Οι φίλοι του μπλοκ

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 28 Οκτωβρίου 2011

Παραδοτική πράξις του Μεγάλου Νικολάου, 1593

Του αγίου Νικολάου εις το Καμάρι

Εις αφηγ’ μηνός οκτωβρίου και ημέρα κυριακή θέλουν οι αδελφοί του μεγάλου Νικολάου οπού εδώκαν ψυχικόν εις τον ναόν του αγίου με κάθε των όρεξιν και παραδίδουν τον της Παναγίας της Χοζοβιώτισσας να μνημονεύωνται αυτοί και οι γονέοι τως και να έχουν και την έννοιαν της εκκλησίας να εορτάζουν τον ναόν του μεγάλου Νικολάου οι πατέρες, να είναι το μετόχι των πατέρων από τα σήμερον και οι αδελφοί οπού εδώκαν το ψυχικόν

παπά Αντώνης νομικός με την πρεσβυτέραν του
Μακάριος Καλούδης
παπά Αντώνης Πάσαρης
διάκος Γυλάρδος
Νικόλας Σκαρλάτος
Ιωάννης Σκαρλάτος
Μαρία του Μαυροϊωάννου
Ειρήνη του Κρητικού
Κώστας Χαροκόπος
Άννα του Ψευδού
Καλή του Ψευδού
Δημήτρης Παγκράτης με την γυναίκαν του
Νικήτας Θεολογίτης
παπά Μιχάλης Μεντρινός
Μιχάλης Βλαβιανός
Καλή του Πατέρα
Μακάριος νομικός
Μάρκος Ψευδός

Παρασκευή 14 Οκτωβρίου 2011

Η Αγία Παρασκευή και η τοπική παράδοση

Ο ναός της Αγίας Παρασκευής με φόντο το νησάκι της Γραμβούσας και τη Νάξο στο βάθος

Άη μου Γιώργη του Νησιού, Σταυρέ μου απ' τη Ντοvούσα
Κι Αγία μου Παρασκευή πούσαι στα Παραδείσια

Πολλές φορές τ' ακούμε αυτό το δίστιχο! Πολύ ξακουστές είναι αυτές οι τρεις εκκλησίες στο νησί μας και στα γύρω μικρόνησα. Πολλές παρακλήσεις γίνονται, πολλά ταξίματα.
Εμείς έχουμε την ευτυχία να έχουμε στην περιφέρειά μας την Αγία Παρασκευή, που σήμερα μπορεί να πει κανείς πως είναι το μεγαλύτερο προσκύνημα της Αμοργού. Στη Χάρη της, που γιορτάζεται στις 26 Ιουλίου, έρχονται προσκυνητές απ' όλη την Αμοργό κι ακόμη απ' τα γύρω νησιά. Γίνεται τότε μεγάλο πανηγύρι.

Αλλά γι' αυτό θα πούμε σε άλλο μας σημείωμα.

Στο σημερινό μας σημείωμα θα γράψουμε λίγα λόγια για την τοποθεσία που βρίσκεται η εκκλησία της Μεγαλόχαρης και για την Ιστορία της ευρέσεως της Αγίας εικόνος. Και να τι έχουμε να σας πούμε γι’ αυτά:

Η τοποθεσία "Παραδείσια» βρίσκεται στο Δυτικό μέρος του νησιού μας. Ανήκει στην περιοχή της Κοινότητός μας που λέγεται «Κολοφάνα». Είναι ένας μικρός όρμος. Εκεί αράζουν σήμερα τις βάρκες τους οι ψαράδες της Κάτω Μεριάς. Εκεί κοντά είναι και ο όρμος «Δημητριές». Ζητήσαμε πληροφορίες για την Ιστορία, για την ονομασία αυτού του μέρους. Και μας είπαν τα εξής:

Τα παλιά χρόνια βασίλευε στην περιφέρεια του γειτονικού χωριού «Κολοφάνα» ο βασιλιάς Κολοφώνας.

Ο βασιλιάς αυτός και η γυναίκα του η Δήμητρα ήταν ξακουστοί σ' όλα τα γύρω μέρη για την αγάπη που είχαν μεταξύ τους και για την καλοσύνη τους. Είχαν αρκετά αγαθά και προ πάντων είχαν την αγάπη των υπηκόων τους. Ζούσαν ήσυχοι κι ευτυχισμένοι. Δεν ήταν όμως τυχερό τους να χαρούν την ευτυχία τους αυτή.

Ξαφνικά εχθρικός στρατός αποβιβάζεται στα Δυτικά της περιοχής. Οι βαρδιάνοι ειδοποίησαν εγκαίρως και ο βασιλιάς έτρεξε με το στρατό του για ν' αντιμετωπίσει τον εχθρό. Φονική μάχη έγινε εκεί κοντά στον όρμο! Ο βασιλιάς με τα παλικάρια πολεμούν σαν λιοντάρια Πολεμούν με την ορμή που πολεμά εκείνος που κινδυνεύει η Πατρίδα του! Οι εχθροί όμως είναι πολλοί Τα πολεμικά τους μέσα ισχυρότερα. Έτσι κυκλώθηκε ο βασιλιάς και αναγκάστηκε να παραδοθεί Η βασίλισσα Δήμητρα, ανήσυχη παρακολουθούσε τη μάχη. Και όταν είδε την νίκη των εχθρών και την αιχμαλωσία του βασιλιά, έπεσε από το βράχο που βρισκόταν, στη θάλασσα και πνίγηκε.

Έτσι ρήμαξε και καταστράφηκε το βασίλειο. Υπάρχουν όμως για να μας το θυμίζουν τρία ονόματα:

Το χωριό Κολοφάνα που πήρε το όνομά του από τον βασιλιά Κολοφώνα.

Ο όρμος Παραδείσα, που είναι παραφθορά της λέξης Παραδοθείσα (πόλη) και που ονομάστηκε έτσι από την παράδοση της πόλης, και

Ο όρμος Δημητριές, που πήρε το όνομά του από τον πνιγμό της Βασίλισσας Δήμητρας.

Το μέρος που σήμερα είναι χτισμένη η εκκλησία της Μεγαλόχαρης της Αγ. Παρασκευής ήταν πρώτα ένας βοσκότοπος. Κανένας δεν το γνώριζε πως τα παλιά χρόνια υπήρχε εκεί μικρό ερημοκλήσι, που βρισκόταν βουλιαγμένο και θαμμένο μέσα σε πελώρια σκίνα και φίδες (αγριοκυπάρισσα). Αιτία για ν' ανακαλυφθεί αυτό έγινε το εξής περιστατικό:

Στο μέρος αυτό έβοσκε συχνά ένας βοσκός. Για κάμποσες μέρες ο βοσκός αυτός παρατηρούσε πως μια από τις κατσίκες του εξαφανιζόταν το πρωί, έλειπε όλη μέρα και παρουσιαζόταν το βράδυ. Πολύ παράξενο του φάνηκε το πράγμα αυτό και πολύ προσπάθησε να το εξηγήσει! Μέρες όμως πέρασαν χωρίς να μπορεί ν' ανακαλύψει κάτι! Κάποια μέρα, παρακολουθώντας την κατσίκα, την είδε να χάνεται μέσα σ' ένα δάσωμα από σκίνους. Πήγε κι έψαξε εκεί.

Χάθηκε μέσα στους σκίνους ζητώντας την κατσίκα! Και ξαφνικά, βρίσκεται ανάμεσα στα ερείπια παλιάς εκκλησίας, επάνω στην Αγία Τράπεζα της οποίας ήταν πεσμένο το παράξενο ζώο. Γονάτισε ευλαβικά κάνοντας το σημείο του Σταυρού. Έδιωξε το ζώο κι άρχισε να ψάχνει μήπως τυχόν υπήρχε κάπου θαμμένη εικόνα. Οι έρευνές του δε βάσταξαν πολύ. Γρήγορα βρήκε την εικόνα της Μεγαλόχαρης.

Στο μέρος εκείνο οι ευλαβείς προπαππούδες μας έχτισαν μικρή εκκλησία, την οποία μεγάλωσαν κατόπιν οι παππούδες μας και σήμερα την καμαρώνουμε εμείς.

Αρκεσίνη Αμοργού 18-12-1966
Οι μαθητές του Δημοτ. Σχολείου Αρκεσίνης

[Από το βιβλίο «Ιστορίαι, θρύλοι, παραδόσεις της Αμοργού» πρώτη έκδοση 1962 και ανατύπωση 2006 από τον Πολιτιστικό και Εξωραϊστικό Σύλλογο «Αρχαία Αρκεσίνη» Κάτω Μεριά Αμοργού]


Ο όρμος Παραδείσια


Τετάρτη 10 Οκτωβρίου 2007

Ο Mεγάλος Θεολόγος στον Κρίκελο

Το τελευταίο μεγάλο αμοργιανό πανηγύρι του καλοκαριού γίνεται στις 26 Σεπτεμβρίου, ψηλά στον Κρίκελο της Αιγιάλης σε υψόμετρο 500 μέτρων. (Για φωτογραφίες από την ανάβαση και το φετινό πανηγύρι πατείστε εδώ)


Ο ναός του Μεγάλου Θεολόγου στην Γιάλη είναι ένα από τα σημαντικότερα βυζαντινά μνημεία της Αμοργού και των Κυκλάδων . Η αξία και η σημασία του για την ιστορία της Αμοργού δεν είναι ευρύτερα γνωστή. Σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις, πρόκειται για κτίσμα από την περίοδο της Εικονομαχίας, δηλαδή έχει ηλικία περίπου 1.200 ετών και (αν δεν είναι παλαιότερο) είναι σύγχρονο με το επιβλητικό μοναστήρι της Χοζοβιώτισσας. Η διαφορά είναι ότι για την χρονολόγηση της Χοζοβιώτισσας βασιζόμαστε στην προφορική παράδοση και σε έμμεσες ενδείξεις, ενώ για τον Μεγάλο Θεολόγο η χρονολόγησή του είναι σαφέστερη.


Ο Γιαλίτης δάσκαλος Νικήτας Βασσάλος, στην εξαιρετική μελέτη του για τον Θεολόγο που δημοσιεύθηκε στα «Αμοργιανά» [1], εξηγεί με πειστικότητα γιατί η εκκλησία είναι τόσο παλιά. Ο αρχιτεκτονικός της ρυθμός είναι τρίκλιτη βασιλική με τρούλο, γεγονός που «επιτρέπει να δεχθούμε, ότι η ανέγερσή της πραγματοποιήθηκε μεταξύ 7ου και 9ου αιώνα, επειδή ο ρυθμός αυτός, που αποτελεί μετάβαση από την παλαιοχριστανική βασιλική (4ος ως 6ος αιώνας), στο ρυθμό βασιλικής μετά τρούλλου, αρχίζει να δημιουργείται στις αρχές του 7ου αιώνα και, με σχετικές μεταρρυθμίσεις, φθάνει ως τον 9ο αιώνα».


Ένα δεύτερο στοιχείο, αποδεικτικό της παλαιότητας του μεγάλου Θεολόγου, είναι η αποκάλυψη στην αψίδα του Αγίου Βήματος, ύστερα από πτώση κεραυνού, ενός εντοιχισμένου βυζαντινού σταυρού κατασκευασμένου από συμπαγή κεραμόχροα τούβλα, μία διακόσμηση που επιτρεπόταν μόνο στα χρόνια της Εικονομαχίας. Την ίδια ακριβώς διακόσμηση είχε και ο ναός της Αγίας Σοφίας στην Θεσσαλονίκη, που κι αυτός ιδρύθηκε στα χρόνια της Εικονομαχίας.


Αξίζει να σημειώσουμε ότι, με βάση ασφαλή χρονολόγηση, από την περίοδο της Εικονομαχίας έχουμε τουλάχιστον ένα ακόμη μνημείο, τον ναΐσκο της Βαγγελίστρας στα Κατάπολα, που παρουσιάζει πολλές ιδιοτυπίες στην μορφή του και έχει τρούλο, όπως ο Θεολόγος, σε αντίθεση με τους πολλούς άλλους ναούς και ναΐσκους της Αμοργού που είναι νησιωτικού τύπου. Υπό το πρίσμα αυτό ίσως πρέπει να εξεταστεί και ο ναΐσκος του Αγία Μάμα στην Επανωχωριανή, που κι αυτός παρουσιάζει ιδιοτυπίες στην μορφή του, όπως είναι ο τρούλος του.


Η προφορική παράδοση της Γιάλης υποστηρίζει ότι ο ναός χτίστηκε από κάποιον πλοίαρχο, που έκανε τάμα να τον χτίσει με μυλόπετρες, όταν σώθηκε από τρικυμία στ’ ανοιχτά του Κρίκελου, μεταφέροντας με το πλοίο του μυλόπετρες. Ο μεγάλος Θεολόγος έχει χτιστεί με μεγάλους πωρόλιθους, ένα πέτρωμα που δεν υπάρχει στην Αμοργό και μεταφέρθηκε πιθανώς από την Μήλο ή την γειτονική Πάτμο, όπως εξηγεί ο κ. Νικήτας Βασσάλος. Τέτοια μνημειακά έργα, με μεταφορά υλικών από άλλα μέρη, προϋποθέτουν υψηλό κόστος κατασκευής για την εποχή της Εικονομαχίας, γεγονός που μας αναγκάζει να αμφιβάλλουμε για την ακρίβεια της προφορικής παράδοσης.


Με βάση αρκετές ενδείξεις, φαίνεται ότι στην Αμοργό είχαμε παλαιότερα αρκετά μοναστήρια, όπως στον Άγιο Γιώργη τον Βαρσαμίτη, στην Αγία Παρασκευή (Καλοταρίτισσα) και στον Θεολόγο του Κρίκελου, για να μείνει τελικά ένα, αυτό της «μονής των σκαλών», δηλαδή η Χοζοβιώτισσα, που απορρόφησε τα παλαιότερα ως μετόχια. Είναι πιθανό ότι γύρω στο 1100 συνέβησαν σημαντικές αλλαγές στην Αμοργό, με την μετακίνηση στο νησί μικρασιατικών πληθυσμών από τον Αλέξιο Κομνηνό, τον αυτοκράτορα που είναι και ο κτήτωρ της Χοζοβιώτισσας [2]. Η ανώμαλη περίοδος που ακολούθησε ισχυροποίησε τον ρόλο του Κάστρου (της Χώρας) και του μοναστηριού του, το οποίο σταδιακά απορρόφησε και τον μάλλον αρχαιότερο Μεγάλο Θεολόγο. Ουσιαστικά συμπεράσματα θα βγουν μόνο όταν ερευνηθεί επιστημονικά ο Θεολόγος και γενικά ο Κρίκελος, που μάλλον παραμένει ανεξερεύνητος.


Ο κ. Νικήτας Βασσάλος ανασκευάζει πειστικά και την εντύπωση που αφήνει στον αναγνώστη ο Ι. Βογιατζίδης (μελετητής του βραβείου της Χοζοβιώτισσας) ότι ο Μεγάλος Θεολόγος ήταν μετόχι της μονής της Πάτμου, όπως το ομώνυμο εκκλησάκι στην Χώρα «βορείως του φρουρίου». Ο Βογιατζίδης, μάλιστα, θεωρεί ότι το πιο παλιό επώνυμο, που δημιουργήθηκε πάνω στην Αμοργό είναι το «Θεολογίτης» και το αποδίδει σε εκείνους που δούλευαν στο μετόχι της μονής της Πάτμου στην Χώρα. Φαίνεται πως έχει δίκιο όσον αφορά την παλαιότητα και την προέλευση του επωνύμου. Πιο πιθανό όμως είναι το επώνυμο «Θεολογίτης» να συσχετιστεί με εκείνους που είχαν κτήματα στο οροπέδιο του Μεγάλου Θεολόγου (ή εργάζονταν στα χωράφια του), παρά με εκείνους που μπορεί να είχαν σχέση με το μετόχι της πατμιακής μονής, η περιουσία της οποίας στην Αμοργό είναι αμφίβολης σημασίας.


Ανεξάρτητα από τα παραπάνω, ένα έχει σημασία. Ο μνημειακός ναός του Μεγάλου Θεολόγου στην Γιάλη είναι η μεγαλύτερη και σπουδαιότερη παλαιά εκκλησία της Αμοργού και γι’ αυτό πρέπει να προστατεύεται κατά τρόπο απόλυτο. Χτυπημένος από δεκάδες κεραυνούς στο πέρασμα εκατοντάδων χρόνων, ο Μεγάλος Θεολόγος στέκεται και σήμερα αγέρωχος, εκεί ψηλά στον Κρίκελο, για να μας θυμίζει ότι η σημαντικότερη συνιστώσα της αμοργιανής κοινωνίας ήταν και είναι η βυζαντινή.


[1] «Αμοργιανά» (τεύχος 8, Ιούνιος 2002), περιοδική έκδοση του Συνδέσμου Αμοργίνων
[2] «Μία χιλιετία Συνοδινοί», στο «Αμοργιανοί γράφουν για την Αμοργό», έκδ. «Το κάστρο της Αμοργού» 2006.


Παρασκευή 27 Ιουλίου 2007

Παναγία Χοζοβιώτισσα, η «μονή των σκαλών»

Το μοναστήρι της Παναγίας της Χοζοβιώτισσας βρίσκεται στην νότια, απόκρημνη, αλίμενη ακτή της Αμοργού, φωλιασμένο μέσα σε αγκαθωτούς, απειλητικούς βράχους, είναι ορατό μόνον από το πέλαγος, που απλώνεται απέραντο κάτω από τα βράχια, 300 μέτρα ψηλά. Η κάτασπρη, απέριττη όψη του εναρμονίζεται θαυμαστά με τα πολύχρωμα ανώμαλα βράχια. Μόνον από κοντά διαγράφονται οι λευκοί γεωμετρικοί όγκοι και τα αυστηρά γραμμικά περιγράμματα του κτιρίου που, με την συνεργεία του φωτός, δημιουργούν την αίσθηση πολυεπίπεδης επιφάνειας.
Το κτίριο εκτείνεται σε μήκος 40 μέτρα, ενώ το πλάτος του δεν ξεπερνά τα 5 μέτρα. Εξ αιτίας του μικρού πλάτους τα οκτώ επίπεδα-"όροφοι", δεν συναντώνται σχεδόν σε κανένα σημείο. Κλίμακες στενές, πέτρινες, κτιστές ή λαξευμένες στον βράχο, οδηγούν στους οκτώ "ορόφους". Καμάρες, τόξα, βυζαντινού τύπου ή οξυκόρυφα των χρόνων της Ενετοκρατίας (1296-1537), κτισμένα με πέτρες ή πωρόλιθο από την Μήλο, ξυλοδόκαρα και ξυλοδεσιές χαρακτηρίζουν τον περίπλοκο, δαιδαλώδη εσωτερικό χώρο.
Τα πολυάριθμα κελλιά των Μοναχών, η τράπεζα, τα μαγειρεία, οι φούρνοι, οι αποθήκες, τα πατητήρια, οι στέρνες και τα πηγάδια, όλα σφηνωμένα μέσα στον φυσικό βράχο που μεταμορφώνεται σε λειτουργικό οικοδομικό στοιχείο, συνθέτουν ένα θαυμαστό δείγμα ανώνυμης λειτουργικής λαϊκής αρχιτεκτονικής.
Στο μικρό, μονόχωρο, καμαροσκέπαστο εκκλησάκι βρίσκονται μεταξύ άλλων, και οι ζωντανές μαρτυρίες της τοπικής προφορικής παράδοσης για την καταγωγή της εκόνας από τα Χόζοβα (ή το Χόζοβο) της Παλαιστίνης: οι δύο ενεπίγραφες εικόνες της Παναγίας της Χοζοβιώτισσας ή ΧΩΖΗΒΙΤΙCΑΣ, και η σιδερένια "σμίλη" του αρχιμάστορα, ζωντανό σημάδι της διήγησης "για την ακριβή θέση που όρισε η Παναγία να κτιστεί ο ναός της". Αλλά και για την ιστορία της ίδρυσης της Μονής σημαντικό υλικό τεκμήριο αποτελεί το ασημένιο ενεπίγραφο εξαπτέρυγο, που αναφέρει ότι "ανεκενίσθη παρ' Αλεξίου βασιλέος του μεγάλου Κομνηνού", του Αυτοκράτορος του Βυζαντίου Αλεξίου του Α' Κομνηνού (1081-1118).
Το όνομα Χοζοβιώτισσα, αψευδής μαρτυρία του ιστορικού πυρήνα της τοπικής προφορικής παράδοσης, δημιουργήθηκε από παραφθορά του "Χοζιβίτισσα" ή "Κοζιβίτισσα", από το τοπωνύμιο Χοζιβά ή Κοζιβά στους Αγίους Τόπους, σήμερα στην περιοχή Wadi Qilt της Ιεριχούς, όπου, σύμφωνα με γραπτές μαρτυρίες των Βυζαντινών χρόνων, υπήρχαν από τους πρώτους Χριστιανικούς χρόνους σημαντικά ορθόδοξα Μοναστήρια. Στα χρόνια της Εικονομαχίας, τον 8ο και 9ο αιώνα, ορίζει ρητά τοπική, έως σήμερα ζωντανή, προφορική διήγηση, την "διά θαλάσσης, με θαυματουργό τρόπο, έλευση της εικόνας της Παναγίας στον ορμίσκο της Αγίας 'Αννας", πλησίον της Μονής.
Η χρονολόγηση της Μονής είναι άρρηκτα δεμένη με το όνομα Χοζοβιώτισσα, και, εν πολλοίς, στηρίζεται και στην προφορική παράδοση. Ο συσχετισμός των διηγήσεων με τις πληροφορίες των βυζαντινών Χρονογράφων, κυρίως του Θεοφάνους, η συνεξέταση των ιστορικών γεγονότων, των αναταραχών, στον γεωγραφικό χώρο της Μεσογείου και της Παλαιστίνης καθώς και των μεταγενεστέρων γραπτών μαρτυριών που παραδίδουν οι Κώδικες και τα πατριαρχικά Σιγίλλια της Μονής, επιτρέπουν την χρονολόγηση του πρώτου κτιριακού πυρήνα στον 9ο αιώνα, στά χρόνια της άφιξης της εικόνας. Την σύνδεση της Μονής με τον αυτοκράτορα Αλέξιο τον Α' Κομνηνό, υποστηρίζουν σημαντικές γραπτές, μεταγενέστερες πληροφορίες, όπως οι πατριαρχικές επιστολές, οι οποίες προφανώς ανάγονται στην πρώτη "βασιλικήν χρυσόβουλλον γραφήν" του έτους 1088, που εκχωρούσε σταυροπηγιακά δικαιώματα στην Μονή.
Από το 1978 έχουν εκτεθή σε δύο βραχοσκεπή στενόμακρα κελλιά τα σημαντικότερα κειμήλια της Μονής: Χειρόγραφα, γραμμένα σε περγαμηνή και χαρτί, Σιγίλλια και έντυπα Ευαγγέλια. Οι Κώδικες σε μεβράνη (περγαμηνή) χρονολογούνται από τον 10ο έως τον πρώϊμο 15ο αιώνα, ενώ οι χάρτινοι ανάγονται στους Βυζαντινούς και Μεταβυζαντινους χρόνους (13ος - 19ος αιώνας). Σημαντικά δείγματα κεντητικής τέχνης, όπως λειτουργικά άμφια, χρυσοϋφαντα, μερικά στολισμένα με μαργαριτάρια, πούλιες και πετράδια, άλλα κεντημένα με χρυσοκλωστή και αργυρόνημα, τα περισσότερα έργα του 18ου και 19ου αιώνα. Εκτίθενται και εξαρτήματα της βαρύτιμης αμφίεσης των αρχιερέων, όπως περίετεχνα δουλεμένες πόρπες για την στήριξη της ιερατικής ζώνης, έργα διαφόρων εργαστηρίων αργυροχοϊκής τέχνης του 18ου και 19ου αιώνα, εγκόλπια, σταυροί κτλ. Πολύτιμα εκκλησιαστικά σκεύη, για τις ανάγκες της λατρείας, σταυροί αγιασμού, ποτήρια μεταλήψεως, μυροδοχεία, δίσκοι για το πρόσφορο και το αντίδωρο, κάδοι αγιασμού, κηροπήγια, καντήλια, θυμιατήρια, κτλ.

Η Μονή του Χοζεβά
Η εικόνα της Παναγίας της Χοζοβιώτισσας, και κατ’ επέκταση το όνομα και η ιστορία του μοναστηριού της Αμοργού, συνδέεται με τους Αγίους Τόπους και την μονή Χοζεβά. Για το μοναστήρι αυτό, ο αρχαιολόγος και αραβολόγος Ιωάννης Μεϊμάρης γράφει σχετικά (1):
«Το μοναστήρι του Χουζιβά βρίσκεται στην έρημο προς ανατολάς της Αγίας Πόλεως μέσα στη χαράδρα Wady el Qilt, κτισμένο στο βράχο αριστερά του αρχαίου ρωμαϊκού υδραγωγείου μεταξύ της Αγίας Πόλεως και της Ιεριχούς. Στις αρχές του 5ου αιώνα έζησαν σε σπήλαια γύρω από μια εκκλησία, η οποία ήταν αφιερωμένη στον πρωτομάρτυρα Στέφανο πέντε Σύριοι μοναχοί.
Περί τα τέλη του 5ου αιώνος στη λαύρα αυτή έζησε ο άγιος Ιωάννης ο Χοζεβίτης, μετέπειτα μητροπολίτης Καισάρειας της Παλαιστίνης και τον 7ο αιώνα ο άγιος Γεώργιος ο Χοζεβίτης. Το μοναστήρι του Χουζιβά σήμερα φέρει το ονόματα των δύο αυτών αγίων. Η λαύρα ήκμασε από τον 6ο μέχρι τον 8ο αιώνα και φημιζόταν για την αυστηρότητα του βίου των ασκητών της.
Είλκυσε πολλούς αναχωρητές για την ερημικότητα, το διερχόμενο πηγαίο νερό, τη γειτνίασή της με τον κεντρικό δρόμο Αγίας Πόλεως —Ιεριχούς και την ανεξάντλητη πηγή των θαυμάτων της υπεραγίας Θεοτόκου, η οποία θέλει την μονή ως οίκον της.Η μονή καταστράφηκε το 614 από τους Πέρσες. Εξακολουθεί να υφίσταται, ταπεινότερα όμως μέχρι τον 12ο αιώνα και σχεδόν σε ερείπια μέχρι το 1878 οπότε την ανοικοδόμησε η αγιοταφική αδελφότητα. Η μονή σε περίοδο ακμής είχε εντός και εκτός του χειμάρρου πάρα πολλούς μοναχούς. Αυτό μαρτυρούν οι 212 ελληνικές επγραφές του κοιμητηρίου της, ταο οποίο ανεκαλύφθη τον περασμένο αιώνα μέσα σε σπήλαιο. Σ’ αυτό ήταν θαμμένοι μοναχοί από όλο τον γνωστό ορθόδοξο κόσμο της Ανατολής εντόπιοι (Γαζαίοι, Ασκαλωνίτες, Μαϊουμαίοι), Αντιοχείς, Δαμασκηνοί, Αιγύπτιοι, Άραβες, Ρωμαίοι, Καππαδόκες, Ελλαδικοί, Αρμένιοι, Ίσαυροι, Κίλικες, Βεσσοί και ένας Ινδός».
Ο Όσιος Γεώργιος
Ο Όσιος Γεώργιος Χοζεβίτης εορτάζεται στις 8 Ιανουαρίου. Γεννήθηκε στην Κύπρο από ευσεβείς γονείς. Είχε έναν μεγαλύτερο αδελφό, τον Ηρακλείδη, ο οποίος σε νεαρή ηλικία επισκέφθηκε τους Αγίους Τόπους για να προσκυνήσει. Κατόπιν πήγε στην Λαύρα του Καλαμώνος, όπου εκάρη μοναχός. Αργότερα, και μετά από πολλές πιέσεις εκ μέρους του θείου του ο οποίος επιθυμούσε να τον παντρέψει με την μοναχοκόρη του, ο Γεώργιος κατέφυγε στον αδελφό του. Όμως, λόγω του νεαρού της ηλικίας του, εκείνος τον οδήγησε στη Μονή Χοζεβά όπου εκάρη μοναχός και έζησε αυστηρή ασκητική ζωή. Απέκτησε μεγάλη φήμη για τους πνευματικούς αγώνες του.

Άγιοι Τόποι, Κύπρος, Αμοργός...
Η παράδοση της Αμοργού για την εικόνα της Παναγίας της Χοζοβιώτισσας είναι σαφής και έχει διατηρηθεί μέχρι τις μέρες μας. Η εικόνα έφτασε στο νησί (θαυματουργικά ή με μοναχούς) από τους Αγίους Τόπους, μέσω Κύπρου, τον καιρό της Εικονομαχίας.
Αυτή η προφορική παράδοση πρέπει να συσχετισθεί με δύο γεγονότα: ότι ο Όσιος Γεώργιος ο Χοζεβίτης καταγόταν από την Κύπρο και ότι έζησε σε μιαν εποχή που δεν απέχει πολύ από την περίοδο της Εικονομαχίας. Φαίνεται ότι η Κύπρος έπαιξε ρόλο στην πορεία της εικόνας από την Παλαιστίνη στην Αμοργό, κάτι που γνωρίζει η τοπική παράδοση και το διατήρησε προφορικά μέχρι σήμερα.
Κάτι άλλο το οποίο μπορεί να έχει την σημασία του, είναι η πολυπληθής παρουσία Γαβαλάδων στην Αμοργό. Το επώνυμο συναντάται στο Αιγαίο πριν την Φραγκοκρατία και ορισμένοι ερευνητές το συνδέουν με την πόλη Γάβαλα της Συρίας, μια περιοχή που βρίσκεται κοντά στους Αγίους Τόπους.. Μ’ άλλα λόγια, υπάρχει η εκδοχή η εικόνα να ξεκίνησε από το μοναστήρι της Παναγίας στο Χοζεβά, στο οποίο ισχυρότερη προσωπικότητα αναδείχτηκε ο Όσιος Γεώργιος, που καταγόταν από την Κύπρο. Μέσω Κύπρου έφεραν την εικόνα στην Αμοργό καταδιωγμένοι από τους εικονομάχους χριστιανοί (μοναχοί και λαϊκοί) και ενδεχομένως σ’ αυτούς να υπήρχαν και Γαβαλάδες.
Αυτό που έχει σημασία, πάντως, είναι ότι αν εικόνα της Παναγίας που βρίσκεται στο μοναστήρι της Αμοργού, δηλαδή η Παναγία η Χοζοβιώτισσα, έφτασε στο νησί τον καιρό της Εικονομαχίας (δηλαδή πριν 1.200—1.300 χρόνια), τότε είναι μία από τις αρχαιότερες εικόνες στον ελλαδικό χώρο. Αν έτσι έχουν τα πράγματα, τότε και το μοναστήρι είναι ένα από τα αρχαιότερα της Ελλάδας, παλαιότερο και από τις μονές του Αγίου Όρους που ιδρύθηκαν τον 10ο αιώνα. Και βεβαίως είναι το αρχαιότερο μοναστήρι των Κυκλάδων. Η σημερινή του μορφή ανάγεται στα τέλη του 11ου αιώνα, στα χρόνια του αυτοκράτορα Αλέξιου Κομνηνού. Και μ’ αυτή την χρονολόγηση είναι πολύ παλιό, ωστόσο είναι πιθανό ότι υπήρξε και παλαιότερο οικοδόμημα.
Σε διάφορα παλαιά έγγραφα το μοναστήρι μας αναφέρεται και με τις ονομασίες «Μονή των Σκαλών» και «Νέα Μονή». Ο Βογιατζίδης υποθέτει ότι η παλαιά μονή ήταν η Αγία Παρασκευή ή Άγιος Γεώργιος ο Βαλσαμίτης. Εκτός από έναν παλαιοχριστιανικό ναό, που ανακαλύφθηκε στα Παραδείσια, δεν φαίνεται να υπάρχει κάποια ένδειξη για ύπαρξη μοναστηριού στην Αγία Παρασκευή. Ούτε στον Βαλσαμίτη. Συνεπώς, η ισχυρότερη εκδοχή παραμένει αυτή που αναφέρει η προφορική παράδοση. Δηλαδή, η εικόνα ήρθε από τους Αγίους Τόπους, μέσω Κύπρου, στην Αμοργό πριν το 900 μ.Χ. και ιδρύθηκε προς τιμήν της μοναστήρι.
Η μονή ανακαινίστηκε και πήρε τη σημερινή της μορφή δυο τρεις αιώνες αργότερα, από τον αυτοκράτορα Αλέξιο Κομνηνό. Φαίνεται, επίσης, εξαιρετικά πιθανό οι δύο φάσεις ίδρυσης και ανακαίνισης της Χοζοβιώτισσας, να συνοδεύτηκαν από εγκατάσταση στην Αμοργό βυζαντινών οικογενειών, τα επώνυμα των οποίων εξακολουθούν να υφίστανται στο νησί μας. Η προφορική παράδοση για την Χοζοβιώτισσα είναι τόσο ζωντανή όσο και οι άνθρωποι.

Δευτέρα 11 Ιουνίου 2007

Το βιβλίο του π. Θωμά Συνοδινού για τον αγιογράφο Ιάκωβο

Η Αμοργός αποτελεί σημείο αναφοράς για την αρχαιολογία των Κυκλάδων, τόσο για τα καταπληκτικά ευρήματα της Πρωτοκυκλαδικής εποχής όσο και για την ανασκαφή της Μινώας, όπου αποδείχτηκε προβληματική η παλαιότερη άποψη για την «μινωική» διείσδυση στις Κυκλάδες. Ωστόσο, η κύρια συνιστώσα στην ζωή της Αμοργού είναι ο βυζαντινός πολιτισμός, που παραμένει ζωντανός στο νησί μας μέχρι σήμερα σε πλήθος εκδηλώσεων, δοξασιών και συνηθειών της καθημερινής ζωής.


Το βυζαντινό παρελθόν (αλλά και παρόν) της Αμοργού ελάχιστα έχει μελετηθεί, με εξαίρεση ίσως το μοναστήρι της Χοζοβιώτισσας αλλά και γι’ αυτό χρειάζονται πολλά ακόμη να γίνουν. Είναι πολύ ευχάριστο το γεγονός ότι ο Πρωτοσύγκελος της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Αθηνών Πρωτοπρεσβύτερος Θωμάς Λ. Συνοδινός, γέννημα θρέμμα της Χώρας και της Αμοργού, όχι μόνο έχει αρχίσει την συστηματική έρευνα της βυζαντινής ιστορίας του νησιού αλλά προχωράει και στην δημοσίευση των πορισμάτων του με δημοσιεύματα και εκδόσεις.
Τελευταίος καρπός των ερευνών του είναι το βιβλίο «Ο ζωγράφος Ιάκωβος ιερομόναχος ο Αμόργεος και το έργο του», σε τετράχρωμη πολυτελή έκδοση.
Εικόνες του Ιάκωβου σώζονται σε ναούς της Αμοργού, της Σαντορίνης και σε ιδιωτικές συλλογές στην Αθήνα. Ο π. Θωμάς Συνοδινός επισημαίνει:
«Ο Ιάκωβος ο Αμόργεος είναι ένας από τους σημαντικότερους και πιο χαρισματικούς αγιογράφος της εποχής του. Στις εικόνες του αφομοιώνει διδάγματα των μεγάλων Κρητών δασκάλων του 16ου και 17ου αιώνα, τα οποία προσαρμόζει επιτυχώς και με αυθεντικό τρόπο στο δικό του εικαστικό ιδίωμα».
Ο αγιογράφος Ιάκωβος ήταν μοναχός της Χοζοβιώτισσας και πιθανώς καθηγούμενός της το 1658. Αναφέρεται στο «Βραβείον» ως Εκκλησιάρχης της μονής το 1652 και το 1663 ως Προηγούμενός της.
Με την μελέτη του για τον αγιογράφο Ιάκωβο, τις ενέργειες του για την συντήρηση και αποκατάσταση αγιογραφημένων ναών στο Βρούτση και τα Κατάπολα και με την εκπονούμενη διδακτορική του διατριβή για την Χοζοβιώτισσα και τα μετόχια της, ο π. Θωμάς Συνοδινός ανοίγει νέους δρόμους για την έρευνα και ανάδειξη της βυζαντινής και μεταβυζαντινής Αμοργού.









Κυριακή 27 Μαΐου 2007

Οι τοιχογραφίες στον Χρυσόστομο

κείμενο - φωτογραφίες: Γιάννης Δεσποτίδης


Ένα από τα σημαντικά βυζαντινά μνημεία του νησιού μας, η εκκλησία του Αγίου Ιωάννη του Χρυσόστομου, άλλοτε μετόχι της Ιεράς Μονής Χοζοβιωτίσσης, κινδυνεύει να καταστραφεί από την συνεχόμενη φθορά του χρόνου.
Ο μικρός ναός, δείγμα λαϊκής αρχιτεκτονικής, βρίσκεται στην κρημνώδη περιοχή των Καψάλων, κτισμένος μέσα σε κτήμα της Μονής με λιγοστές ελιές, ανάμεσα σε ερειπωμένα κτίσματα και βράχια.
Μνήμες και εικόνες της ταπεινής ζωής των μοναχών ανασταίνονται. Ο νάρθηκας του ναού είναι κατάγραφος με αξιόλογες τοιχογραφίες, πιθανόν του 13ου αιώνα, οι οποίες παρουσιάζουν τη ζωή του Αγίου.
Μεγάλο όμως ενδιαφέρον παρουσιάζουν δύο τοιχογραφίες: η θυσία του Αβραάμ και ο Επιτάφιος Θρήνος. Οι σπάνιες αυτές τοιχογραφίες έχουν υποστεί τεράστιες φθορές.
Ολόκληρο εξάλλου το κτίριο παρουσιάζει σοβαρά στατικά προβλήματα, ρωγμές στην αψίδα και το θόλο με αποτέλεσμα οι βροχές και η αυξημένη υγρασία να αποτελούν μόνιμη απειλή για το μνημείο.
Η 4η Εφορεία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων, στην οποία υπαγόταν η Αμοργός μέχρι και το τέλος του 2003, κατάφερε, έστω και καθυστερημένα, να προχωρήσει την αρχιτεκτονική μελέτη του ναού και να κάνει μία προσωρινή στερέωση των τοιχογραφιών. Όμως η περαιτέρω καθυστέρηση της συντήρησης του μνημείου συντελεί ολοένα και περισσότερο στην καταστροφή του.
Ενδιαφέρον επίσης παρουσιάζει και η μοναδική σωζόμενη σκήτη (το λεγόμενο «Ασκηταριό») λίγο ψηλότερα από το ναό, κτισμένη μέσα στο βράχο, που δύσκολα την ξεχωρίζει κανείς, με μικρή και επικίνδυνη είσοδο. Η θέα είναι μοναδική, το βλέμμα αγκιστρώνεται στο πλάτωμα και χάνεται πέρα στο πέλαγος.
Αυθόρμητα ανασαίνει ο επισκέπτης, μαζί με τον δροσερό αέρα, το μοσχοβολιστό θυμίαμα της ιστορίας, σαν να νιώθει το χώρο πάλι ζωντανό. Με τους μοναχούς να αλαφροπατούν στο χώμα, ευλογώντας γη και ουρανό, δοξάζοντας ακατάπαυστα το Δημιουργό.
Είναι απαραίτητο αυτό το σημαντικό βυζαντινό μνημείο της Αμοργού να διασωθεί. Ας μεριμνήσουν οι αρμόδιοι φορείς, πριν να είναι αργά, ώστε να ενταχθεί σε κάποιο πρόγραμμα και να διατηρηθεί.