Οι φίλοι του μπλοκ

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λαγκάδα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λαγκάδα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 8 Δεκεμβρίου 2011

Άννας Συνοδινού «Οι προγονοί μου»

Στο ληξιαρχικό κατάστιχο της Κοινότητας Αιγιάλης (στο χωριό Λαγκάδα της Αμοργού), που ήταν ξεχασμένο, σκονισμένο, κίτρινο απ’ τον χρόνο, διάβασα με τα μάτια μου το 1968 τον γενεαλογικό πίνακα επτά οικογενειών που έφεραν το επώνυμο των Συνοδινών, ανάμεσα στις οποίες ήταν και του παππού μου Μιχαήλ Ιωάννου Συνοδινού και της γιαγιάς μου Ευδοκίας Μιχαήλ Συνοδινού. Το 1885, γράφει το κατάστιχο, η Ευδοκία (Βδοκώ) Συνοδινού σύζυγος του Μιχαήλ γέννησε τα παιδιά που ονομάστηκαν: Ποθητή, Άννα, Ευαγγελία, Ιωάννης, Καλλιόπη, Σταύρος, Ειρήνη.

Ο παππούς μου Μιχάλης ήταν αγρότης, χτίστης και ο πυροσβέστης του χωριού. Η πολυμελής οικογένειά δεν είχε πόρους οικονομικούς και θρεφόταν δύσκολα με το λιγοστό λάδι, τη φάβα που εκεί στα ψηλοράχια βγαίνει κίτρινη και ροζ γιατί ανάμεσα στις φυτούλες φυτρώνουν και αγριοτρανταφυλλάκια ροζ. Είναι μια μοναδική περίπτωση της αμοργιανής φάβας, που δεν έχει μεγάλη παραγωγή και δεν φτάνει στο εμπόριο. Η γλύκα της είναι απερίγραπτη. Τα χόρτα του βουνού γέμιζαν τις υπέροχες πίττες με το χειροποίητο φύλλο, οι τραχανάδες και τα άλλα όσπρια του μικρού χωριού ήταν η βάση θρέψεως. Γιατί όταν έφτανε η ώρα να θυσιαστεί η κοτούλα ή το αρνάκι, τα παιδιά κλαίγανε, δεν θέλανε να φάνε. Η κολοκύθα έσωζε την κατάσταση, που την τηγανίζανε στο χοχλαστό καλαμποκέλαιο και το ψωμί και το ψωμί, η φραντζόλα (η περίφημη φραντζολα λεγόταν «Παύλος»), κριθαροσιταρένια, που ζυμώνεται φορμάτη για να δίνει παξιμάδια αλατισμένα και χορταστικά. Η υγεία της οικογένειας ήταν άριστη και απ’ αυτή τη φύτρα βγήκαμε και μεις, μια χαρά παιδιά και εγγόνια, εύρωστοι, γελαστοί και ισορροπημένοι.

Ψάξαμε να βρούμε από πού βγήκε το επώνυμό μας, γιατί οι Αιγαιοπελαγίτες λεγόμαστε Συνοδινοί, ενώ οι άλλοι, στα Ιόνια νησιά, λέγονται Συναδινοί.

Οι παραδόσεις και τα ενθυμήματα που σώζονται από στόμα σε στόμα φέρνουν ως τις μέρες μας ζωντανές ιστορίες των προγόνων μας από την Αμοργό. Ακόμη, χάρη στους Συνοδινούς, που έζησαν στο βυζαντινό μοναστήρι της Παναγίας Χοζοβιώτισσας, μέχρι σήμερα ακούμε παραμύθια των προγόνων. Ανάμεσα σ’ αυτά, κάποια μιλάνε για τον παλατιανό που ‘χε θάρρος, έλεγε φωναχτά όσα σκεφτόταν για μικρούς και μεγαλόσχημους. Ο Αυτοκράτορας τον ειδοποίησε πως θα φάει το κεφάλι του, αν δεν πάψει να μιλάει. Θύμωσε κι αντί να τονε θανατώσει, τον έστειλε εξορία στην Αμοργό. Ο αξιωματούχος με την οικογένειά του έφτασε στο νησί με γαλέρα, που πήγαινε στους Αγίους Τόπους. Οι άλλοι, που εξορίστηκαν μαζί του, πήγανε στον Μυστρά, στο Πριγκιπάτο του Μορέα.

Όταν η Πόλη έπεσε, εκείνοι οι Βυζαντινοί του Μυστρά φύγανε προς την Πάτρα. Από κει πολλοί πήγαν στην Κεφαλονιά, που ήταν σε ξένη κατοχή αλλά δεν κινδύνευε από τους Τούρκους. Έως σήμερα δεν γνωρίζουμε πως επιβίωσαν οι Συνοδινοί της Αμοργού, που διατήρησαν τις παραδόσεις και τα χριστιανικά ονόματα της Βασιλεύουσας. Κι ακόμη, δεν έχουμε έγκυρες πληροφορίες για τη σύνολη δράση των Συνοδινών, Στυλιανού και Αντωνίου, που ήσαν στην Φιλική Εταιρεία. Ένα είναι θετικά βέβαιο, πως η Ιερά Μονή της Χοζοβιώτισσας ήταν και είναι μια έπαλξη εθνικοθρησκευτική, που πολλά έσωσε και πολλά διασώζει στην Αμοργό και στο Αιγαίο.
Οι παραδόσεις και τα παραμύθια οδηγούν στην επιστημονική έρευνα:

«Οι Συνοδινοί ή Συναδινοί κατάγονται εκ Συννάδων Μικράς Ασίας. Αυλικοί εν Βυζαντίω εξεδιώχθησαν εκείθεν ένεκα λόγων ερωτικών. Μετά την Άλωσιν επανήλθον εις Σύνναδα και εκείθεν ήλθον εις την κυρίως Ελλάδα. Εγκαταστάθηκαν εις χωρίον Ιλάρους της Κατωγής Κεφαλληνίας (Παλλική-Ληξούρι), όπου και μέχρι σήμερον σώζονται, εκ των ενταύθα δε έδραμον οι Στυλιανός και Αντώνιος το 1767 εις την επανάστασιν της Πελοπονννήσου, μυηθέντες κατόπιν και τα της Φιλικής Εταιρείας». Οι πληροφορίες είναι του Παν. Συνοδινού, φίλου το Ηλία Τσιτσέλη και αδελφού του εν Πάτραις σατιρικού ποιητή Ηλία Συνοδινού (Κεφαλληνιακά Σύμμεικτα 1, 1904, 614).

Η πόλις της Φρυγίας Σύναδα ή Σύνναδα ήκμαζε από το εμπόριο μαρμάρων, λευκών μετά φλεβών ερυθρών, τους περίφημους συνάδιους λίθους.

Έδωσε πολλούς ιεράρχες, εκ των οποίων ο Μιχαήλ μαρτυρήσας υπέρ της λατρείας των Εικόνων. Η μνήμη του Οσίου Ομολογητού Μιχαήλ Επικόπου Συννάδων εορτάζεται στις 23 Μαΐου. Εις τον Λαυρεωτικό Κώδικα 170 καταχωρείται το δίστιχο: «Λιπών Μιχαήλ ο Πρόεδρος Συννάδων την γην, ανήλθεν συνάδειν τοις Αγγέλοις». Εις την Ιερά Μονή του Κουτλουμουσίου στο Άγιον Όρος φυλάσσεται μέρος του ιερού σκηνώματος του Οσίου, το οποίον ευωδιάζει. (Πληροφορίες από το Εγκυκλοπαιδικό Λεξικό Ελευθερουδάκης).

Ο πατέρας μου Ιωάννης Μιχαήλ Συνοδινός, από το χωριό Λαγκάδα της Αιγιάλης Αμοργού, επιθυμούσε να κρατάμε τα παραδοσιακά, τα «παραδομένα» από πάππο προς πάππο και τη λαλά (όπως χαϊδευτικά αποκαλούν τη γιαγιά). Έτσι, όταν ένιωσε πως οι μέρες του δεν θα μακρύνουν, μας διηγόταν πολλά αμοργιανά και με βουρκωμένα μάτια ψιθύριζε:

«Ήθελα να ‘μουνα πουλί, χρυσές φτερούγες να ‘χα
να πέταγα ως την Αμοργό για μια στιγμή μονάχα».

Κι ακόμα θυμότανε τη λαλά του που μουρμούραγε τα τραγούδια της ξενητιάς:

«Ω, καϋμένη Αμοργός, ίντα κακό σε βρήκε
Που όλη σου η λεβεντιά στην ξενητιά εβγήκε».

Και του ‘γραφε:

«Σου εύχομαι με το καλό γρήγορα να γυρίσεις!
Στην ξενητιά όπου γυρνάς μη μας αλησμονήσεις.
Χριστέ μου, το παιδάκι μας, τον Γιάννη, το χρυσό μας,
η ξενητιά τον χαίρεται, εν είναι πλιό δικό μας».

Τον Οκτώβριο του 1968 πήγα για πρώτη φορά στην Αμοργό με τον αδελφό μου Νίκο, να κάνουμε του πατέρα μας το σαραντάμερο μνημόσυνο στο χωριό του, τη Λαγκάδα. Ταξιδέψαμε μ’ ένα καράβι εικοσιέξι ώρες, γιατί δούλευε μόνο η μία μηχανή του. Κι ακόμα, το σοβαρό πρόβλημα συγκοινωνίας, από εκατό χρόνια πριν, στα νησιά της άγονης γραμμής δεν έχει λυθεί επαρκώς. Το νησί της Αμοργού είναι από τα διασημότερα για την ιστορία του στο Αιγαίο. Εμείς φτάσαμε και βρήκαμε ανοιχτές αγκαλιές, φυσική γοητεία, φιλόξενη γη και αδέλφια, ομορφιά παντού. Οι παππούδες μας ζούσαν σ’ ένα τυπικά νησιώτικο διώροφο κάτασπρο σπίτι, θεμελιωμένο στο μεγάλο βράχο του λόφου. Από την ταρατσούλα του αγνάντευες «μύθια κι αλήθεια» στο πέλαγο και στον ουρανό. Καθώς το θυμάρι και τα σπάνια κρινάκια στέλνανε την ευωδιά τους παντρεμένη με την αρμύρα της θάλασσας και τον ζωογόνο αέρα.

Η ανηφόρα, για να φτάσεις ποδαράτα στο χωριό, σε αποζημιώνει προσφέροντας 25-30 πλατύσκαλα ασβεστωμένα, καθαρά σαν γάλα, καταμεσής διακοσμημένα με μια ζωγραφιά ενός άνθους, μαργαρίτα ή κρίνο, γαρούφαλο, καμπανούλα. Και γύρω γύρω λυγαριές ανθισμένες, πικροδάφνες και φραγκόσυκα. Τι τρέλα που ‘χουμε οι Έλληνες, να αφήνουμε αυτόν τον παράδεισο και να ζούμε στην κόλαση των μεγαλουπόλεων. Κύριε ελέησον!

Την επόμενη μέρα κάμαμε το μνημόσυνο στο ξωκκλήσι της Ρεματιάς στον Άγιο Παντελεήμονα, που είχε βρει την εικόνα του μέσα σε μια σπηλιά της θάλασσας ο πατέρας. Οι Λαγκαδιανές συγγένισσες, ξαδέρφες, θειάδες είχαν ετοιμάσει την παραγγελία του απόντος, να φιλέψουμε στο καφενείο του χωριού όλους τους χωριανούς με ψαρόσουπα και ζεστό ψωμί, για τα συχώρια του. Ο παπάς, ο δήμαρχος, ο δάσκαλος ήρθαν κι ένα τσούρμο παιδιά για το στολισμένο δίσκο με το στάρι, τα κουφέτα, τα ρόδια, τους ξηρούς καρπούς, με τρόπο του παλιού βυζαντινού στολίσματος, όπως έφτιαναν ο Σίμων Καρράς και η Άννα Σικελιανού το «κέρασμα» για τις ψυχές. Τι ωραίος κόσμος. Χόες, το δροσερό νερό, το ντόπιο μελένιο ποτό, το παξιμάδι «ο Παύλος», κριθαρένιο ζυμωτό με γλυκάνισο και σε στυλώνει. Άρχισαν και με σεμνή φωνή χαμηλά να λένε τα τοπικά μοιρολόγια.

«Όλοι καλώς ορίσατε που ‘ρθατε να μας δείτε
σε τούτη δω τη συμφορά όλοι να λυπηθείτε»

Μου ‘καψες, Χάρε, την καρδιά, ράγισε η ψυ΄χή μου
μου πήρες τον αφέντη μου, που ήταν η ζωή μου»
Έχασα γκόρφι με σταυρό, μάλαμα δυο κομμάτια
έχασα τον προστάτη μου από τα δυο μου μάτια.
Κλαίω και γίνεται σεισμός, γελώ και κάνει στάση,
αναστνεάζω καίγονται όρη βουνά και δάση...»

Τα μοιρολόγια που θυμάμαι είναι πολλά και δεν ακούγονται  πια καθώς χαιρετούμε εκείνους που φεύγουνε και παρηγορούνε όσους μένουνε πίσω. Γιατί ο τεθνεώς πάει μπροστά. Δεν βλέπει η ψυχή μας, δεμένη μες στο φθαρτό σαρκίο, αυτά που γνωρίζει η απελευθερωμένη ψυχή που φτερουγίζει.

Μια γερόντισσα θυμήθηκε ένα σπάνιο κείμενο, που το είπε κείνη τη μέρα και το φύλαξα στο νου μου.

«Μια μέρα που καθόμουνα εις τον συλλογισμό μου
έπεσα ν’ αποκοιμηθώ και σε ‘δα στ’ όνειρό μου!
Σηκώθηκα και έφυγα, γυμνός ανεμαλλιάρης,
και πήρα όρη και βουνά σαν να ‘μουν «τελωνιάρης».
Κι η μοίρα μου που μ’ έριξε, σε μιας δαφνίτσας ρίζα.
- Δάφνη μου και δαφνίτσα μου, δάφνη μου και δαφνιά μου
μην είδες την αγάπη μου και την παρηγοριά μου;
Κι απολογιέται η δαφνιά και λέει ο δαφνιάρης:
- Εσένα η αγάπη σου στον ποταμό εδιάβη!
- Ποτάμι μου, ωραιότατο με τον πρασινισμό σου,
μην είδες την αγάπη μου να πλένει στο νερό σου;
Κι απολογείται ο ποταμός και λέει το ποτάμι:
Εσένα η αγάπη σου στο σπίτι της εδιάβη.
- Πόρτα χρυσή, πόρτα αργυρή, πόρτα μαλαματένια,
μην είδες την αγάπη μου τη μαργαριτένια;
Κι απολογιέται η εκκλησιά και λέει η Παναγία:
- Εσένα η αγάπη σου εις το λουτρό εδιάβη.
- Λουτρό μου, ωραιότατο, λουκέτο της καρδιάς μου!
μην είδες την αγάπη μου και την παρηγοριά μου;
Κι απολογιέται το λουτρό και λέει ο λουτριάρης:
- Ήρταν πολλές ελούστηκαν και πλύθηκαν και φύγαν
μα μια ξανθή, μα μια λιγνή, μα μια μαυροματούσα
ςλούστηκε, χτενίστηκε, μα είναι ακόμα μέσα!
Χίλια φλουριά του έδωσε του άνομου λουτριάρη
για να τ’ ανοίξει το λουτρό και μέσα να τον βάλει!
Και σαν εμπήκε στο λουτρό, τα μάρμαρα πατούσε
και νόμιζες στα χέρια του τη Βενετιά κρατούσε!
- Γεια σου ξανθή, γεια σου λιγνή, γεια σου μαυροματούσα
που όταν σε γέννα η μάννα σου όλα τα δέντρ’ ανθούσαν.
Τα δέντρα ανθούσαν ζάχαρη και τα βουνά πιπέρι
τότε μου το ‘πανε και μέ πως θα σε κάμω ταίρι.
- Που να σε η «λοιμική» να τρως να κατελιέσαι!
γιατί  ‘σαι πολυαγάπητος κι όπου κι αν δεις πλανιέσαι!
- Σαν αρρωστήσω μάτια μου, να ‘ρτεις να σου μιλήσω,
Να ‘ρτεις τριανταφυλλένια μου, να σ’ αποχαιρετήσω,
Σαν έμπεις στο μες στο σπίτι μας μη δείξεις τον καημό σου,
αρώτησε τη μάνα μου: Κυρά τι κάν’ ο γιός σου;
- Να ‘τος εκεί που κοίτεται, στο στρώμα ξαπλωμένος.
Κι αυτός για την αγάπη σου είναι θανατωμένος.
- Δεξιά να κάτσει η μάνα μου, ζερβά η αδελφήμου
Κι εσύ τριανταφυλλένια μου, δίπλα στην κεφαλή μου.
Κι εβάλετε μου και στ’ αυτί μιαν ασημένια βιόλα!
Παρακαλώ σας, λέτε μου όμορφα μοιρολόγια.
Και σαν με πιάσουν τέσσερις, τέσσερα παληκάρια,
παρακαλώ σε να δαρτείς με πέτρες και λιθάρια».

Ο λαϊκός θρήνος, ευφρόσυνος ζει και κουβεντιάζει με τα σύμβολα, τα στοιχεία της φύσεως, φθαρτά και άφθαρτα κι αναζητά να βρει τα χνάρια που οδηγούν στην εύρεση, τη λύση στο ερώτημα: ποιος και τι εξαρτά την ευτυχία και τη δυστυχία μου; Οι λαϊκές παραδόσεις μας είναι οι παλαιότερες και πλουσιότερες στον κόσμο. Ανθούν στον αιώνα, αλλά δεν τις τιμούμε πλέον όσο μας χρειάζεται για να ειρηνέψουμε… Τα πάθη των θνητών μα και των αποθαμένων, όπως τα περιγράφουν οι λαϊκές μούσες, είναι σχολείο για ψυχές. Η Αμοργός φέρει στην ράχη της φορτίο πολιτισμού που λέγεται: Αιγαίο 3.000 χρόνια προ Χριστού.


Η Άννα Συνοδινού είναι από τις μεγαλύτερες τραγωδούς  του ελληνικού θεάτρου. Βουλευτής 1974-1990. Κατάγεται από την Λαγκάδα της Αιγιάλης.

 

Το κείμενο δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «Η Λέξη» (τεύχος 169, Μάιος - Ιούνιος 2002), εκδότης του οποίου είναι ο ποιητής Αντώνης Φωστιέρης (από τα Κατάπολα).

Τρίτη 23 Σεπτεμβρίου 2008

Μπίλιοι και μπάλες: Δυο αρχαία παιχνίδια της Αμοργού

Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό
Explore Nature (Νο 5) του «Έθνους»
Αύγουστος 2008

Στην Αμοργό η περιοχή της Αιγιάλης διατηρεί το αρχαίο της όνομα από την Αρχαϊκή Εποχή, εδώ και 2.800 χρόνια. Διατηρεί επίσης στην κοινωνική της ζωή πολλά αρχαία έθιμα, όπως είναι τα παιχνίδια που παίζονται αποκλειστικά στα δυο πιο παλιά χωριά της, τη Λαγκάδα και τα Θολάρια.

Τα Θολάρια βρίσκονται στη θέση της ακρόπολης της αρχαίας Αιγιάλης. Το σημερινό χωριό φημίζεται για το πειρατικό του παρελθόν, την καταπληκτική του θέα και τους «έξω καρδιά» κατοίκους του. Οι γελαστοί, γλεντζέδες και φωνακλάδες Θολαριανοί παίζουν την αρχαία μορφή του μπόουλινγκ, που στη ντοπιολαλιά ονομάζεται «μπίλιοι».

Οι μπίλιοι είναι 8 ξύλινοι στύλοι, που πελεκούνται στην κορυφή τους και παίρνουν την μορφή μπουκαλιού. Το ύψος τους είναι περίπου το διπλάσιο ενός μπουκαλιού μπύρας. Ένας ένατος μπίλιος είναι μικρότερος, περίπου μισός από τους άλλους.

Οι μπίλιοι μπαίνουν σε τρεις τριάδες, σχηματίζοντας ένα κανονικό τετράπλευρο. Κάθε παίκτης προσπαθεί, από μια καθορισμένη απόσταση, να ρίξει όσους περισσότερους μπίλιους μπορεί. Κάθε μπίλιος βαθμολογείται με έναν πόντο. Εξαίρεση αποτελεί ο μικρότερος, που τοποθετείται στην μέση και βαθμολογείται με 9 πόντους, αν τον ρίξουν μόνο του. Είναι ο λεγόμενος «Εννιάς».

Για να ρίξουν τους μπίλιους χρησιμοποιούν χοντρά κούτσουρα, που έχουν πελεκηθεί κατάλληλα κι έχουν τρύπες, για να μπορούν να τα πιάνουν σταθερά. Τα κούτσουρα αντιστοιχούν στις σφαίρες που χρησιμοποιούν στο σύγχρονο μπόουλινγκ. Οι μπίλιοι αντιστοιχούν στις «κορίνες». Αυτά για όσους ξέρουν μπόουλινγκ, που παίζεται με 10 κορίνες τοποθετημένες σε σχήμα τριγώνου.

Οι καλύτεροι μπίλιοι γίνονται από πύρνο (πουρνάρι) που δίνει σκληρό ξύλο ή από ρίζα συκιάς. Πρέπει να είναι πολύ ανθεκτικοί, γιατί τα χτυπήματα που δέχονται είναι δυνατά και γρήγορα μπορεί να διαλυθούν. Τα ίδια ισχύουν και για τα κούτσουρα-αμάδες.

Οι μπίλιοι παίζονται από δύο ομάδες. Κάθε ομάδα μπορεί να έχει μέχρι 4 άτομα. Το παιχνίδι τελειώνει όταν μία ομάδα πετύχει ακριβώς 31 πόντους. Αν πάει παραπάνω, τότε γυρίζει πίσω στους 17. Αν δηλαδή μια ομάδα έχει 25 πόντους και ρίξει μόνο τον «Εννιά», πάει στους 34 και γυρίζει στους 17.

Θεωρείται ότι οι ρίζες του μπόουλινγκ βρίσκονται στην αρχαία Αίγυπτο. Χωρίς να διευκρινίζεται με ποιο τρόπο, βρίσκουμε το μπόουλινγκ να παίζεται στην Ευρώπη τον 17ο αιώνα, όπως ακριβώς στα Θολάρια με 9 ξύλα (κορίνες). Σε έναν πίνακα του Ολλανδού ζωγράφου Γιαν Στην εικονίζεται μία ομάδα ανδρών να παίζει με 9 ξύλα, που έχουν όλα το ίδιο ύψος, χωρίς δηλαδή το μεσαίο να είναι μικρότερο, όπως στα Θολάρια ο «Εννιάς».

Οι μπίλιοι στα Θολάρια κινδυνεύουν με εξαφάνιση από το… τσιμέντο. Το παιχνίδι θέλει χώμα. Όμως το παραδοσιακό γήπεδο, μπροστά από το μπακαλοκαφενεμεζεδοπωλείο «ο Χορευτής» έχει στρωθεί με τσιμέντο, με αποτέλεσμα η «σφαίρα-κούτσουρο» να γκελάρει, οι μπίλιοι να εκτοξεύονται με ταχύτητα και το παιχνίδι να γίνεται επικίνδυνο στο τσιμεντοστρωμένο στενοσόκακο. Ο παλιός «μπιλιαδόρος» Αργύρης Νομικός (από τους «Χορευτές») επιμένει πάντως να φτιάχνει μπίλιους και να παίζει σε κάθε ευκαιρία.

Στη Λαγκάδα, το μεγαλύτερο χωριό της Αιγιάλης, ευτυχώς υπήρχε ο Μανωλιός ο Βασσάλος. Δεινός «μπαλαδόρος», όταν γέμιζαν τσιμέντο τα σοκάκια του οικισμού, φρόντισε να παραμείνει το χώμα μπροστά στην ταβέρνα «ο Νίκος» του γιου του. Έτσι έμεινε απείραχτο το παλιό «γήπεδο» όπου παίζονται μέχρι σήμερα οι «μπάλες».

Θεωρείται ότι και το παιχνίδι αυτό ξεκίνησε από την αρχαία Αίγυπτο. Στον 8ο αιώνα π.Χ. παιζόταν στην αρχαία Ελλάδα, κι ένας από τους φανατικούς παίχτες του ήταν ο Ιπποκράτης. Από τους αρχαίους Έλληνες πήραν τις «μπάλες» οι Ρωμαίοι κι απ’ αυτούς πέρασε στη δυτική Ευρώπη. Στη Γαλλία, που είναι ιδιαίτερα δημοφιλές, ονομάζεται «πετάνκ», στην Ιταλία «μπότσε» και στις αγγλοσαξωνικές χώρες «μπάλες» (bowls).

Στις «μπάλες» οι παίκτες χωρίζονται σε δύο ομάδες, που αποτελούνται από δύο ή τρεις παίκτες, τους «μπαλαδόρους». Κάθε παίκτης έχει στη διάθεσή του δύο ξύλινες μπάλες, διαφόρων διαστάσεων και βαρών, ανάλογα με τις επιλογές του «μπαλαδόρου».

Σημείο αναφοράς του παιχνιδιού είναι μία μικρή σφαίρα, που ονομάζεται «κόστο». Η ομάδα που θα ρίξει μία τουλάχιστον μπάλα της πιο κοντά στο «κόστο», κερδίζει την παρτίδα. Όσες μπάλες φέρει κοντά στο «κόστο» και μπροστά από τις αντίπαλες, τόσους πόντους κερδίζει. Το παιχνίδι τελειώνει όταν μία ομάδα κερδίσει ακριβώς 21 πόντους, γιατί αν τους ξεπεράσει τότε γυρίζει πίσω στους 15.

Όπως οι «μπίλιοι», έτσι και οι «μπάλες» κατασκευάζονται από πολύ σκληρό ξύλο. Οι «μπάλες» παίζονται αυθόρμητα και καθημερινά από γηραιούς και νέους Λαγκαδιανούς, αποτελώντας μια γνήσια λαϊκή διασκέδαση που δεν έχει σχέση με τουρισμό, πολιτιστικούς συλλόγους και καλοκαιρινές εκδηλώσεις.

Οι «μπαλαδόροι» της Λαγκάδας δίνουν ονόματα στις μπάλες τους, όπως Παύλος, Καφές και Λάζαρος. Παλιότερα τις ονόμαζαν με τα παρατσούκλια των καλύτερων παικτών, όπως «Μητσέας», «Χασαπάκι» και «Μανολάκι». Το έπαθλο για τη νικήτρια ομάδα ήταν λουκουμάκια ενώ σήμερα είναι ρακή με μεζέ.

Όχι μόνο στην Αμοργό, αλλά ίσως και στο Αιγαίο ολόκληρο, τα δύο αυτά αρχαία παιχνίδια παίζονται μόνο στην Αιγιάλη. Οι «μπάλες», σε μια παραλλαγή τους, παίζονταν και στην παλιά ορεινή πρωτεύουσα της Πάρου, τις Λεύκες, που είχαν έντονο κρητικό στοιχείο. Στις Λεύκες πάντως είχε ένα μεγάλο μετόχι η Μονή Χοζοβιώτισσας της Αμοργού, το οποίο ίσως να συνδέεται με τις «μπάλες».

Η παρουσία των δύο αρχαίων παιχνιδιών στην Αιγιάλη αποτελεί μυστήριο. Όπως μυστήριο είναι το γιατί οι «μπάλες» παίζονται μόνο στη Λαγκάδα και οι «μπίλιοι» μόνο στα Θολάρια.
Υπάρχουν κι άλλες αρχαίες συνήθειες που επιβιώνουν στην Αμοργό, όπως ο παρόμοιος με τις αγγειογραφίες στολισμός με κορδέλες στο αποκριάτικο έθιμο του «Καπετάνιου». Όπως τα πανηγύρια, που θυμίζουν τις γιορτές για την Ιτωνία Αθηνά, που περιγράφονται στις αρχαίες επιγραφές που έχουν βρεθεί στην Αμοργό.

Ψηλά από τα Θολάρια και τη Λαγκάδα της Αιγιάλης, η θέα αγκαλιάζει την υπόλοιπη Αμοργό. Από εκεί ψηλά οι πιστοί φίλοι του νησιού ξέρουν να διακρίνουν τον αρχαίο πύργο στο Ρίχτι, που αποτελεί το σύνορο της Αιγιάλης με τη Χώρα, και πιο πίσω δύο άλλα προϊστορικά μυστικά της Αμοργού. Το μυστηριώδες «Τραπεζοπέτρι» και τον παράξενο «Πύργο του Γιαννούλα».

Είναι αλήθεια ότι η Αμοργός έχει πολλά κρυμμένα μυστικά…

Τρίτη 4 Μαρτίου 2008

Καπετάνιος: Αποκριάτικο έθιμο της Αιγιάλης Αμοργού

Δεν έχει πιο βαρύ καημό
Σεβντάς που δεν τελειώνει
Σαν την αγάπη την κρυφή
Που δεν ξεφανερώνει


Κάθε χρόνο την Κυριακή της «Τυρινής» μια τέτοια αγάπη έχει την δυνατότητα να ξεχειλίσει στην επιφάνεια με τον πιο θαυμάσιο τρόπο!


Η πεμπτουσία του εθίμου ο «Καπετάνιος» βρίσκεται στο ότι ο νέος που επιλέγεται ή που επεδίωκε να γίνει Καπετάνιος, μπορεί να φανερώσει τον πραγματικό του έρωτα ή να προδώσει μια κρυφή αγάπη. Όσο θα μπορούσε να κρυφτεί ένα δυνατό πάθος σε ένα μικρό χωριό όπως η Λαγκάδα.


Έτσι λοιπόν το πρωί της Τυρινής όλοι οι νέοι του χωριού ασπρόμαυρα ντυμένοι και οι πιο μερακλήδες με τραγιάσκα και παραδοσιακό γιλέκο διακοσμημένο χιαστί με χρωματιστές κορδέλες, και βράκες με ζωνάρι στη μέση, παίρνουν τον δρόμο για την Παναγία την Επανοχωριανή. Τους συνοδεύουν οργανοπαίχτες τραγουδώντας μαντινάδες και κυρίως τον αποκριανό:


Περάσαν οι απόκριες…
Πάνε και οι τυρινάδες…


Τα παλιά χρόνια η επιλογή του Καπετάνιου γινόταν από τον παπά του χωριού, ο οποίος έριχνε ψηλά τον «γιλεό» (είδος άμφιου) κι όποιος τον έπιανε ντυνόταν επιτόπου με την πιο αρχοντική στολή για να ξεχωρίζει ως Καπετάνιος. Συνάμα στολίζεται το άλογο του και ντύνεται ο Μπαϊραχτάρης, ο συνοδός-φύλακας του Καπετάνιου. Φυσικά η όλη τελετή συνοδεύεται από φαγητό – ψάρι τηγανητό – καλό κρασί και μαντινάδες, μια πανδαισία στο όμορφο περιβάλλον της Επανοχωριανής. Μετά το φαγοπότι η πομπή ξεκινά για το χωριό, όπου τα νέα έχουν ήδη φτάσει από τα πιτσιρίκια που έσπευσαν να ανακοινώσουν το μαντάτο σε όλο τον κόσμο που αδημονεί . Το πρώτο παιδί που αναγγέλλει το μαντάτο ανταμείβεται με το πολυπόθητο χαρτζιλίκι.


Με λαχτάρα ο κόσμος περιμένει στην Πορτάρα, (την ανατολική είσοδο του χωριού) την πομπή. Ο Καπετάνιος επευφημείτε και όλοι μαζί κάνουν το γύρω του χωριού. Στη συνέχεια ο Καπετάνιος αυτοσχεδιάζει στιχάκια και μαντινάδες στις κοπέλες που συναντά και κερνά την παρέα του και τους παρευρισκόμενους στα καφενεία. Η τελευταία στάση και καθοριστική είναι στην Λόζα, όπου περιμένει όλος ο κόσμος.


Ο «Μπαϊραχτάρης» κρατώντας ένα κοντάρι, που στην κορυφή του έχει καρφωμένο ένα καρβέλι ψωμί, ένα κεφάλι τυρί και ένα κομμάτι μπακαλιάρο, κάνει τρεις γύρους στην πλατεία τον έφιππο Καπετάνιο με καλπασμό. Η μεγάλη στιγμή φτάνει όταν ο Καπετάνιος φανερώνει τον κρυφό του έρωτα προσκαλώντας μια από τις κοπέλες του χωριού να γίνει Καπετάνισσα. Γι’ αυτήν φυλάει το καλύτερο στιχάκι και τον πρώτο χορό, και δίνει φωτιά σε ένα γλέντι που κρατάει μέχρι αργά το βράδυ.


Ο Καπετάνιος και η παρέα του συνεχίζουν το γλέντι σε στέκια του χωριού με χορό και τραγούδι μέχρι το πρωί.


…Ήρθε κι Άγια Σαρακοστή
με τις εφτά βδομάδες….


Δημήτρης Συνοδινός
(από την έντυπη έκδοση του «Κάστρου της Αμοργού»)


Πατείστε εδώ για φωτογραφίες από τον Καπετάνιο 2005


Πατείστε εδώ για φωτογραφίες από τον Καπετάνιο 2006



Τετάρτη 29 Αυγούστου 2007

Στον Άγιο Μάμα της Λαγκάδας

Στο βάθος και αριστερά μας αχνοφαινόταν πάνω από τη θάλασσα η Ικαριά. Δεξιά από πάνω μας ανέβαιναν οι πλαγιές του Κρίκελου, κατάφυτες με πουρνάρια, σχινιές και σπάρτα. Γυρνώντας το βλέμμα πίσω, προς τη δύση, ο ήλιος άρχιζε να πέφτει πίσω από τη Νικουριά. Ένα αεράκι από τη θάλασσα σκόρπιζε δροσιά στα πρόσωπα των συγχωριανών. Όλα τα πρόσωπα είναι γνώριμα. Βασσάλοι, Βλαβιανοί, Νομικοί, Θεολογίτες, Πορτοκάληδες, Θηραίοι, Συνοδινοί, Γαβαλάδες, Γρίσποι…


Μέσα από το ξωκλήσι οι φωνές ιερέων και ψαλτών ακούγονται μελωδικές, καθαρές, ανθρώπινες χωρίς την παρεμβολή μικροφώνων και ηχείων…


Εσπερινός στο εκκλησάκι του Άγιου Μάμα της Λαγκάδας στο πρώτο φθινοπωρινό απόγευμα του Σεπτέμβρη. Παραμονή της γιορτής ενός από τους πιο παράξενους και αρχαίους αγίους της Ορθοδοξίας. Ανθρώπινο και γλυκό πανηγυράκι εκεί δίπλα στην θεσπέσια τοποθεσία της Επανωχωριανής, χωρίς την φασαρία και το στρίμωγμα των μεγάλων πανηγυριών του νησιού, που όσο περνάει ο χρόνος όλο και περισσότερο παραδίνονται βορά στον τουρισμό και την οχλαγωγία…


Όλα τα πρόσωπα είναι γνωστά και αγαπητά. Όλοι παρακολουθούν με ηρεμία και γαλήνη. Αυτές οι στιγμές ανήκουν στη Λαγκάδα και τη Γιάλη. Οι τουρίστες βρίσκονται αλλού. Αυτό το πανηγυράκι είναι δικό μας. Και μπορούμε να σκεφτόμαστε ελληνικά.


«Kύριε, εκέκραξα προς σε, εισάκουσόν μου, εισάκουσόv μου, Κύριε· Κύριε, εκέκραξα προς σε, εισάκουσόv μου, πρόσχες τη φωνή της δεήσεώς μου, εν τω κεκραγέναι με προς σε· εισάκουσόν μου, Κύριε. Κατευθυνθήτω η προσευχή μου ως θυμίαμα ενώπιόν σου· έπαρσις των χειρών μου θυσία εσπερινή· εισάκουσόν μου, Κύριε»…


Αυτός ο Άγιος Μάμας είναι πολύ παράξενος άγιος. Προστάτης των κοπαδιών αλλά και των άγριων ζώων. Πολλές φορές εικονίζεται καβάλα σ’ ένα λιοντάρι. Ο Άγιος Μάμας, γεννήθηκε στην Παφλαγονία της Μικράς Ασίας το 260 μ.Χ.. Οι γονείς του ήταν χριστιανοί και φυλακίστηκαν για την πίστη τους. Προτού πεθάνουν, έφεραν στη ζωή ένα παιδί. Το παιδί μεγάλωσε με θετούς γονείς. Η πρώτη λέξη που είπε ήταν «μαμά». Κι έτσι ονομάστηκε «Μάμας». Έζησε στα βουνά, δίπλα σε βοσκούς. Μπορούσε να μιλάει με τα ζώα. Μαρτύρησε σε ηλικία 15 χρόνων. Ο Άγιος Μάμας είναι άγιος Μικρασιάτης. Αλλά επίσης και Κύπριος και Αιγαιοπελαγίτης και Αμοργιανός. Η γιορτή του Άγιου Μάμα στη Λαγκάδα, είναι μία ακόμη από τις αρχαίες συνήθειες που συνεχίζουν να επιβιώνουν στην Γιάλη.


Μπαίνουμε στην τράπεζα. Η προσφορά είναι κατσίκι βραστό και κρασί. Τα παιδιά γυρίζουν με ένα κανάτι στο χέρι και φωνάζουν «κρασιιί..!», για όσους διψάνε. Κι ύστερα ξαναγυρίζουν και φωνάζουν «νεροοό..!». Και πιο μετά «αναψυκτικά για την ενίσχυση της εκκλησίας»…!


Η μικρή Ειρήνη, η κόρη του Βαγγέλη, χοροπηδάει ανάμεσά μας. Δεν θέλει να πάει με τη λαλά της. Θα γυρίσει με τα πόδια. Η λαλά της το Ρηνιώ και ο παππούς της ο Μανόλης, ανεβαίνουν στα ζώα και κατεβαίνουν προς το χωριό. Ο ήλιος έχει χαθεί πλέον από τον ορίζοντα της Γιάλης αλλά τα χρώματα της δύσης επιμένουν να τριγυρίζουν ανάμεσα στα σπίτια της Λαγκάδας. Ησυχία… Που και που ακούγονται οι ευχές των συγχωριανών: «και του χρόνου, να ΄μαστε καλά..!»


Απόβραδο... 1 Σεπτεμβρίου... Αιγιάλη... Στον Άγιο Μάμα της Λαγκάδας...


Ήμουν κι εγώ εκεί…


------
Για περισσότερες φωτογραφίες πατείστε εδώ




Δευτέρα 13 Αυγούστου 2007

Το πανηγύρι της Παναγίας Επανωχωριανής στην Λαγκάδα

φωτογραφίες Γιώργος Καψάλης

Σε ένα νησί που έχει προστάτιδα την Παναγία (Χοζοβιώτισσα) δεν θα μπορούσε παρά το μεγαλύτερο πανηγύρι του Αυγούστου να είναι αφιερωμένο στην Παναγία. Υπάρχουν αρκετά ξωκλήσια στην Αμοργό στο όνομα της Παναγίας, όπου τον Δεκαπενταύγουστο οργανώνονται πανηγυράκια (όπως στην Παναγίτσα του Κατακρωτηριού στα Κατάπολα) αλλά τα πρωτεία αναμφίβολα τα έχει η Παναγία η Επανωχωριανή στην Λαγκάδα της Γιάλης.


Το πανηγύρι της Επανωχωριανής είναι ένα από τα δύο μεγαλύτερα της Αμοργού (μαζί μ΄εκείνο της Αγίας Παρασκευής στην Κάτω Μεριά) και οπωσδήποτε το μεγαλύτερο πανηγύρι της Γιάλης. Αποτελεί σημείο αναφοράς για όλους τους Γιαλίτες, όπου κι αν κατοικούν. Έχει κι αυτό αρχαίες καταβολές και σπουδαία ιστορία, ακολουθώντας τις αμοργιανές παραδόσεις που θέλουν το φαγητό μετά τον εσπερινό να προσφέρεται δωρεάν στους συμμετέχοντες, μέσα από την προσφορές των Αιγιαλιτών και την εθελοντική τους εργασία. Το βασικό φαγητό που προσφέρεται είναι το περίφημο αμοργιανό πατατάτο, με κρέας από τα πάμπολλα κατσίκια που προσφέρουν οι Γιαλίτες στην Χάρη Της. Το γλέντι που κρατάει όλη τη νύχτα γίνεται στη λόζα (πλατεία) και τις ταβέρνες της Λαγκάδας


Φωτογραφίες από την προετοιμασία του πανηγυριού μπορείτε να δείτε πατώντας εδώ από το μπλοκ Photos Amorgos.


Φωτογραφίες από το πανηγύρι της Επανωχωριανής παρουσιάζονται αμέσως παρακάτω. Η λήψη τους έχει γίνει από τον εξαιρετικό φωτογράφο Γιώργο Καψάλη, μόνιμο κάτοικο Αιγιάλης τα τελευταία χρόνια.












Πέμπτη 21 Ιουνίου 2007

Ο Αστερίξ και η Αμοργός συνεχίζουν να αντιστέκονται


Στην Μασσαλία, αρχαία ελληνική αποικία, το δημοφιλέστερο παιχνίδι είναι το «πετάνκ» (petanque). Στην σειρά κόμιξ του Αστερίξ «Ο γύρος της Γαλατίας» κάτοικοι της Μασσαλίας εμποδίζουν, παίζοντας πετάνκ, τους Ρωμαίους να συλλάβουν τον Αστερίξ και τον Οβελίξ που αντιστέκονται ακόμη. Εννοείται ακόμα και σήμερα…
Το παιχνίδι αυτό είναι αρχαίο. Δύο ομάδες προσπαθούν να ρίξουν τις μπάλες τους όσο πιο κοντά μπορούν σε μια άλλη μικρότερη μπάλα που αποτελεί το σημείο αναφοράς. Στην Γαλλία ονομάζεται πετάνκ, στην Ιταλία «μπότσε» (bocce), στον αγλλοσαξωνικό κόσμο «μπάλες» (bowls) και στην Λαγκάδα της Αμοργού «μπάλες». Γιατί η Λαγκάδα στην Αιγιάλη είναι το μόνο μέρος στην Ελλάδα που παίζεται αυτό το παιχνίδι.
Τώρα το καλοκαίρι αρχίζει στην Λαγκάδα και η αγωνιστική περίοδος για τις «μπάλες». Δεν ξέρουμε από πότε παίζεται αυτό το αρχαίο παιχνίδι στην Αιγιάλη. Πιθανώς πιο παλιά από την εποχή που εισήχθη στην Γαλατία και στο χωριό του Αστερίξ που αντιστέκεται ακόμη στους Ρωμαίους. Στην Αμοργό, πάντως, οι «μπάλες» που παίζονται από τους Λαγκαδιανούς, γέρους και νέους, είναι σήμερα μια πράξη αντίστασης στην ισοπεδωτική τάση του καταναλωτισμού και του «λάϊφ στάϊλ» που μας επιβάλουν οι σαχλαμάρες των διαφημιστών και της τηλεοπτικής αποχαύνωσης.
Η Λαγκάδα αντιστέκεται ακόμη..! Κι αυτό δεν είναι κόμιξ. Είναι η πραγματικότητα.
Όπως και στην δεκαετία του 1970 (αριστερά) έτσι και σήμερα (δεξιά) οι μπάλες παίζονται στο ίδιο σημείο της Λαγκάδας, μπροστά στην ταβέρνα του Νίκου Βασσάλου που φρόντισε να διατηρήσει τον χώρο.