό μου και το θόλωσαν πιο πολύ. Φάλαινες, Τρίτωνες, θαλάσσιοι ελέφαντες, Νηρηίδες.


Η σκουρωσιά προχωρούσε με ταχύτητα ρπος τη στεριά. Έμοιαζε τώρα μια γιγαντιαία μέδουσα, αλλά με σκούρο χρώμα. Σαν ένα πελώριο σφουγγάρι. Αν ήταν δυνατόν!!! Η θολούρα αυτή ήταν στρογγυλή μπροστά, αλλά καθώς έρχονταν προς τη στεριά διέκρινα πίσωθέ της μιαν υποψία ουράς διχαλωτής, σαν του χελιδονιού.


Σε μικρήν απόσταση από τη στεριά, κοντά στους αναρίθμητους σκοπέλους, διχάστηκε στη μέση. Η μισή έστριψε, πήγε ανατολικά, κι η άλλη μισή δυτικά. Κι οι δίδυμες ουρές, ό,τι διακρίνονταν, πέρασαν ανάμεσα στη δίαυλο που άφησεν η θολούρα μόλις χωρίστηκε στα δύο, και ξενερίστηκαν. Βγήκαν έξω στη στεριά, στη στενή αμμουδερή παραλία που σχηματίζονταν σύρριζα στο βράχο κάτω από το Μοναστήρι της Χοζοβιώτισσας. Τα δυο κομμάτια της θολούρας σκορπίστηκαν και χάθηκαν ανάμεσα στους σκοπέλους της παραλίας.


Στεκόμουν εμβρόντητος από το θέαμα και παρακολουθούσα τη διάλυση του σκοτεινού όγκου, την εξαφάνισή του. Έχασα και τις δυο «ουρές».
Τι να ‘ταν άραγε;


Κανένας πελώριος όγκος από φύκια που τα ξερίζωσε ο σιρόκος από τα έγκατα της θάλασσας και τα ξέρασε στη στεριά; Μα δε φύσαγε νοτιάς. Αντίθετα, το βοριαδάκι κανοναρχούσε τα πλεούμενα.


Τι να ΄ταν;


Καμιά πελώρια κηλίδα πετρελαίου; Αλλά πάλι νοτιάς δεν φύσαγε. Πως ήρθε έτσι ξαφνικά και πώς διαλύθηκε το ίδιο γρήγορα; Μήπως ήταν κανένα θαλάσσιο κήτος; Καμιά φάλαινα; Αλλά και πάλι το «σκαρί» του σκοτεινού όγκου δεν ήταν το σκαρί της φάλαινας. Και πως διαλύθηκε έτσι απότομα;
Κανείς άλλος δεν είχε το φαινόμενο. Καθώς το διηγιόμουνα και περιέγραφα τις φάσεις του, με θωρούσαν περίεργα. Δε με πίστευαν. Αυτό βέβαια έχει συμβεί πολλές φορές στη ζωή μου. Είναι δύσκολο να παρακολουθήσεις τις ακροβασίες στα μεγάλα οράματα. Γι’ αυτό και η επωδός: «Για σώπα δα», «Γύρευγε τη δουλειά σου», μου ήταν πολύ οικεία.


Αλλά αυτή την φορά δεν ήταν όραμα, ήταν ένα φυσικό φαινόμενο. Ή μήπως ήταν κι αυτό πλάσμα της αχαλίνωτης φαντασίας μου; Ποιος ξέρει; Πήγα να τρελαθώ, περισσότερο καθώς έβλεπα τη δυσπιστία να ζωγραφίζεται στα πρόσωπα των συνομιλητών μου. Η δυσπιστία υψώνει τείχη, χαράζει ανεπικοινωνιακά όρια, κλείνει τις πόρτες της επαφής. Είναι χειρότερη από την οργή. Ένα οργισμένο πρόσωπο σε καλεί έστω σε αμάχη. Ένα δύσπιστο πρόσωπο όμως σε απωθεί, σου απαγορεύει την όποια προσέγγιση.


Κανένας εγκάτοικος ή επισκέπτης του Μοναστηριού δε μού ‘λυσε το πρόβλημα, ούτε βρέθηκε κάποιος στη Χώρα να με διαφωτίσει.


Στα Κατάπολα όμως, οι ψαράδες άρχισαν να με ρωτούν ποια ώρα το είδα και πόσο μεγάλο ήταν το κοπάδι. «Ποιο κοπάδι;» ρώτησα απορημένος. «Το κοπάδι οι παλαμίδες», μου απάντησαν και μου εξήγησαν πως αυτή η θολούρα που είδα ήταν ένα κοπάδι παλαμίδες που τις κυνηγούσαν δελφίνια – οι δυο ουρές που είδα – και για να ξεφύγουν έτρεξαν προς την ακτή και σκορπίστηκαν αριστερά και δεξιά στα βράχια. Τα δελφίνια στο κυνηγητό απάνω, και μη μπορώντας να ελιχθούν μέσα στους σκοπέλους, ξενερίστηκαν υποχρεωτικά πάνω στην αμμουδιά.


Οι παλαμίδες είναι αφρόψαρα μεταναστευτικά. Περνούν δυο φορές το Αιγαίο. Μια όταν ανεβαίνουν από τις εκβολές του Νείλου προς τον Εύξεινο Πόντο και μια όταν κατεβαίνουν.



Γνώρισα τα πιο παράδοξα γεωλογικά φαινόμενα και τις πιο αντίθετες κλιματολογικές συνθήκες.
Ένιωσα την καυτή ανάσα της ερήμου στη Δυτική Σαχάρα, στη χώρα των νομάδων Σαχράουι. Συνάντησα τα καραβάνια των Βεδουίνων με τους ίσκιους απ’ τις καμήλες τους να πλανώνται γίγαντες πελώριοι στο αντικαθρέφτισμα των ανοιχτών οριζόντων.


Ένιωσα τη ζαλάδα που φέρνει η έλλειψη οξυγόνου στην αναρρίχηση προς την υψηλότερη κορυφή του Αίμου, στο Μουσαλά (Μους Αλάχ=Κοντά στο Θεό).
Θαμπώθηκα από το φέγγος του χιονιού στα υψίπεδα των Άλπεων.


Άκουσα στα νερά του Νείλου του πάπυρους να μουρμουρίζουν τα τραγούδια των αιώνων.
Υπόφερα από δίψα, διασχίζοντας τις ερήμους στην Ιορδανία και στο Ιράκ.
Το κρύο περόνιασε ως και το μεδούλι των κοκάλων μου στις αβασίλευτες καλοκαιρινές νύχτες στο Μουρμάνσκ, πάνω από τον τροπικό του Καρκίνου, κοντά στο Βόρειο Πόλο.
Ένιωσα τη σμικρότητα του ανθρώπου στις οροσειρές του Καυκάσου.
Μούλιασαν όλα τα κύτταρα του κορμιού μου μέσα στη ζούγκλα, στον τροπικό της Κούβας.


Έμεινα κεχηνώς μπροστά στα Μετέωρα, κι ο καταρράχτης στην Έδεσσα μ’ ανατρίχιασε.
Προσκυνητής του μεγαλείου του φαραγγιού της Σαμαριάς, ψηλάφησα κάθε πτυχή της γήινης εσθήτας.
Με κυρίευσε δέος όταν αντίκρυσα τον κρατήρα της Σαντορίνης.


Στα αετοράχια της Πίνδου, πήραν οι αετοί τα όνειρά μου και τα ‘καναν ανεφταόρατα.
Θαύμασα τις θαλασσινές σπηλιές στη Δονούσα και στη Μήλο.


Στις Πρέσπες γαλήνεψε η τρικυμία του άγχους μου για τους ανθρώπους μαζί με τα δάση από τις οξιές που βυθίζονται στα ήρεμα νερά τους.


Μέσα μου τυπώθηκαν όλες οι γήινες ξωθιές από τα σπηλιάδια κι όλες οι ανεραίδες των ποταμών και της θάλασσας, έντονα, βαθιά, ανεξίτηλα.


Κι όμως η ειδή της Αμοργού, καθώς αναδύεται στο βάθος του ορίζοντα, μέσα στο σύθαμπο της μνήμης μου, είναι μοναδική. Αμοργός, το πρώτο όραμα της ζωής μου. Αμοργός, το όραμα της απόδρασης από την καθυστηκυίαν τάξιν. Αμοργός, η ελπίδα μου στις μακρινές φυλακίστικες ώρες μου, να ξαναδώ τη θωριά σου στο πάθος που φλογίζει την ανατολή του ήλιου.


* από το βιβλίο του Μανώλη Γλέζου «Η συνείδηση της πετραίας γης - Κυκλαδογραφίες»

Τετάρτη, 12 Μαρτίου 2014

Η γιαλίτικη μαντινάδα όπως την τραγουδούν στην Κάλυμνο

Η γιαλίτικη μαντινάδα σε καλύμνικη εκδοχή ως καθιστικού σκοπού από την μοναδική ερμηνεύτρια των τραγουδιών της Καλύμνου, Κατερίνα Μακαρούνα και τον γαμπρό της, Μιχ. Γλυκοκάλαμο. Είναι χαρακτηριστική η αλλαγή της τονικότητας από τα όργανα για τη διευκόλυνση της αντρικής φωνής στο δεύτερο μισό του τραγουδιού. Στο βιολί κελαηδάει ο Κωνσταντίνος Κίκιλης ακριβώς στα πατήματα των παλαιών βιρτουόζων στο παραδοσιακό κούρδισμα (λεβά). Λαούτα,ο Θανάσης Κορφιάς και ο Παναγιώτης Κίκιλης. Από τη ζωντανή εκπομπή του Νίκου Σδρέγα "Λες και ήταν χθες" στην τηλεόραση "Αιγαίο TV".

http://www.youtube.com/watch?v=hWPiwejOOrg