Οι φίλοι του μπλοκ

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΝΗΜΕΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΝΗΜΕΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 12 Μαρτίου 2022

Μύλοι και μυλωνάδες στην Αμοργό


Χώρα Αμοργού 1911
φωτογραφία Fred Boissonas


Βρισκόμαστε στον Νοέμβριο του 1911. Ο διάσημος Ελβετός φωτογράφος Φρεντ Μπουασονά (Frédéric Boissonnas, 1858 – 1946) έρχεται στην Αμοργό και φωτογραφίζει στην Χώρα και τα Κατάπολα. Οι φωτογραφίες του αποτελούν σπουδαία ντοκουμέντα για την τοπογραφία και τους ανθρώπους της Αμοργού εκείνη την περίοδο. Ένα τέτοιο ντοκουμέντο σ΄ αυτό το δισέλιδο είναι και η πανοραμική φωτογραφία της Χώρας όπως την πρωτοαντίκρυζαν οι ταξιδιώτες από το μονοπάτι που ερχόταν από τα Κατάπολα.

Παρατηρούμε ότι στο μυλοτόπι του Τρούλου υπάρχουν 7 μύλοι από τους οποίους σε λειτουργία είναι  1 ίσως και 2. Υπάρχουν επίσης και 5 ερειπωμένοι. Φαίνεται όμως ότι μετά το 1911 χτίστηκαν άλλοι 3 ανατολικότερα προς τον Καλογερικό, όπως άλλωστε αποδεικνύεται από το γεγονός ότι το ΦΕΚ του 1995 «αναγνωρίζει το συγκρότημα δέκα ανεμόμυλων στη Χώρα Αμοργού ως ιστορικό διατηρητέο μνημείο με ζώνη προστασίας ακτίνας πενήντα περίπου μέτρων γύρω από αυτούς».

Υπάρχει όμως κι ένα δεύτερο μυλοκόπι στην δυτική είσοδο της Χώρας, κάτω από την σημερινή πλατεία, που έχει 4 ή 5 ανενεργούς μύλους, όπως φαίνεται στην μικρή φωτογραφία. (δεξιά σελίδα)

Σε πλήρη λειτουργία τελικά στην φωτογραφία του 1911 είναι δύο ανεμόμυλοι, ο ένας στον Τρούλο και ο δεύτερος που φαίνονται με ανοιχτά πανιά στον λόφο πάνω από το σημερινό ελικοδρόμιο.

Η συνύπαρξη λειτουργικών και ερειπωμένων ανεμόμυλων δεν είναι παράξενη, όπως θα δούμε παρακάτω, γιατί αν οι μύλοι δεν χτιστούν σε κατάλληλη θέση μπορεί να αποδειχτούν ακατάλληλοι να λειτουργήσουν και να μείνουν σε μερικούς τα ερείπιά τους.


Αλογώ μύλος

Στην Αμοργό λειτουργούσαν και ζωόμυλοι, παράλληλα ίσως και πριν από τους ανεμόμυλους. Οι ζωόμυλοι ήταν εδαφόβιες κατασκευές αποτελούμενες από δύο μέρη και τους κινούσαν άλογα, μουλάρια, γαϊδούρια,, βόδια. Μια απόδειξη για την λειτουργία αλογόμυγου στην Αμοργό έχουμε από την διαθήκη της Μαρουδιάς του Καλύποδα με την οποία παραχωρεί το 1652 τον μύλο της στην Αμοργό στην Μονή Θεολόγου της Πάτμου.

Αναφέρει η διαθήκη: 

«Εις δόξαν του Κυρίου ημών Ιησού αμήν 1652 ώ εν μηνί Απριλίου 5 εν τη νήσω Πάτμω την σήμερον οτε καγώ Μαρουδία του Νικόλα του Καλύποδα από την Αμοργόν, έχων τας φρένας και τον νουν σώας, θέλω αυτοθελώς και ποϊώ τούτη την διαθήκην και πρώτον μεν αφήνω πάσοις χριστιανοίς τελείαν συγχώρισιν, έπειτα αφήνω του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου τον αλογώ μύλον, όπου έχω εις την Αμοργόν από τους γονέους μου, ωσ καθώς ευρίσκεται με τα σπίτια, με τούτο αφήνοντος και την ψυχήν μου, να μου μνημονεύσουν, κατά την συνήθειαν των χριστιανών και να μην εμπορή τινάς ούτε από τα παιδία μου, ούτε άλλος μου εδικός να διασήση το άγιον μοναστήριον του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου δια τον άνωθεν μύλον, ούτε πωλεί ούτε ολίγον και όποιος ήθελε σηκωθεί να πειράξη να έχη τας αράς των τρακοσίων δέκα και οκτώ θεοφόρων πατέρων και του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου και του Οσίου Χριστοδούλου, και την κατάραν των γονέων μου και δια το βέβαιον του παρόντος υπογράφουν και παρεκαλετοί και αξιόπιστοι μάρτυρες

εγράφη παρ’ εμού Θεοδώρου ιερέως, ζωγράφου και πρωτονοταρίου Πάτμου με θέλημαν της άνωθεν Μαρουδιάς

καγώ Κωνστάντιος μοναχός μαρτυρώ τα άνωθεν

καγώ Ζαμπέτα του Περτή μαρτυρώ τ’ άνωθεν

καγώ η Μαρούλα του Ψευδού μαρτυρώ τα άνωθεν

καγώ Ιωάννης του Γεωργή Καλυμνέου μαρτυρώ τα άνωθεν

εγώ ο Μιχάλης Καλύποδας αδελφός της άνωθεν Μαρούδας μάρτυς εις τα άνωθεν

εγώ διακος Ζισκάρας μαρτυρώ τα άνωθεν».

Δεν γίνεται γνωστό που ήταν στην Αμοργό ο «αλογώ μύλος» αλλά επειδή η Μονή της Πάτμου είχε μετόχι μέσα στην Χώρα είναι πιθανό ο αλογόμυγος να λειτουργούσε στην Χώρα. 

Υπήρχε όμως αλογόμυγος μέχρι περίπου την δεκαετία του 1970 στα Θολάρια και ίσως η εγκατάστασή του να διατηρείται μέχρι σήμερα. 

Οι ζωόμυλοι πάντως άλεθαν όχι μόνο σιτάρι και κριθάρι αλλά λειτουργούσαν και σαν λιοτρίβια ακόμα και σαν ασβεστόμυλοι.

Αλλά ας επανέλθουμε στους ανεμόμυλους. Μυλωνάδες και ιδιοκτήτες δεν ήταν πάντα τα ίδια πρόσωπα. Η επένδυση για την εποχή ήταν μεγάλη και αυτοί που είχαν τα χρήματα, δηλαδή οι ιδιοκτήτες (νοικοκύρηδες), τους νοίκιαζαν στους μυλωνάδες.. Γι΄ αυτό ας κάνουμε μια βουτιά στον 19ο αιώνα και να δούμε την ψυχή των ανεμόμυλων, που ήταν οι μυλωνάδες.

Στην Αμοργό έχουν καταγραφεί 44 ανεμόμυλοι. Από αυτούς οι 5 θεωρούνται εξαφανισμένοι. Στα τέλη του 19ου αιώνα, δηλαδή γύρω στο 1900, ήταν κατασκευασμένοι 39 ανεμόμυλοι και 1 νερόμυλος, ανεξάρτητα αν λειτουργούσαν.

Το 1863, με βάση τον εκλογικό κατάλογο του έτους εκείνου, στην Αμοργό δούλευαν 22 μυλωνάδες. Οι εξής:

Βασάλος Γεώργιος ετών 35

Βεκρής Λ. Αναγνώστης, ετών 59

Βενετζάνος Αντώνιος, ετών 69

Βλαβιανός Γ. Νικόλαος, ετών 50

Κανακάρης Δημήτριος,  ετών 62

Κωβαίος Χ. Δημήτριος, ετών 65

Λουδάρος Ιάκωβ. Γεώργιος, ετών 72

Λουδάρος Ιάκωβ. Νικόλαος, ετών 66

Νικηφοράκης Ι. Γεώργιος, ετών 33

Νομικός Γ. Ιωάννης, ετών 52

Πασσαδόπουλος Γιάγκος, ετών 54

Πάσσαρης Ν. Βασίλειος, ετών 38

Πιπέρης Ιω. Κώνστας, ετών 42

Πράσινος Γ. Νικόλαος, ετών 41

Πράσινος Θ. Νικόλαος, ετών 31

Πρέκας Σταμ. Γεώργιος, ετών 41

Σιγάλας Μιχ. Κώνστας, ετών 40

Συνοδινός Κων. Γεώργιος, ετών 39

Τζαγκάτος Εμμανουήλ, ετών 38

Φουρνιστής Αντ. Ιωάννης, ετών 35

Φωστιέρης  Μαριν. Νικόλαος, ετών 42

Φωστιέρης Νικήτας, ετών 39

Από αυτούς ο Νικηφοράκης και ο Τζαγκάτος έχουν έλθει από την Κρήτη. Συγκρίνοντας με τις καταγραφές από την απογραφή της Χώρας το 1870, μπορούμε να υποθέσουμε ότι περίπου οι 10 από τους προαναφερόμενους ζούσαν στην Αιγιάλη.

Το βασικό συμπέρασμα είναι ότι μπαίνοντας στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα λειτουργούσαν στην Αμοργό 22 ανεμόμυλοι.


Απογραφή 1870

Πλήρη στοιχεία έχουμε για τους μυλωνάδες από την απογραφή του 1870 στον Δήμο Αμοργού, δηλαδή σε Χώρα, Κατάπολα, Κάτω Μεριά, Κουφονήσι, Σχοινούσα, Ηρακλειά..

Συνολικά καταγράφονται 13 μυλωθροί, όπως λεγόταν επίσημα το επάγγελμά τους τότε. Από αυτούς  οι 8 αλέθουν στην Χώρα, 2 κατοικούν στο Ραχίδι, και από 1 σε Βρούτσι, Χωριό (σήμερα: Αρκεσίνη) και Ηρακλειά.

Αλεξανδράκης Γ. Νικήτας 28 ετών, άγαμος, εγγράμματος στο Βρούτσι.

Βασάλος Εμμ. Γεώργιος 44 ετών έγγαμος στο Ραχίδι

Βενετζάνος Μιχ. Αναστάσιος 70 ετών έγγαμος εγγράμματος.

Γαβαλάς Ιω. Νικόλαος 65 ετών, έγγαμος, στην Ηρακλειά.

Γιαννακόπουλος Θ. Δημήτριος 40 ετών, άγαμος, στο Ραχίδι.

Δεσποτίδης Ν. Κωνσταντίνος 46 ετών, έγγαμος εγγράμματος.

Νικηφοράκης Γεώργιος 40 ετών, έγγαμος, εγγράμματος.

Πάσσαρης Νικ. Βασίλειος 48 ετών έγγαμος.

Πιπέρης Ιω. Κώνστας 46 ετών έγγαμος εγγράμματος.

Πράσινος Θ. Νικόλαος 38 ετών έγγαμος.

Πράσινος Γ. Νικόλαος 48 ετών, έγγαμος, εγγράμματος.

Φουρνιστής Αντ. Ιωάννης 47 ετών έγγαμος.

Φωστιέρης Μαρ. Νικόλαος 48 ετών έγγαμος στο Χωριό.

Είναι πιθανό οι απογραφείς να έχουν μπερδέψει το Ραχίδι Καταπόλων με την Ραχούλα της Κάτω Μεριάς, γιατί εκεί στην Ραχούλα είχαν μύλο οι Γιαννακόπουλοι., που διατηρείται μέχρι σήμερα.


Απογραφή 1879

Πλησιάζοντας προς το τέλος του 19ου αιώνα οι μυλωνάδες (άρα και οι μύλοι σε λειτουργία) αυξάνονται στον Δήμο Αμοργού, όπως φαίνεται στην απογραφή του 1879. Καταγράφονται νέα πρόσωπα και οι μυλωνάδες φτάνουν του 16.

Αλεξανδράκης Γ. Νικήτας 37 στο  Βρούτσι

Βασάλος Εμμ. Γεώργιος 57 στα Κατάπολα

Βενετζάνος Αναστάσιος 79 ετών.

Βλαβιανός Δ. Νικήτας 41 ετών

Γαβαλάς Ι. Νικόλαος 74 ετών στην Ηρακλειά

Γιαννακόπουλος Θ. Δημήτριος 49 ετών, Βρούτσι.

Δεσποτίδης Κ. Κωνσταντίνος 55 ετών.

Κωβαίος Λ. Νικήτας 35 ετών.

Νικηφοράκης Γεώργιος 49 ετών.

Οικονομίδης Κ. Νικόλαος 31 ετών.

Πατινιώτης Μ. Θεόδωρος 49 ετών.

Πράσινος Γ. Νικόλαος 57 ετών.

Πράσινος Μαθ. Ιωάννης 69 ετών.

Συνοδινός Κ. Γεώργιος 54 ετών.

Τσαγκάτος Εμμανουήλ 49 ετών.

Φουρνιστής Αντ. Ιωάννης 56 ετών.


Μύλοι και οικογένειες

Ο αρχιτέκτονας Στέφανος Γεωργ. Νομικός με καταγωγή από την Αμοργό, βαθύς μελετητής των μύλων και συγγραφέας (μαζί με τον Ζαφείρη Βάο από την Μήλο) του κλασικού πλέον βιβλίου «Ο ανεμόμυλος στις Κυκλάδες», καταγράφει στο έργο του και πολύ ενδιαφέροντα στοιχεία για τους μύλους στην Αμοργό και στα αμοργιανά νησιά (ερημονήσους, γιατί ήταν ακατοίκητα)  που στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα κατοικήθηκαν από αμοργιανές οικογένειες.

Όπως φαίνεται στον πίνακα, στην Αμοργό αντιστοιχούσε ένας μύλος σε κάθε 99 κατοίκους ή σε κάθε 19 οικογένειες. Παρόμοια χαρακτηριστικά καταγράφονται και για το Κουφονήσι, που ήταν (και είναι) πιο πυκνοκατοικημένο από την Ηρακλειά, την Σχοινούσα και την Δονούσα.

Ο Στέφανος Γ. Νομικός επισημαίνει:

«Κύριος προορισμός του ανεμόμυλου στην Ελλάδα ήταν η παραγωγή αλευριού για τις τοπικές ανάγκες αλλά και για τον εφοδιασμό των περαστικών καραβιών. Εκτός από τα σιτηρά όμως άλεθαν και άλλους σπόρους για κτηνοτροφές, όπως κακόβραστα ή χαλασμένα όσπρια, κεχρί, καλαμπόκι και σκουπόσπορο. Ειδικά στη Σαντορίνη οι μικροί ανεμόμυλοι έκοβαν φάβα σε μεγάλες ποσότητες αφού η εξαγωγή της ήταν σημαντική.

»Σε μερικές περιπτώσεις συναντούμε ανεμόμυλους και σε βιομηχανικές χρήσεις. Στην Χίο και την Ερμούπολη άλεθαν φλούδα πεύκου για το βάψιμο των δερμάτων. Στην Μύκονο έτριβαν βελανίδια και στην Χίο σχίνους για την βυρσοδεψία. Στην Μήλο άλεθαν θειάφι».


Οι μύλοι της Γιάλης

Είναι πιθανό να χρησιμοποιήθηκαν και στην δική μας την Γιάλη μύλοι για να αλέσουν υλικά που χρησιμοποιούσαν στην βυρσοδεψία. Είναι γνωστό ότι στην Αιγιάλη λειτουργούσαν μέχρι και τις αρχές  του 20ού αιώνα βυρσοδεψείο και βαφείο.

Ο Θολαριανός στρατιωτικός Νικόλαος Δ. Γάσπαρης στο βιβλίο του «Η νήσος Αμοργός» διασώζει πολλά αυθεντικά στοιχεία για την Αμοργό και ιδιαίτερα την Γιάλη, στο πέρασμα από τον 19ο στον 20ο αιώνα. Γράφει λοιπόν:

«Υπάρχει εν βυρσοδεψείον και εν βαφείον αμφότερα εν Αιγιάλη, και εις την θέσιν Γιαλός, το μεν εν δηλονότι εις την μίαν άκραν του λιμένος παρά τον Άγιον Νικόλαος, το δ’ έτερον παρά την Φωκιότρυπα».

Στον εκλογικό κατάλογο  του 1863 αναφέρονται οι εξής που επαγγέλλονται βυρσοδέψες:

Βεκρής Γ. Ιωάννης, ετών 40

Βεκρής Ι. Νικόλαος, ετών 69

Βεκρής Ι. Γεώργιος, ετών 67

Γιαννακός Ν. Νικόλαος, ετών 30

Πετζετάκης Γ. Ιωάννης, ετών 41

Σιγάλας Κ. Μιχαήλ, ετών 35

Σιγάλας Κ. Μάρκος, ετών 43

Μερικές από τις μεγάλες βασιλικές βελανιδιές που υπήρχαν για τις ανάγκες του βυρσοδεψείου διασώζονται ακόμα στην Λαγκάδα.

Ο Ν. Γάσπαρης αναφέρει και τους αριθμούς των μύλων που λειτουργούσαν στην Γιάλη επί της εποχής του. Γράφει:

«Η Λαγκάδα είναι εκτισμένη εις τους πρόποδας υψηλού όρους, Μαχού καλουμένου, το οποίον κοσμείται υπό 7 αερομύλων, λαμπρόν τω όντι την θέαν μακρόθεν… Την ρωμαντικωτέραν θέσιν κατέχει το χωρίον Θολάρια… και έχει 3 ναούς τον των Αγίων Αναργύρων και τον του Αγίου Χαραλάμπους, δημοτικόν σχολείον δημοσυντήρητον και 4 ανεμόμυλους».

Σε αντίθεση με την Χώρα, από την Αιγιάλη δεν έχουμε στην διάθεσή μας ψηφιοποιημένες τις απογραφές για τα τέλη του 19ου αιώνα. Έχουμε όμως μερικούς εκλογικούς καταλόγους που είχαν διατηρηθεί στην Λαγκάδα, έδρα της κοινότητας Αιγιάλης που περιλάμβανε την Λαγκάδα, τον Ποταμό και την Δονούσα. Οι μυλωνάδες που αναφέρονται σ’ αυτούς τους καταλόγους είναι: 


Εκλογικός κατάλογος 1887

Βεκρής Λαμπρ. Αναγνώστης 88 ετών, Ποταμός.

Βεκρής Λαμπρ. Δημήτριος 77 ετών από την Λαγκάδα που έχει μετοικήσει στη Σύρο.

Νομικός Αντ. Νικόλαος 40 ετών, Ποταμός.

Συνοδινός Μιχ. Ιωάννης 61 ετών, Λαγκάδα.

Φωστέρης Ιω. Νικήτας 60 ετών.


Εκλογικός κατάλογος 1928

Νομικός Αντ. Νικόλαος 81 ετών, Ποταμός.

Μαρκουλής Μιχ. Δημήτριος 79 ετών, Δονούσα.

Συνοδινός Ιω. Στέφανος 78 ετών, Λαγκάδα.

Συνοδινός Στεφ. Λουκάς 34 ετών, Λαγκάδα.

Συνοδινός Ιω. Χρήστος 62 ετών, Λαγκάδα.


Εκλογικός κατάλογος 1947

Κωβαίος Νικ. Αθανάσιος 41 ετών, Λαγκάδα.

Λουδάρος Ιω. Γεώργιος 36 ετών, Λαγκάδα.

Νομικός Νικ. Αντώνιος 76 ετών, Ποταμός.

Νομικός Αντ. Γεράσιμος 36 ετών, Ποταμός.

Συνοδινός Ιω. Χρήστος 81 ετών, Λαγκάδα.

Χάλαρης Κων. Νικόλαος 35 ετών, Ποταμός.


Αν υπολογίσουμε ότι στον Ποταμό χτίστηκαν δύο μύλοι και στην Όξω Μεριά άλλος ένας, οι μύλοι που κατά καιρούς λειτούργησαν στην Γιάλη ήταν τουλάχιστον 16 όπως αναφέρει ο Στέφανος Νομκός, ο οποίος καταγράφει και 14 ανεμόμυλους στην Χώρα, 2 στα Κατάπολα, 7 στην Κάτω Μεριά.

Κι ακόμα 3 στην Ηρακλειά, 4 στην Σχοινούσα, 2 στο Κουφονήσι και 2 στην Δονούσα.

Γενικά 39 μύλοι λειτούργησαν πάνω στην Αμοργό. Σ’ αυτούς πρέπει να προσθέσουμε και τους δύο νερόμυλους, κι οι δυο στην περιφέρεια Χώρας, στον Βαρσαμίτη και στα Δρομιστικά. Βεβαίως, όλοι αυτοί οι μύλοι δεν δούλεψαν ταυτόχρονα, κάτι που φαίνεται και στην φωτογραφία της Χώρας από τον Μπουασονά.


Η κατασκευή του μύλου 

Ένα από τα βασικά επαγγέλματα στην Αμοργό ήταν του μαραγκού. Ο κάθε μαραγκός ειδικευόταν σε μια από τις ειδικότητες της τέχνης, όπως του επιπλοποιού, του σαμαρά, του βαρελά, του καραβομαραγκού κ.α, γράφει ο Στέφανος Νομικός και επισημαίνει:

«Από τους δυσκολότερους κλάδους της ξυλουργικής ήταν του μυλομαραγκού, και όχι μόνο λόγω των δυσκολιών που παρουσίαζε η ίδια η δουλειά, αλλά επειδή απαιτούσε και ευρύτερες τεχνικές γνώσεις, αφού στην κατασκευή ενός καινούργιου ανεμόμυλου έκανε και τον αρχιτέκτονα Η ευθύνη του άρχιζε από την εύρεση και τη συγκέντρωση της ξυλείας, την επιλογή της πόστας καθώς και το θεμελίωμα του πύργου, κι έφτανε ως το σημάδεμα και το κόψιμο των πανιών. Από τις ικανότητες του εξαρτιόταν η επιτυχία της επιχείρησης. 

»Καλοί μυλομαραγκοί υπήρχαν μόνο σε μερικά από τα νησιά και αυτοί κάλυπταν τις ανάγκες όλων. Η φήμη μάλιστα μερικών ξεπερνούσε τα όρια των Κυκλάδων, ώστε τους καλούσαν σε γειτονικές περιοχές, ακόμα και στη Μικρά Ασία για να σηκώσουν καινούριους ανεμόμυλους.

Ένας τέτοιος φημισμένος μυλομαραγκός ήταν και ο Μιχελάκης Νομικός ή Τουρνελής από την Χώρα. Αμοργού (φωτογραφία δεξιά). Η φήμη του έφτασε στην Μικρά Ασία, όπου τον κάλεσαν για να κατασκευάσει μύλους στον μεσοπόλεμο».


Οι θέσεις των μύλων

Η θέση που χτιζόταν ένας μύλος έπαιζε καθοριστικό ρόλο για την καλή λειτουργία του. Αν δεν ήταν κατάλληλη, τότε ο μύλος πάθαινε μικρές ή μεγάλες ζημιές από τον δυνατό αέρα. Ίσως η εγκατάλειψη μερικών μύλων (όπως φαίνεται και στην φωτογραφία του 1911) να οφειλόταν στο ότι δεν είχαν χτιστεί σε κατάλληλες θέσεις. Ο Στέφανος Νομικός, επισημαίνει:

«Οι διαφορές από πόστα σε πόστα φαίνονταν καθαρά όπου υπήρχαν συγκροτήματα. Αν ήταν μικρές, σε περίπτωση κακοκαιρίας οι μυλωνάδες παρακολουθούσαν τις ενέργειες του πιο έμπειρου και τον μιμούνταν. Όπου όμως ήταν μεγάλες οι διαφορές, ενεργούσαν ανεξάρτητα ο ένας από τον άλλον. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το συγκρότημα της κορυφογραμμής της Χώρας της Αμοργού, το μήκος του οποίου είναι πάνω από διακόσια μέτρα. Ο δεύτερος ανεμόμυλος από την πάνω πλευρά που είναι χτισμένος σε καλή πόστα δούλευε περισσότερες μέρες τον χρόνο από τους άλλους και πάθαινε τις μικρότερες ζημιές. Ο τελευταίος της σειράς έχει χτιστεί σε άγρια πόστα, γι’ αυτό πάθαινε συχνά βαριές ζημιές και ξεσκεπάστηκε αρκετές φορές. Στο ίδιο συγκρότημα άλλοι ανεμόμυλοι χτίστηκαν κοντά κι άλλοι σε μεγαλύτερη απόσταση ώστε να βρεθούν σε καλύτερη πόστα.

Ακόμα πιο καθαρά φαίνεται η διαφορά στη Ραχούλα της Κάτω Μεριάς του ίδιου νησιού. Οι δυο ανεμόμυλοι του χωριού έχουν χτιστεί σε απόσταση 10μ. μόνο μεταξύ τους, κι όμως ο ένας (του Γιαννακόπουλου) είναι σε άγρια πόστα, ενώ ο άλλος (του Γαβαλά) σε καλή. Ο πρώτος τις περισσότερες μέρες του χρόνου δούλευε με τα πανιά λιγότερο ανοιγμένα από του γείτονά του, έπαιρνε περισσότερα μέτρα πρόνοιας και παρ’ όλα αυτά πάθαινε τις περισσότερες ζημιές. Μια νύχτα του 1945 έκοψε τα πισώξαρτα ο αέρας, ντριτσάρισε τη φτερωτή προς το λεβάντε και αφού την ξεσήκωσε με ολόκληρη την ξυλική, την πέταξε σε απόσταση 25 μέτρων. Τη στιγμή μάλιστα που παρασυρόταν από τη θύελλα γκρέμισε και ένα κομμάτι από την τοιχοποιία του πύργου. Ο πλαϊνός όμως ανεμόμυλος δεν έπαθε τίποτα και την άλλη μέρα άλεθε κανονικά».


Οι μυλωνάδες και οι ικανότητες τους

Η κατασκευή ενός ανεμόμυλου απαιτούσε σημαντική επένδυση, που μόνο οι προύχοντες μπορούσαν να διαθέσουν. Έτσι, στις περισσότερες περιπτώσεις άλλος ήταν ο ιδιοκτήτης (νοικοκύρης) του μύλου και άλλος τον δούλευε.  Η εκμετάλλευση του ανεμόμυλου από το νοικοκύρη γινόταν με πάκτωμα (ενοικίαση) σε επαγγελματία μυλωνά. Στο βιβλίο «Ο ανεμόμυλος στις Κυκλάδες» επισημαίνεται:

«Για να γίνει κανείς μυλωνάς σε ανεμόμυλο έπρεπε να είναι γεροδεμένος ώστε να βγάζει πέρα μονάχος του με τις βαριές δουλειές και με τους χειρισμούς που συνεπάγονταν μάλιστα πολλούς κινδύνους. Να τα καταφέρνει στις μαραγκοδουλειές ώστε να αποκαθιστά ο ίδιος τις φθορές και τις μικροζημιές δίχως οικονομική επιβάρυνση και χασομέρια. 

Να έχει γνώσεις από τις δουλειές του θαλασσινού ώστε να κατασκευάζει σχοινιά από κανάβι, να κάνει γάσες και γερές ματισιές όταν κόβονταν και να επιτηδεύεται στη δουλειά του πετροκόπου, ώστε να κάνει καινούριες μυλόπετρες και να τις πελεκά κάθε φορά που στόμωναν. 

Όσο όμως άξιζαν όλες μαζί οι παραπάνω ικανότητες, άλλο τόσο βάραιναν και οι γνώσεις του πάνω στις τοπικές καιρικές συνθήκες. Οι μυλωνάδες έπρεπε πάντοτε να είναι σε θέση να προβλέπουν τις διαθέσεις του καιρού και προπάντων τις απότομες αλλαγές που ήταν ο φόβος και ο τρόμος των ανεμόμυλων».


Η αξιοποίηση των ανεμόμυλων

Οι ανεμόμυλοι αποτελούν έναν σημαντικό πλούτο για το νησί μας, που όμως παραμένει ανεκμετάλλευτος. Αν αποκατασταθούν πλήρως θα αποτελέσουν ένα ακαταμάχητο όπλο για την τουριστική, και άρα οικονομική, ανάπτυξη του νησιού μας. Μιλάμε φυσικά για την προστασία, αποκατάσταση και ανάδειξη όλων των μύλων της Αμοργού, χωρίς εξαίρεση, από ψηλά στον Μαχό μέχρι χαμηλά στην Ραχούλα της Κάτω Μεριάς.

Οι μύλοι αποτελούν ιδιωτική περιουσία, η οποία όμως παραμένει ανεκμετάλλευτη από τους ιδιοκτήτες. Το πολύ-πολύ να τους πουλήσουν σε ξένους, όπως έχει γίνει με δύο μύλους. Με ένα πρόγραμμα συνολικής αποκατάστασης και αξιοποίησης των ανεμόμυλων θα ωφεληθεί ολόκληρο το νησί αλλά θα ωφεληθούν και οι ιδιοκτήτες, είτε αποζημιωθούν είτε θελήσουν να τους πουλήσουν. 

Το σημαντικότερο πρόβλημα σε ένα τέτοιο πρόγραμμα είναι η σωστή αποκατάσταση και λειτουργία των ανεμόμυλων. Μέχρι να βρεθεί κάποιο πρόγραμμα για να χρηματοδοτηθεί η αποκατάσταση των ανεμόμυλων της Αμοργού, πρέπει να γίνει κάθε προσπάθεια για την ανάδειξή της. Ήδη με την συμμετοχή και ιδιωτών ηλεκτροφωτίστηκαν με φωτοβολταϊκά στοιχεία ο μύλος πάνω από το Ξυλοκερατίδι και ο μύλος που είναι στον λόφο Βουδάλι απέναντι από την Χώρα. Επίσης, έχει δρομολογηθεί ο φωτισμός των μύλων της Χώρας.


Πηγές

Ζαφείρης Βάος — Στέφανος Νομικός «Ο ανεμόμυλος στις Κυκλάδες, εκδόσεις Δωδώνη, Αθήνα 1991.

Νικολάου Γ. Γάσπαρη «Η νήσος Αμοργός», Αθήνα 1895, επανέκδοση στην περιοδική έκδοση «Αμοργιανά» του Συνδέσμου Αμοργίνων, τεύχος 3ο, Μάιος 1996.

Στέλιου Α. Μουζάκη «Ο μοναχισμός στο Ν.Α. Αιγαίο κατά τον 16ο-18ο αιώνα» εκδ. «Βιβλιοπωλείο των Βιβλιοφίλων», Αθήνα 1997.

Εκλογικοί κατάλογοι και απογραφές Δήμου Αμοργού 1863, 1870 και 1879.

Εκλογικοί κατάλογοι Κοινότητας Αιγιάλης 1887, 1928 και 1947.


φωτογραφία Konrad Helbig
Χώρα, 3 Ιουλίου 1968

Παρασκευή 28 Οκτωβρίου 2011

Παραδοτική πράξις του Μεγάλου Νικολάου, 1593

Του αγίου Νικολάου εις το Καμάρι

Εις αφηγ’ μηνός οκτωβρίου και ημέρα κυριακή θέλουν οι αδελφοί του μεγάλου Νικολάου οπού εδώκαν ψυχικόν εις τον ναόν του αγίου με κάθε των όρεξιν και παραδίδουν τον της Παναγίας της Χοζοβιώτισσας να μνημονεύωνται αυτοί και οι γονέοι τως και να έχουν και την έννοιαν της εκκλησίας να εορτάζουν τον ναόν του μεγάλου Νικολάου οι πατέρες, να είναι το μετόχι των πατέρων από τα σήμερον και οι αδελφοί οπού εδώκαν το ψυχικόν

παπά Αντώνης νομικός με την πρεσβυτέραν του
Μακάριος Καλούδης
παπά Αντώνης Πάσαρης
διάκος Γυλάρδος
Νικόλας Σκαρλάτος
Ιωάννης Σκαρλάτος
Μαρία του Μαυροϊωάννου
Ειρήνη του Κρητικού
Κώστας Χαροκόπος
Άννα του Ψευδού
Καλή του Ψευδού
Δημήτρης Παγκράτης με την γυναίκαν του
Νικήτας Θεολογίτης
παπά Μιχάλης Μεντρινός
Μιχάλης Βλαβιανός
Καλή του Πατέρα
Μακάριος νομικός
Μάρκος Ψευδός

Τετάρτη 10 Οκτωβρίου 2007

Ο Mεγάλος Θεολόγος στον Κρίκελο

Το τελευταίο μεγάλο αμοργιανό πανηγύρι του καλοκαριού γίνεται στις 26 Σεπτεμβρίου, ψηλά στον Κρίκελο της Αιγιάλης σε υψόμετρο 500 μέτρων. (Για φωτογραφίες από την ανάβαση και το φετινό πανηγύρι πατείστε εδώ)


Ο ναός του Μεγάλου Θεολόγου στην Γιάλη είναι ένα από τα σημαντικότερα βυζαντινά μνημεία της Αμοργού και των Κυκλάδων . Η αξία και η σημασία του για την ιστορία της Αμοργού δεν είναι ευρύτερα γνωστή. Σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις, πρόκειται για κτίσμα από την περίοδο της Εικονομαχίας, δηλαδή έχει ηλικία περίπου 1.200 ετών και (αν δεν είναι παλαιότερο) είναι σύγχρονο με το επιβλητικό μοναστήρι της Χοζοβιώτισσας. Η διαφορά είναι ότι για την χρονολόγηση της Χοζοβιώτισσας βασιζόμαστε στην προφορική παράδοση και σε έμμεσες ενδείξεις, ενώ για τον Μεγάλο Θεολόγο η χρονολόγησή του είναι σαφέστερη.


Ο Γιαλίτης δάσκαλος Νικήτας Βασσάλος, στην εξαιρετική μελέτη του για τον Θεολόγο που δημοσιεύθηκε στα «Αμοργιανά» [1], εξηγεί με πειστικότητα γιατί η εκκλησία είναι τόσο παλιά. Ο αρχιτεκτονικός της ρυθμός είναι τρίκλιτη βασιλική με τρούλο, γεγονός που «επιτρέπει να δεχθούμε, ότι η ανέγερσή της πραγματοποιήθηκε μεταξύ 7ου και 9ου αιώνα, επειδή ο ρυθμός αυτός, που αποτελεί μετάβαση από την παλαιοχριστανική βασιλική (4ος ως 6ος αιώνας), στο ρυθμό βασιλικής μετά τρούλλου, αρχίζει να δημιουργείται στις αρχές του 7ου αιώνα και, με σχετικές μεταρρυθμίσεις, φθάνει ως τον 9ο αιώνα».


Ένα δεύτερο στοιχείο, αποδεικτικό της παλαιότητας του μεγάλου Θεολόγου, είναι η αποκάλυψη στην αψίδα του Αγίου Βήματος, ύστερα από πτώση κεραυνού, ενός εντοιχισμένου βυζαντινού σταυρού κατασκευασμένου από συμπαγή κεραμόχροα τούβλα, μία διακόσμηση που επιτρεπόταν μόνο στα χρόνια της Εικονομαχίας. Την ίδια ακριβώς διακόσμηση είχε και ο ναός της Αγίας Σοφίας στην Θεσσαλονίκη, που κι αυτός ιδρύθηκε στα χρόνια της Εικονομαχίας.


Αξίζει να σημειώσουμε ότι, με βάση ασφαλή χρονολόγηση, από την περίοδο της Εικονομαχίας έχουμε τουλάχιστον ένα ακόμη μνημείο, τον ναΐσκο της Βαγγελίστρας στα Κατάπολα, που παρουσιάζει πολλές ιδιοτυπίες στην μορφή του και έχει τρούλο, όπως ο Θεολόγος, σε αντίθεση με τους πολλούς άλλους ναούς και ναΐσκους της Αμοργού που είναι νησιωτικού τύπου. Υπό το πρίσμα αυτό ίσως πρέπει να εξεταστεί και ο ναΐσκος του Αγία Μάμα στην Επανωχωριανή, που κι αυτός παρουσιάζει ιδιοτυπίες στην μορφή του, όπως είναι ο τρούλος του.


Η προφορική παράδοση της Γιάλης υποστηρίζει ότι ο ναός χτίστηκε από κάποιον πλοίαρχο, που έκανε τάμα να τον χτίσει με μυλόπετρες, όταν σώθηκε από τρικυμία στ’ ανοιχτά του Κρίκελου, μεταφέροντας με το πλοίο του μυλόπετρες. Ο μεγάλος Θεολόγος έχει χτιστεί με μεγάλους πωρόλιθους, ένα πέτρωμα που δεν υπάρχει στην Αμοργό και μεταφέρθηκε πιθανώς από την Μήλο ή την γειτονική Πάτμο, όπως εξηγεί ο κ. Νικήτας Βασσάλος. Τέτοια μνημειακά έργα, με μεταφορά υλικών από άλλα μέρη, προϋποθέτουν υψηλό κόστος κατασκευής για την εποχή της Εικονομαχίας, γεγονός που μας αναγκάζει να αμφιβάλλουμε για την ακρίβεια της προφορικής παράδοσης.


Με βάση αρκετές ενδείξεις, φαίνεται ότι στην Αμοργό είχαμε παλαιότερα αρκετά μοναστήρια, όπως στον Άγιο Γιώργη τον Βαρσαμίτη, στην Αγία Παρασκευή (Καλοταρίτισσα) και στον Θεολόγο του Κρίκελου, για να μείνει τελικά ένα, αυτό της «μονής των σκαλών», δηλαδή η Χοζοβιώτισσα, που απορρόφησε τα παλαιότερα ως μετόχια. Είναι πιθανό ότι γύρω στο 1100 συνέβησαν σημαντικές αλλαγές στην Αμοργό, με την μετακίνηση στο νησί μικρασιατικών πληθυσμών από τον Αλέξιο Κομνηνό, τον αυτοκράτορα που είναι και ο κτήτωρ της Χοζοβιώτισσας [2]. Η ανώμαλη περίοδος που ακολούθησε ισχυροποίησε τον ρόλο του Κάστρου (της Χώρας) και του μοναστηριού του, το οποίο σταδιακά απορρόφησε και τον μάλλον αρχαιότερο Μεγάλο Θεολόγο. Ουσιαστικά συμπεράσματα θα βγουν μόνο όταν ερευνηθεί επιστημονικά ο Θεολόγος και γενικά ο Κρίκελος, που μάλλον παραμένει ανεξερεύνητος.


Ο κ. Νικήτας Βασσάλος ανασκευάζει πειστικά και την εντύπωση που αφήνει στον αναγνώστη ο Ι. Βογιατζίδης (μελετητής του βραβείου της Χοζοβιώτισσας) ότι ο Μεγάλος Θεολόγος ήταν μετόχι της μονής της Πάτμου, όπως το ομώνυμο εκκλησάκι στην Χώρα «βορείως του φρουρίου». Ο Βογιατζίδης, μάλιστα, θεωρεί ότι το πιο παλιό επώνυμο, που δημιουργήθηκε πάνω στην Αμοργό είναι το «Θεολογίτης» και το αποδίδει σε εκείνους που δούλευαν στο μετόχι της μονής της Πάτμου στην Χώρα. Φαίνεται πως έχει δίκιο όσον αφορά την παλαιότητα και την προέλευση του επωνύμου. Πιο πιθανό όμως είναι το επώνυμο «Θεολογίτης» να συσχετιστεί με εκείνους που είχαν κτήματα στο οροπέδιο του Μεγάλου Θεολόγου (ή εργάζονταν στα χωράφια του), παρά με εκείνους που μπορεί να είχαν σχέση με το μετόχι της πατμιακής μονής, η περιουσία της οποίας στην Αμοργό είναι αμφίβολης σημασίας.


Ανεξάρτητα από τα παραπάνω, ένα έχει σημασία. Ο μνημειακός ναός του Μεγάλου Θεολόγου στην Γιάλη είναι η μεγαλύτερη και σπουδαιότερη παλαιά εκκλησία της Αμοργού και γι’ αυτό πρέπει να προστατεύεται κατά τρόπο απόλυτο. Χτυπημένος από δεκάδες κεραυνούς στο πέρασμα εκατοντάδων χρόνων, ο Μεγάλος Θεολόγος στέκεται και σήμερα αγέρωχος, εκεί ψηλά στον Κρίκελο, για να μας θυμίζει ότι η σημαντικότερη συνιστώσα της αμοργιανής κοινωνίας ήταν και είναι η βυζαντινή.


[1] «Αμοργιανά» (τεύχος 8, Ιούνιος 2002), περιοδική έκδοση του Συνδέσμου Αμοργίνων
[2] «Μία χιλιετία Συνοδινοί», στο «Αμοργιανοί γράφουν για την Αμοργό», έκδ. «Το κάστρο της Αμοργού» 2006.


Παρασκευή 27 Ιουλίου 2007

Παναγία Χοζοβιώτισσα, η «μονή των σκαλών»

Το μοναστήρι της Παναγίας της Χοζοβιώτισσας βρίσκεται στην νότια, απόκρημνη, αλίμενη ακτή της Αμοργού, φωλιασμένο μέσα σε αγκαθωτούς, απειλητικούς βράχους, είναι ορατό μόνον από το πέλαγος, που απλώνεται απέραντο κάτω από τα βράχια, 300 μέτρα ψηλά. Η κάτασπρη, απέριττη όψη του εναρμονίζεται θαυμαστά με τα πολύχρωμα ανώμαλα βράχια. Μόνον από κοντά διαγράφονται οι λευκοί γεωμετρικοί όγκοι και τα αυστηρά γραμμικά περιγράμματα του κτιρίου που, με την συνεργεία του φωτός, δημιουργούν την αίσθηση πολυεπίπεδης επιφάνειας.
Το κτίριο εκτείνεται σε μήκος 40 μέτρα, ενώ το πλάτος του δεν ξεπερνά τα 5 μέτρα. Εξ αιτίας του μικρού πλάτους τα οκτώ επίπεδα-"όροφοι", δεν συναντώνται σχεδόν σε κανένα σημείο. Κλίμακες στενές, πέτρινες, κτιστές ή λαξευμένες στον βράχο, οδηγούν στους οκτώ "ορόφους". Καμάρες, τόξα, βυζαντινού τύπου ή οξυκόρυφα των χρόνων της Ενετοκρατίας (1296-1537), κτισμένα με πέτρες ή πωρόλιθο από την Μήλο, ξυλοδόκαρα και ξυλοδεσιές χαρακτηρίζουν τον περίπλοκο, δαιδαλώδη εσωτερικό χώρο.
Τα πολυάριθμα κελλιά των Μοναχών, η τράπεζα, τα μαγειρεία, οι φούρνοι, οι αποθήκες, τα πατητήρια, οι στέρνες και τα πηγάδια, όλα σφηνωμένα μέσα στον φυσικό βράχο που μεταμορφώνεται σε λειτουργικό οικοδομικό στοιχείο, συνθέτουν ένα θαυμαστό δείγμα ανώνυμης λειτουργικής λαϊκής αρχιτεκτονικής.
Στο μικρό, μονόχωρο, καμαροσκέπαστο εκκλησάκι βρίσκονται μεταξύ άλλων, και οι ζωντανές μαρτυρίες της τοπικής προφορικής παράδοσης για την καταγωγή της εκόνας από τα Χόζοβα (ή το Χόζοβο) της Παλαιστίνης: οι δύο ενεπίγραφες εικόνες της Παναγίας της Χοζοβιώτισσας ή ΧΩΖΗΒΙΤΙCΑΣ, και η σιδερένια "σμίλη" του αρχιμάστορα, ζωντανό σημάδι της διήγησης "για την ακριβή θέση που όρισε η Παναγία να κτιστεί ο ναός της". Αλλά και για την ιστορία της ίδρυσης της Μονής σημαντικό υλικό τεκμήριο αποτελεί το ασημένιο ενεπίγραφο εξαπτέρυγο, που αναφέρει ότι "ανεκενίσθη παρ' Αλεξίου βασιλέος του μεγάλου Κομνηνού", του Αυτοκράτορος του Βυζαντίου Αλεξίου του Α' Κομνηνού (1081-1118).
Το όνομα Χοζοβιώτισσα, αψευδής μαρτυρία του ιστορικού πυρήνα της τοπικής προφορικής παράδοσης, δημιουργήθηκε από παραφθορά του "Χοζιβίτισσα" ή "Κοζιβίτισσα", από το τοπωνύμιο Χοζιβά ή Κοζιβά στους Αγίους Τόπους, σήμερα στην περιοχή Wadi Qilt της Ιεριχούς, όπου, σύμφωνα με γραπτές μαρτυρίες των Βυζαντινών χρόνων, υπήρχαν από τους πρώτους Χριστιανικούς χρόνους σημαντικά ορθόδοξα Μοναστήρια. Στα χρόνια της Εικονομαχίας, τον 8ο και 9ο αιώνα, ορίζει ρητά τοπική, έως σήμερα ζωντανή, προφορική διήγηση, την "διά θαλάσσης, με θαυματουργό τρόπο, έλευση της εικόνας της Παναγίας στον ορμίσκο της Αγίας 'Αννας", πλησίον της Μονής.
Η χρονολόγηση της Μονής είναι άρρηκτα δεμένη με το όνομα Χοζοβιώτισσα, και, εν πολλοίς, στηρίζεται και στην προφορική παράδοση. Ο συσχετισμός των διηγήσεων με τις πληροφορίες των βυζαντινών Χρονογράφων, κυρίως του Θεοφάνους, η συνεξέταση των ιστορικών γεγονότων, των αναταραχών, στον γεωγραφικό χώρο της Μεσογείου και της Παλαιστίνης καθώς και των μεταγενεστέρων γραπτών μαρτυριών που παραδίδουν οι Κώδικες και τα πατριαρχικά Σιγίλλια της Μονής, επιτρέπουν την χρονολόγηση του πρώτου κτιριακού πυρήνα στον 9ο αιώνα, στά χρόνια της άφιξης της εικόνας. Την σύνδεση της Μονής με τον αυτοκράτορα Αλέξιο τον Α' Κομνηνό, υποστηρίζουν σημαντικές γραπτές, μεταγενέστερες πληροφορίες, όπως οι πατριαρχικές επιστολές, οι οποίες προφανώς ανάγονται στην πρώτη "βασιλικήν χρυσόβουλλον γραφήν" του έτους 1088, που εκχωρούσε σταυροπηγιακά δικαιώματα στην Μονή.
Από το 1978 έχουν εκτεθή σε δύο βραχοσκεπή στενόμακρα κελλιά τα σημαντικότερα κειμήλια της Μονής: Χειρόγραφα, γραμμένα σε περγαμηνή και χαρτί, Σιγίλλια και έντυπα Ευαγγέλια. Οι Κώδικες σε μεβράνη (περγαμηνή) χρονολογούνται από τον 10ο έως τον πρώϊμο 15ο αιώνα, ενώ οι χάρτινοι ανάγονται στους Βυζαντινούς και Μεταβυζαντινους χρόνους (13ος - 19ος αιώνας). Σημαντικά δείγματα κεντητικής τέχνης, όπως λειτουργικά άμφια, χρυσοϋφαντα, μερικά στολισμένα με μαργαριτάρια, πούλιες και πετράδια, άλλα κεντημένα με χρυσοκλωστή και αργυρόνημα, τα περισσότερα έργα του 18ου και 19ου αιώνα. Εκτίθενται και εξαρτήματα της βαρύτιμης αμφίεσης των αρχιερέων, όπως περίετεχνα δουλεμένες πόρπες για την στήριξη της ιερατικής ζώνης, έργα διαφόρων εργαστηρίων αργυροχοϊκής τέχνης του 18ου και 19ου αιώνα, εγκόλπια, σταυροί κτλ. Πολύτιμα εκκλησιαστικά σκεύη, για τις ανάγκες της λατρείας, σταυροί αγιασμού, ποτήρια μεταλήψεως, μυροδοχεία, δίσκοι για το πρόσφορο και το αντίδωρο, κάδοι αγιασμού, κηροπήγια, καντήλια, θυμιατήρια, κτλ.

Η Μονή του Χοζεβά
Η εικόνα της Παναγίας της Χοζοβιώτισσας, και κατ’ επέκταση το όνομα και η ιστορία του μοναστηριού της Αμοργού, συνδέεται με τους Αγίους Τόπους και την μονή Χοζεβά. Για το μοναστήρι αυτό, ο αρχαιολόγος και αραβολόγος Ιωάννης Μεϊμάρης γράφει σχετικά (1):
«Το μοναστήρι του Χουζιβά βρίσκεται στην έρημο προς ανατολάς της Αγίας Πόλεως μέσα στη χαράδρα Wady el Qilt, κτισμένο στο βράχο αριστερά του αρχαίου ρωμαϊκού υδραγωγείου μεταξύ της Αγίας Πόλεως και της Ιεριχούς. Στις αρχές του 5ου αιώνα έζησαν σε σπήλαια γύρω από μια εκκλησία, η οποία ήταν αφιερωμένη στον πρωτομάρτυρα Στέφανο πέντε Σύριοι μοναχοί.
Περί τα τέλη του 5ου αιώνος στη λαύρα αυτή έζησε ο άγιος Ιωάννης ο Χοζεβίτης, μετέπειτα μητροπολίτης Καισάρειας της Παλαιστίνης και τον 7ο αιώνα ο άγιος Γεώργιος ο Χοζεβίτης. Το μοναστήρι του Χουζιβά σήμερα φέρει το ονόματα των δύο αυτών αγίων. Η λαύρα ήκμασε από τον 6ο μέχρι τον 8ο αιώνα και φημιζόταν για την αυστηρότητα του βίου των ασκητών της.
Είλκυσε πολλούς αναχωρητές για την ερημικότητα, το διερχόμενο πηγαίο νερό, τη γειτνίασή της με τον κεντρικό δρόμο Αγίας Πόλεως —Ιεριχούς και την ανεξάντλητη πηγή των θαυμάτων της υπεραγίας Θεοτόκου, η οποία θέλει την μονή ως οίκον της.Η μονή καταστράφηκε το 614 από τους Πέρσες. Εξακολουθεί να υφίσταται, ταπεινότερα όμως μέχρι τον 12ο αιώνα και σχεδόν σε ερείπια μέχρι το 1878 οπότε την ανοικοδόμησε η αγιοταφική αδελφότητα. Η μονή σε περίοδο ακμής είχε εντός και εκτός του χειμάρρου πάρα πολλούς μοναχούς. Αυτό μαρτυρούν οι 212 ελληνικές επγραφές του κοιμητηρίου της, ταο οποίο ανεκαλύφθη τον περασμένο αιώνα μέσα σε σπήλαιο. Σ’ αυτό ήταν θαμμένοι μοναχοί από όλο τον γνωστό ορθόδοξο κόσμο της Ανατολής εντόπιοι (Γαζαίοι, Ασκαλωνίτες, Μαϊουμαίοι), Αντιοχείς, Δαμασκηνοί, Αιγύπτιοι, Άραβες, Ρωμαίοι, Καππαδόκες, Ελλαδικοί, Αρμένιοι, Ίσαυροι, Κίλικες, Βεσσοί και ένας Ινδός».
Ο Όσιος Γεώργιος
Ο Όσιος Γεώργιος Χοζεβίτης εορτάζεται στις 8 Ιανουαρίου. Γεννήθηκε στην Κύπρο από ευσεβείς γονείς. Είχε έναν μεγαλύτερο αδελφό, τον Ηρακλείδη, ο οποίος σε νεαρή ηλικία επισκέφθηκε τους Αγίους Τόπους για να προσκυνήσει. Κατόπιν πήγε στην Λαύρα του Καλαμώνος, όπου εκάρη μοναχός. Αργότερα, και μετά από πολλές πιέσεις εκ μέρους του θείου του ο οποίος επιθυμούσε να τον παντρέψει με την μοναχοκόρη του, ο Γεώργιος κατέφυγε στον αδελφό του. Όμως, λόγω του νεαρού της ηλικίας του, εκείνος τον οδήγησε στη Μονή Χοζεβά όπου εκάρη μοναχός και έζησε αυστηρή ασκητική ζωή. Απέκτησε μεγάλη φήμη για τους πνευματικούς αγώνες του.

Άγιοι Τόποι, Κύπρος, Αμοργός...
Η παράδοση της Αμοργού για την εικόνα της Παναγίας της Χοζοβιώτισσας είναι σαφής και έχει διατηρηθεί μέχρι τις μέρες μας. Η εικόνα έφτασε στο νησί (θαυματουργικά ή με μοναχούς) από τους Αγίους Τόπους, μέσω Κύπρου, τον καιρό της Εικονομαχίας.
Αυτή η προφορική παράδοση πρέπει να συσχετισθεί με δύο γεγονότα: ότι ο Όσιος Γεώργιος ο Χοζεβίτης καταγόταν από την Κύπρο και ότι έζησε σε μιαν εποχή που δεν απέχει πολύ από την περίοδο της Εικονομαχίας. Φαίνεται ότι η Κύπρος έπαιξε ρόλο στην πορεία της εικόνας από την Παλαιστίνη στην Αμοργό, κάτι που γνωρίζει η τοπική παράδοση και το διατήρησε προφορικά μέχρι σήμερα.
Κάτι άλλο το οποίο μπορεί να έχει την σημασία του, είναι η πολυπληθής παρουσία Γαβαλάδων στην Αμοργό. Το επώνυμο συναντάται στο Αιγαίο πριν την Φραγκοκρατία και ορισμένοι ερευνητές το συνδέουν με την πόλη Γάβαλα της Συρίας, μια περιοχή που βρίσκεται κοντά στους Αγίους Τόπους.. Μ’ άλλα λόγια, υπάρχει η εκδοχή η εικόνα να ξεκίνησε από το μοναστήρι της Παναγίας στο Χοζεβά, στο οποίο ισχυρότερη προσωπικότητα αναδείχτηκε ο Όσιος Γεώργιος, που καταγόταν από την Κύπρο. Μέσω Κύπρου έφεραν την εικόνα στην Αμοργό καταδιωγμένοι από τους εικονομάχους χριστιανοί (μοναχοί και λαϊκοί) και ενδεχομένως σ’ αυτούς να υπήρχαν και Γαβαλάδες.
Αυτό που έχει σημασία, πάντως, είναι ότι αν εικόνα της Παναγίας που βρίσκεται στο μοναστήρι της Αμοργού, δηλαδή η Παναγία η Χοζοβιώτισσα, έφτασε στο νησί τον καιρό της Εικονομαχίας (δηλαδή πριν 1.200—1.300 χρόνια), τότε είναι μία από τις αρχαιότερες εικόνες στον ελλαδικό χώρο. Αν έτσι έχουν τα πράγματα, τότε και το μοναστήρι είναι ένα από τα αρχαιότερα της Ελλάδας, παλαιότερο και από τις μονές του Αγίου Όρους που ιδρύθηκαν τον 10ο αιώνα. Και βεβαίως είναι το αρχαιότερο μοναστήρι των Κυκλάδων. Η σημερινή του μορφή ανάγεται στα τέλη του 11ου αιώνα, στα χρόνια του αυτοκράτορα Αλέξιου Κομνηνού. Και μ’ αυτή την χρονολόγηση είναι πολύ παλιό, ωστόσο είναι πιθανό ότι υπήρξε και παλαιότερο οικοδόμημα.
Σε διάφορα παλαιά έγγραφα το μοναστήρι μας αναφέρεται και με τις ονομασίες «Μονή των Σκαλών» και «Νέα Μονή». Ο Βογιατζίδης υποθέτει ότι η παλαιά μονή ήταν η Αγία Παρασκευή ή Άγιος Γεώργιος ο Βαλσαμίτης. Εκτός από έναν παλαιοχριστιανικό ναό, που ανακαλύφθηκε στα Παραδείσια, δεν φαίνεται να υπάρχει κάποια ένδειξη για ύπαρξη μοναστηριού στην Αγία Παρασκευή. Ούτε στον Βαλσαμίτη. Συνεπώς, η ισχυρότερη εκδοχή παραμένει αυτή που αναφέρει η προφορική παράδοση. Δηλαδή, η εικόνα ήρθε από τους Αγίους Τόπους, μέσω Κύπρου, στην Αμοργό πριν το 900 μ.Χ. και ιδρύθηκε προς τιμήν της μοναστήρι.
Η μονή ανακαινίστηκε και πήρε τη σημερινή της μορφή δυο τρεις αιώνες αργότερα, από τον αυτοκράτορα Αλέξιο Κομνηνό. Φαίνεται, επίσης, εξαιρετικά πιθανό οι δύο φάσεις ίδρυσης και ανακαίνισης της Χοζοβιώτισσας, να συνοδεύτηκαν από εγκατάσταση στην Αμοργό βυζαντινών οικογενειών, τα επώνυμα των οποίων εξακολουθούν να υφίστανται στο νησί μας. Η προφορική παράδοση για την Χοζοβιώτισσα είναι τόσο ζωντανή όσο και οι άνθρωποι.

Παρασκευή 8 Ιουνίου 2007

Η Παναγία η Ακαθή της Σχινούσας

από την Μόσχα Φ. (Χώρα Αμοργού)

Το όνομα «Ακαθή» υπάρχει σχεδόν μόνο στη Σχινούσα και προέρχεται από μία εικόνα της Παναγίας που βρίσκεται εκεί. Της Παναγίας της Ακαθής, όπως την λένε. Και λέγεται έτσι, επειδή είναι από τις λίγες εικόνες που ο Χριστός αντί να τον κρατά αγκαλιά η Παναγία, στέκει όρθιος μπροστά της. Δηλαδή Ακάθιστος.

Η εικόνα αυτή πήγε στη Σχινούσα από τη Σαντορίνη, που κι εκεί βρέθηκε με θαυματουργικό τρόπο.

Μια γυναίκα, κάτοικος της Σαντορίνης, άκουγε κατά καιρούς από ένα συγκεκριμένο σημείο του σπιτιού της χτυπήματα στον τοίχο. Δεν μπορούσε να το εξηγήσει αλλά δεν έδωσε ως φαίνεται και την πρέπουσα σημασία.

Ένα βράδυ λοιπόν είδε ένα όνειρο. Της παρουσιάστηκε μια γυναίκα και της είπε ότι είναι η Παναγία η Ακαθή και γιορτάζει του Ακαθίστου. Να σκάψει της είπε στο σημείο που ακούει το κτύπημα.Έσκαψε λοιπόν η γυναίκα αυτή και βρήκε ένα κούφωμα και μέσα την εικόνα μαζί με ένα καντηλάκι και σταμνάκι με λάδι.

Την εποχή εκείνη η Σαντορίνη ήταν πολύ φτωχό νησί και οι κάτοικοί της τα έφερναν πολύ δύσκολα βόλτα. Ακούγοντας λοιπόν στο χωριό για την θαυματουργή εικόνα έτρεχαν όλοι να προσκυνήσουν και κάτι άφηναν στη γυναίκα. Άλλος λίγο λάδι, άλλο κάποια λεφτά. Με τον τρόπο αυτό ζούσε τώρα η γυναίκα που βρήκε την εικόνα καλύτερα.

Κάποτε σκέφθηκε να πάρει την εικόνα και να τη φέρει στα γύρω νησιά και ο κόσμος που προσκυνούσε άφηνε τον οβολό του. Πήγε λοιπόν σε κάποια περιοδεία της και στη Σχινούσα και επειδή εκεί την καλοδέχτηκαν και της έδωσαν ίσως και κάποια δουλειά — το νησάκι ήταν εύφορο και υπήρχε δουλειά για όλους — αποφάσισε να εγκατασταθεί.

Την εικόνα την είχε πάντα στο σπίτι της και κατά κάποιο τρόπο την εκμεταλλευόταν. Σε κάποια επίσκεψή του όμως εκεί ο Σεβασμιώτατος Θήρας Γαβριήλ δεν του άρεσε αυτή η εκμετάλλευση που γινόταν. Έκαμε λοιπόν τις απαιτούμενες ενέργειες και η εικόνα μεταφέρθηκε στην ενορία του νησιού που ήταν αφιερωμένη στα Εισόδια της Θεοτόκου.

Σήμερα η εκκλησία γιορτάζει την Παρασκευή του Ακαθίστου και γίνεται μεγάλη πανήγυρις. Αξίζει να επισκεφθεί κανένας το νησάκι να προσκυνήσει την θαυματουργή εικόνα και να κολυμπήσει στις καταγάλανες παραλίες του.

Χαιρετώ από την Χώρα της Αμοργού

Κυριακή 27 Μαΐου 2007

Οι τοιχογραφίες στον Χρυσόστομο

κείμενο - φωτογραφίες: Γιάννης Δεσποτίδης


Ένα από τα σημαντικά βυζαντινά μνημεία του νησιού μας, η εκκλησία του Αγίου Ιωάννη του Χρυσόστομου, άλλοτε μετόχι της Ιεράς Μονής Χοζοβιωτίσσης, κινδυνεύει να καταστραφεί από την συνεχόμενη φθορά του χρόνου.
Ο μικρός ναός, δείγμα λαϊκής αρχιτεκτονικής, βρίσκεται στην κρημνώδη περιοχή των Καψάλων, κτισμένος μέσα σε κτήμα της Μονής με λιγοστές ελιές, ανάμεσα σε ερειπωμένα κτίσματα και βράχια.
Μνήμες και εικόνες της ταπεινής ζωής των μοναχών ανασταίνονται. Ο νάρθηκας του ναού είναι κατάγραφος με αξιόλογες τοιχογραφίες, πιθανόν του 13ου αιώνα, οι οποίες παρουσιάζουν τη ζωή του Αγίου.
Μεγάλο όμως ενδιαφέρον παρουσιάζουν δύο τοιχογραφίες: η θυσία του Αβραάμ και ο Επιτάφιος Θρήνος. Οι σπάνιες αυτές τοιχογραφίες έχουν υποστεί τεράστιες φθορές.
Ολόκληρο εξάλλου το κτίριο παρουσιάζει σοβαρά στατικά προβλήματα, ρωγμές στην αψίδα και το θόλο με αποτέλεσμα οι βροχές και η αυξημένη υγρασία να αποτελούν μόνιμη απειλή για το μνημείο.
Η 4η Εφορεία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων, στην οποία υπαγόταν η Αμοργός μέχρι και το τέλος του 2003, κατάφερε, έστω και καθυστερημένα, να προχωρήσει την αρχιτεκτονική μελέτη του ναού και να κάνει μία προσωρινή στερέωση των τοιχογραφιών. Όμως η περαιτέρω καθυστέρηση της συντήρησης του μνημείου συντελεί ολοένα και περισσότερο στην καταστροφή του.
Ενδιαφέρον επίσης παρουσιάζει και η μοναδική σωζόμενη σκήτη (το λεγόμενο «Ασκηταριό») λίγο ψηλότερα από το ναό, κτισμένη μέσα στο βράχο, που δύσκολα την ξεχωρίζει κανείς, με μικρή και επικίνδυνη είσοδο. Η θέα είναι μοναδική, το βλέμμα αγκιστρώνεται στο πλάτωμα και χάνεται πέρα στο πέλαγος.
Αυθόρμητα ανασαίνει ο επισκέπτης, μαζί με τον δροσερό αέρα, το μοσχοβολιστό θυμίαμα της ιστορίας, σαν να νιώθει το χώρο πάλι ζωντανό. Με τους μοναχούς να αλαφροπατούν στο χώμα, ευλογώντας γη και ουρανό, δοξάζοντας ακατάπαυστα το Δημιουργό.
Είναι απαραίτητο αυτό το σημαντικό βυζαντινό μνημείο της Αμοργού να διασωθεί. Ας μεριμνήσουν οι αρμόδιοι φορείς, πριν να είναι αργά, ώστε να ενταχθεί σε κάποιο πρόγραμμα και να διατηρηθεί.