Οι φίλοι του μπλοκ

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 27 Ιουλίου 2014

Νι και Ντρε, ένας χορευτικός σκοπός αποκλειστικά της Αμοργού

Η μουσική παράδοση της Αμοργού διατηρεί μια δική της βυζαντινοπρεπή φυσιογνωμία, με τις αναμενόμενες επιρροές από άλλους μουσικούς δρόμους του Αιγαίου. Αυτή η μουσική παράδοση ανατανακλάται και στους χορούς, όχι μόνο στον χορευτικό τρόπο και τα τσαλίμια αλλά και στην διαδοχή των χορών,  όπως αυτοί συγκροτούν τον «κάβο».

Ένας αποκλειστικά αμοργιανός χορευτικός σκοπός είναι το Νι και Ντρε. Χορεύεται συνήθως στα αποκριάτικα χειμωνιάτικα γλέντια, αλλά όχι μόνο. Ο χορός αυτός εντάχθηκε στην κυκλαδίτικη μουσικοχορευτική παράδοση και, τα τα τελευεταία χρόνια, τον βλέπουμε να χορεύεται και σε άλλα νησιά από τοπικά συγκροτήματα ή σε κεντρικές εκδηλώσεις στην Αθήνα σχετικές με τις εθνικές μας παραδόσεις.

Έχουμε την τύχη να έχει ανεβάσει στο Διαδίκτυο ο Βασίλης Κορφής την αυθεντική μορφή του χορού Νι και Ντρε από Γιαλίτες χορευτές σε κάποιο γλέντι. Φαίνονται καθαρά οι διαφορές του αμοργιανού γιαλίτικου χορού από τις ακαδημαϊκού ή τουριστικού τύπου εκδοχές του.

Μπορείτε να δείτε το αυθεντικό αμοργιανό Νι και Ντρε από την Γιάλη στον σύνδεσμο:

https://www.youtube.com/watch?v=FdMAxyCtNmM

Μια κάπως εκσυγχρονισμένη μορφή του μπορείτε να δείτε στον σύνδεσμο:

https://www.youtube.com/watch?v=Ky74Zii-ZWA

 Μια ακόμα εκδοχή από τον Σύλλογο Ναξιωτών Αγίων Αναργύρων:

https://www.youtube.com/watch?v=sgkHfpeaMfk

Άλλη μια κάπως τουριστικοποιημένη εκδοχή από το χορευτικό συγκρότημα του Δήμου Θήρας:

https://www.youtube.com/watch?v=zl5HIyBvyj4



Τετάρτη 12 Μαρτίου 2014

Η γιαλίτικη μαντινάδα όπως την τραγουδούν στην Κάλυμνο

Η γιαλίτικη μαντινάδα σε καλύμνικη εκδοχή ως καθιστικού σκοπού από την μοναδική ερμηνεύτρια των τραγουδιών της Καλύμνου, Κατερίνα Μακαρούνα και τον γαμπρό της, Μιχ. Γλυκοκάλαμο. Είναι χαρακτηριστική η αλλαγή της τονικότητας από τα όργανα για τη διευκόλυνση της αντρικής φωνής στο δεύτερο μισό του τραγουδιού. Στο βιολί κελαηδάει ο Κωνσταντίνος Κίκιλης ακριβώς στα πατήματα των παλαιών βιρτουόζων στο παραδοσιακό κούρδισμα (λεβά). Λαούτα,ο Θανάσης Κορφιάς και ο Παναγιώτης Κίκιλης. Από τη ζωντανή εκπομπή του Νίκου Σδρέγα "Λες και ήταν χθες" στην τηλεόραση "Αιγαίο TV".

http://www.youtube.com/watch?v=hWPiwejOOrg



Τρίτη 11 Μαρτίου 2014

Το πουλί τ’ αηδόνι - δημοτικό της Αμοργού

Το πουλί τ’ αηδόνι
Στον κάμπο κατοικά
Και πάω να το πιάσω
Μα δε μπορώ να φτάσω
Και πάω να το πιάσω
Μα κείνο μου πετά

Πάω παρακάτω
Και βρίσκω μια μηλιά
Τα μήλα φορτωμένη
Κι απάνω κοπελιά

Της λέω έλα κάτω
Να πιάσουμε φιλιά
Κι εκείνη κόβει μήλα
Και με πετροβολά

Πάω να κόψω μήλο
Πιάνω το χέρι της
Χριστέ και Παναγιά μου
Να δω τα κάλλη της


Πιθανότατα προέρχεται από παιδικό τραγούδι, που διασκευάστηκε από την αμοργιανή παράδοση και έγινε ερωτικό τραγούδι. Ακολουθεί μια διασκευή από τον δικό μας και εξαιρετικό μουσικό από την Σχινούσα, Νίκο Οικονομίδη.

http://www.youtube.com/watch?v=lCiVlQrkhA0&list=RDlCiVlQrkhA0




Πέμπτη 27 Αυγούστου 2009

Μια κόρη από την Αμοργό

Ένα παραδοσιακό τραγούδι με θέμα μία Αμοργιανή περιλαμβάνεται σε πολλές μουσικές συλλογές με παραδοσιακά τραγούδια. Τελευταία το συμπεριέλαβε η Δόμνα Σαμίου στον δίσκο της «Οι νότες της θάλασσας». Το τραγούδι «Μια κόρη από την Αμοργό» είναι πάρα πολύ παλιό και από πολλούς θεωρείται βυζαντινό. Τραγουδήθηκε σε όλο το Αιγαίο και υπάρχουν πολλές παραλλαγές του, από το Καστελόριζο και την Κάρπαθο μέχρι την Σκύρο και τις ακτές της Μικρασίας.

Για το τραγούδι αυτό, ο αείμνηστος γυμνασιάρχης Αντώνιος Πετσετάκης έχει αναφέρει στο Α’ Παναμοργιανό Συνέδριο του 1975 τα εξής:

«… Αλλ’ αν τα λαϊκά υλικά καλλιτεχνήματα φανερώνουν τον παλμό της λαϊκής ψυχής μπροστά στην ανεπιτήδευτη ομορφιά, την απλότητα και τη συμβολικότητα των παραδοσιακών θεμάτων, τα πνευματικά του δημιουργήματα, τα αριστουργήματα της λαϊκής μας μούσας, είναι θησαυροί που πηγάζουν από μια ποιητική ψυχή, ποτισμένη από τα πιο ευγενικά ιδανικά, από τα υψηλά κι ανώτερα συναισθήματα της φυλής μας.

Θα περιορισθώ σε δύο παραλογές: «Το γυρισμό του σκλάβου» και «Στην ταξιδεύτρα κόρη». Η πρώτη πανελλήνια κι η δεύτερη τραγουδιόταν σε πολλά νησιά. Κι οι δυο είναι ένας ύμνος της γυναικείας αρετής, που στο βωμό της δεν διστάζουν να θυσιασθούν οι αμοργιανές.

Βέβαια τα θέματα έρχονται από τα βάθη της παράδοσης. Ιδιαίτερα στην παραλογή «Ο γυρισμός του σκλάβου» έχομε το προομηρικό θέμα του «αναγνωρισμού» που το βρίσκομε και στον Όμηρο με τον Οδυσσέα και την Πηνελόπη. Η αμοργιανή παραλλαγή αντηχεί συνάμα και τις ιστορικές τύχες του νησιού, φέρνοντας τους απόηχους από τα σκλαβοπάζαρα όπου κατέληγαν μετά από κάθε κούρσεμα της Αμοργού οι δυστυχισμένοι κάτοικοί της. Όπως μου είχε πει ο αφηγητής αείμνηστος Νικόλας ο μυλωνάς από τη Χώρα: «Το τραγουδούσε η συχωρεμένη η λαλά μου με σκοπό σα μοιρολόϊ και χαρά μαζί, άμα διαλέαν ελιές, άμα θερίζαν, άμα βεγγερίζαν».

Η «ταξιδεύτρα κόρη» ή «Η κόρη από την Αμοργό» δεν είναι μονάχα ένας ύμνος της παρθενικής αρετής αλλά και της ομορφιάς της αμοργιανοπούλας κι επιβεβαιώνει την πανελλήνια αναγνώριση της φημισμένης αυτής ομορφιάς που θαυμάστηκε έξω από τον ελληνικό χώρο σ’ ολόκληρη της Ανατολική Μεσόγειο και την μνημονεύουν οι ξένοι περιηγητές που επισκεφθήκανε το νησί. Στην παραλλαγή του Καστελόριζου οι Ατταλειώτισσες μένουν έκθαμβες από την ομορφιά της αμοργιανής κόρης και στη δική μας οι Αλεξανδρειανές καθώς την μοιρολογούν πνιγμένη για να σώσει την τιμή της:

«Μια κόρ’ από την Αμοργό θέλει να ταξιδέψει
να κουμπασάρει δε μπορεί να λάμνει δεν ηξέρει
μον’ δώνει δεκαοχτώ φλουριά να πάει με το καράβι
κι άλλα δεκαοχτώ φλουριά να πάει με τη τιμή της.
Σαν φύγαν απ’ την Αμοργό δυο μίλια του πελάγου
αποκοτθά ο ναύκληρος κι απάνω της αγγίζει
κι η κόρη ‘πό την εντροπή ήπεσε και ελιγώθη
κι ο ναύκληρος ενόμισε πως είν’ αποθαμένη
απ’ τα μαλλιά την ήρπαξε στη θάλασσα τη ρίχνει
τα κύματα την πήγανε κάτω στην Αλεξάντρα.
Ηπήαν οι Αλεξαντρειανές να πιούν και να γεμίσουν
κι είδανε την Αμοργιανή στην άμμο ξαπλωμένη.
Επήγαν και την είδανε και τη μοιρολογούσι:
- Για δε κορμί για καμουκά και μέση για κολάνι
για δε και ριζοτράχηλα για το μαργαριτάρι».

Χρέος επιταχτικό είναι η καταγραφή όλων αυτών των αριστουργημάτων που τα διακρίνει η δραματική πλοκή κι η ευγένεια των συναισθημάτων. Μαζί με τις τοπικές παραδόσεις, τα γνωμικά και τις παροιμίες θα αποτελέσουν ένα θαυμαστό μνημείο του δημοτικού μας ποιητικού και πεζού λόγου. Χρέος συνάμα κι η αποθησαύριση σε μαγνητοφωνικές ταινίες της μουσικής ύλης των δημοτικών μας τραγουδιών και των λαϊκών αμοργιανών χορών ή αποτύπωση σε κινηματογραφικές».

Αυτά έγραφε ο Αντώνιος Πετσετάκης. Η δωδεκανησιακή παραλογή, όπως την δίνει η Δόμνα Σαμίου με την εκδοχή από τον Έλυμπο της Καρπάθου έχει ως εξής:

Μια κόρη από την Αμοργό, γατάνι, γατανάκι μου,
να ταξι(δ)έψει θέλει, γατάνι μου πλεμένο.
Να ταξι(δ)έψει δε μπορεί, να λάμνει (δ)εν ηξεύρει.
Δίνει τρακόσια δυό φλουριά, ναύλο του κεφαλιού της
κι άλλα τρακόσια τέσσερα να πάει με τη(ν) τιμή της.
Κι απίτις πολαργάρασι δυό μίλα του λιμνιώνα
επο(δι)αντράπη ο ναύκληρος κι απλώνι πα στη(ν) κόρη.
Κι η κόρη από την εντροπή ήπεσε λι(γ)ωμένη
κι ο ναύκληρος εθάρρεψε πως ήτο ποθαμένη
‘πο τα μαλλάκια την αρπά και στο γιαλό τη ρίχτει,
το ρέμα την εξώριξε στο(ν) κόρφο της Αττάλειας.
Και μια Λαμπρή, μια Κυριακή, μιαν ακριβήν ημέρα
ήβγαν οι Ατταλειώτισσες να παν να σουργιανίσου(ν).
Κι ήβραν τη(ν) κόρη κι ήπλεε στα βρυά περιπλεμένη,
τότε οι Ατταλειώτισσες εστήσαν μοιρολόι.
Για δε(ς) κορμί για καμουχά και μέση για ζωνάρι
για δες μασουροδάχτυλο για το μαργαριτάρι.

Ιδού και η παραλογή από τον Τσεσμέ της Μικράς Ασίας, που τραγουδιέται και στην Σκύρο:

Mια κόρ' από την Aμουργό βγήκε να σιργιανίση
χίλιοι κρατούν τη γούνα της, τρακόσιοι τα μαλλιά της
κι από μακριά σαν τη δενε η σκύλα πεθερά της,
-Μάγειροι μαγειρέψετε πέρδικες και λαγούδια
της νύφης μαγειρέψετε τρία κεφάλια φίδια
βάλτε χουφτιά το κύμινον και περισσό τ' αλάτι
αδειάσετε και τα σταμνιά νερό να μη βρη μέσα.
Kαι με την πρώτη πιρουνιά η κόρη ελιγώθη
παίρνει τα μάτια κλαίγοντας στην πεθερά της πάει.
-Aχ! μάνα μου και πεθερά νερό για την ψυχή σου.
-Tοιγάρις και σε γέννησα και σε πονεί ψυχή μου;
Παίρνει τα μάτια κλαίγοντας στον πεθερό πηγαίνει.
-Πατέρα μου και πεθερέ νερό για την ψυχή σου.
-Tοιγάρις είσαι κόρη μου να σε πονή η ψυχή μου;
Παίρνει τα μάτια κλαίοντας στον άνδρα της πηγαίνει.
-Aχ! άνδρα μου και αδελφέ νερό για την ψυχή σου.
Στέλνει τρακόσοι για νερό διακόσοι στο πηγάδι
ώστε να πάνε και νάρκουνε η κόρη τελειώνει.

ΔΙΣΚΟΓΡΑΦΙΑ

Στην δισκογραφία το «Μια κόρη από την Αμοργό» περιλαμβάνεται στους δίσκους:
  • «Και στης ροδιάς τ’ αγέρι—τραγούδια από τα Δωδεκάνησα», διπλό CD με αυθεντικές ηχογραφήσεις από το αρχείο της Μέλπως Μερλιέ.
  • «Μια κόρη από την Αμοργό», διπλό CD με 6+7 τραγούδια από τη νησιώτικη ελληνική παραδοσιακή μουσική σε επιμέλεια Νίκου Γράψα.
  • «Οι νότες της θάλασσας», διπλό CD με θαλασσινά τραγούδια ηχογραφημένα ζωντανά στο στούντιο με την Δόμνα Σαμίου.
  • «Δημοτικά τραγούδια της Σκύρου», εθνομουσικολογική έκδοση 4 CD από τον Σωτήριο Τσιάνη.

Τρίτη 23 Σεπτεμβρίου 2008

Μπίλιοι και μπάλες: Δυο αρχαία παιχνίδια της Αμοργού

Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό
Explore Nature (Νο 5) του «Έθνους»
Αύγουστος 2008

Στην Αμοργό η περιοχή της Αιγιάλης διατηρεί το αρχαίο της όνομα από την Αρχαϊκή Εποχή, εδώ και 2.800 χρόνια. Διατηρεί επίσης στην κοινωνική της ζωή πολλά αρχαία έθιμα, όπως είναι τα παιχνίδια που παίζονται αποκλειστικά στα δυο πιο παλιά χωριά της, τη Λαγκάδα και τα Θολάρια.

Τα Θολάρια βρίσκονται στη θέση της ακρόπολης της αρχαίας Αιγιάλης. Το σημερινό χωριό φημίζεται για το πειρατικό του παρελθόν, την καταπληκτική του θέα και τους «έξω καρδιά» κατοίκους του. Οι γελαστοί, γλεντζέδες και φωνακλάδες Θολαριανοί παίζουν την αρχαία μορφή του μπόουλινγκ, που στη ντοπιολαλιά ονομάζεται «μπίλιοι».

Οι μπίλιοι είναι 8 ξύλινοι στύλοι, που πελεκούνται στην κορυφή τους και παίρνουν την μορφή μπουκαλιού. Το ύψος τους είναι περίπου το διπλάσιο ενός μπουκαλιού μπύρας. Ένας ένατος μπίλιος είναι μικρότερος, περίπου μισός από τους άλλους.

Οι μπίλιοι μπαίνουν σε τρεις τριάδες, σχηματίζοντας ένα κανονικό τετράπλευρο. Κάθε παίκτης προσπαθεί, από μια καθορισμένη απόσταση, να ρίξει όσους περισσότερους μπίλιους μπορεί. Κάθε μπίλιος βαθμολογείται με έναν πόντο. Εξαίρεση αποτελεί ο μικρότερος, που τοποθετείται στην μέση και βαθμολογείται με 9 πόντους, αν τον ρίξουν μόνο του. Είναι ο λεγόμενος «Εννιάς».

Για να ρίξουν τους μπίλιους χρησιμοποιούν χοντρά κούτσουρα, που έχουν πελεκηθεί κατάλληλα κι έχουν τρύπες, για να μπορούν να τα πιάνουν σταθερά. Τα κούτσουρα αντιστοιχούν στις σφαίρες που χρησιμοποιούν στο σύγχρονο μπόουλινγκ. Οι μπίλιοι αντιστοιχούν στις «κορίνες». Αυτά για όσους ξέρουν μπόουλινγκ, που παίζεται με 10 κορίνες τοποθετημένες σε σχήμα τριγώνου.

Οι καλύτεροι μπίλιοι γίνονται από πύρνο (πουρνάρι) που δίνει σκληρό ξύλο ή από ρίζα συκιάς. Πρέπει να είναι πολύ ανθεκτικοί, γιατί τα χτυπήματα που δέχονται είναι δυνατά και γρήγορα μπορεί να διαλυθούν. Τα ίδια ισχύουν και για τα κούτσουρα-αμάδες.

Οι μπίλιοι παίζονται από δύο ομάδες. Κάθε ομάδα μπορεί να έχει μέχρι 4 άτομα. Το παιχνίδι τελειώνει όταν μία ομάδα πετύχει ακριβώς 31 πόντους. Αν πάει παραπάνω, τότε γυρίζει πίσω στους 17. Αν δηλαδή μια ομάδα έχει 25 πόντους και ρίξει μόνο τον «Εννιά», πάει στους 34 και γυρίζει στους 17.

Θεωρείται ότι οι ρίζες του μπόουλινγκ βρίσκονται στην αρχαία Αίγυπτο. Χωρίς να διευκρινίζεται με ποιο τρόπο, βρίσκουμε το μπόουλινγκ να παίζεται στην Ευρώπη τον 17ο αιώνα, όπως ακριβώς στα Θολάρια με 9 ξύλα (κορίνες). Σε έναν πίνακα του Ολλανδού ζωγράφου Γιαν Στην εικονίζεται μία ομάδα ανδρών να παίζει με 9 ξύλα, που έχουν όλα το ίδιο ύψος, χωρίς δηλαδή το μεσαίο να είναι μικρότερο, όπως στα Θολάρια ο «Εννιάς».

Οι μπίλιοι στα Θολάρια κινδυνεύουν με εξαφάνιση από το… τσιμέντο. Το παιχνίδι θέλει χώμα. Όμως το παραδοσιακό γήπεδο, μπροστά από το μπακαλοκαφενεμεζεδοπωλείο «ο Χορευτής» έχει στρωθεί με τσιμέντο, με αποτέλεσμα η «σφαίρα-κούτσουρο» να γκελάρει, οι μπίλιοι να εκτοξεύονται με ταχύτητα και το παιχνίδι να γίνεται επικίνδυνο στο τσιμεντοστρωμένο στενοσόκακο. Ο παλιός «μπιλιαδόρος» Αργύρης Νομικός (από τους «Χορευτές») επιμένει πάντως να φτιάχνει μπίλιους και να παίζει σε κάθε ευκαιρία.

Στη Λαγκάδα, το μεγαλύτερο χωριό της Αιγιάλης, ευτυχώς υπήρχε ο Μανωλιός ο Βασσάλος. Δεινός «μπαλαδόρος», όταν γέμιζαν τσιμέντο τα σοκάκια του οικισμού, φρόντισε να παραμείνει το χώμα μπροστά στην ταβέρνα «ο Νίκος» του γιου του. Έτσι έμεινε απείραχτο το παλιό «γήπεδο» όπου παίζονται μέχρι σήμερα οι «μπάλες».

Θεωρείται ότι και το παιχνίδι αυτό ξεκίνησε από την αρχαία Αίγυπτο. Στον 8ο αιώνα π.Χ. παιζόταν στην αρχαία Ελλάδα, κι ένας από τους φανατικούς παίχτες του ήταν ο Ιπποκράτης. Από τους αρχαίους Έλληνες πήραν τις «μπάλες» οι Ρωμαίοι κι απ’ αυτούς πέρασε στη δυτική Ευρώπη. Στη Γαλλία, που είναι ιδιαίτερα δημοφιλές, ονομάζεται «πετάνκ», στην Ιταλία «μπότσε» και στις αγγλοσαξωνικές χώρες «μπάλες» (bowls).

Στις «μπάλες» οι παίκτες χωρίζονται σε δύο ομάδες, που αποτελούνται από δύο ή τρεις παίκτες, τους «μπαλαδόρους». Κάθε παίκτης έχει στη διάθεσή του δύο ξύλινες μπάλες, διαφόρων διαστάσεων και βαρών, ανάλογα με τις επιλογές του «μπαλαδόρου».

Σημείο αναφοράς του παιχνιδιού είναι μία μικρή σφαίρα, που ονομάζεται «κόστο». Η ομάδα που θα ρίξει μία τουλάχιστον μπάλα της πιο κοντά στο «κόστο», κερδίζει την παρτίδα. Όσες μπάλες φέρει κοντά στο «κόστο» και μπροστά από τις αντίπαλες, τόσους πόντους κερδίζει. Το παιχνίδι τελειώνει όταν μία ομάδα κερδίσει ακριβώς 21 πόντους, γιατί αν τους ξεπεράσει τότε γυρίζει πίσω στους 15.

Όπως οι «μπίλιοι», έτσι και οι «μπάλες» κατασκευάζονται από πολύ σκληρό ξύλο. Οι «μπάλες» παίζονται αυθόρμητα και καθημερινά από γηραιούς και νέους Λαγκαδιανούς, αποτελώντας μια γνήσια λαϊκή διασκέδαση που δεν έχει σχέση με τουρισμό, πολιτιστικούς συλλόγους και καλοκαιρινές εκδηλώσεις.

Οι «μπαλαδόροι» της Λαγκάδας δίνουν ονόματα στις μπάλες τους, όπως Παύλος, Καφές και Λάζαρος. Παλιότερα τις ονόμαζαν με τα παρατσούκλια των καλύτερων παικτών, όπως «Μητσέας», «Χασαπάκι» και «Μανολάκι». Το έπαθλο για τη νικήτρια ομάδα ήταν λουκουμάκια ενώ σήμερα είναι ρακή με μεζέ.

Όχι μόνο στην Αμοργό, αλλά ίσως και στο Αιγαίο ολόκληρο, τα δύο αυτά αρχαία παιχνίδια παίζονται μόνο στην Αιγιάλη. Οι «μπάλες», σε μια παραλλαγή τους, παίζονταν και στην παλιά ορεινή πρωτεύουσα της Πάρου, τις Λεύκες, που είχαν έντονο κρητικό στοιχείο. Στις Λεύκες πάντως είχε ένα μεγάλο μετόχι η Μονή Χοζοβιώτισσας της Αμοργού, το οποίο ίσως να συνδέεται με τις «μπάλες».

Η παρουσία των δύο αρχαίων παιχνιδιών στην Αιγιάλη αποτελεί μυστήριο. Όπως μυστήριο είναι το γιατί οι «μπάλες» παίζονται μόνο στη Λαγκάδα και οι «μπίλιοι» μόνο στα Θολάρια.
Υπάρχουν κι άλλες αρχαίες συνήθειες που επιβιώνουν στην Αμοργό, όπως ο παρόμοιος με τις αγγειογραφίες στολισμός με κορδέλες στο αποκριάτικο έθιμο του «Καπετάνιου». Όπως τα πανηγύρια, που θυμίζουν τις γιορτές για την Ιτωνία Αθηνά, που περιγράφονται στις αρχαίες επιγραφές που έχουν βρεθεί στην Αμοργό.

Ψηλά από τα Θολάρια και τη Λαγκάδα της Αιγιάλης, η θέα αγκαλιάζει την υπόλοιπη Αμοργό. Από εκεί ψηλά οι πιστοί φίλοι του νησιού ξέρουν να διακρίνουν τον αρχαίο πύργο στο Ρίχτι, που αποτελεί το σύνορο της Αιγιάλης με τη Χώρα, και πιο πίσω δύο άλλα προϊστορικά μυστικά της Αμοργού. Το μυστηριώδες «Τραπεζοπέτρι» και τον παράξενο «Πύργο του Γιαννούλα».

Είναι αλήθεια ότι η Αμοργός έχει πολλά κρυμμένα μυστικά…

Παρασκευή 25 Απριλίου 2008

Πάσχα στην Αμοργό

Από το ένθετο «Ταξίδια» της εφημερίδας «Καθημερινή»
Κυριακή, 13 Απριλίου 2008


Το 1882 ο άγγλος αρχαιολόγος και περιηγητής Τζέημς Μπεντ επισκέπτεται τις Κυκλάδες. Καρπός του ταξιδιού του ήταν το βιβλίο «Κυκλάδες ή η ζωή με τους Έλληνες νησιώτες», που εκδόθηκε το 1885 στο Λονδίνο και περιλαμβάνει αυθεντικές και συναρπαστικές στιγμές για τις κυκλαδίτικες κοινωνίες στις πρώτες δεκαετίες μετά την ίδρυση του ελληνικού κράτους. Για την Αμοργό, ο Μπεντ αρχίζει την διήγησή του ως εξής:


«Η Αμοργός είναι το πιο μακρινό νησί του συμπλέγματος των Κυκλάδων και θα έλεγα ο προμαχώνας του σύγχρονου ελληνικού βασιλείου. Εκτός από το Πάσχα, θα ήταν ενδιαφέρουσα μία επίσκεψη σε οποιαδήποτε άλλη εποχή για τις περίεργες ενδυμασίες, τα έθιμα και την ανόθευτη απλότητα της Αμοργού. Αλλά οι πιο τυχεροί είναι αυτοί που μπορούν να την επισκεφτούν το Πάσχα, που είναι η μεγάλη γιορτή της Αμοργού, γιατί εδώ το Πάσχα γιορτάζεται διαφορετικά από τα άλλα μέρη της Ελλάδας».


Και συνεχίζει να γιορτάζεται διαφορετικά μέχρι τις μέρες μας, ακολουθώντας τα βυζαντινά έθιμα, μέσα σε μια ανοιξιάτικη φύση που προσφέρει απλόχερα ένα ατέλειωτο πλήθος αγριολούλουδων, χρωμάτων και αρωμάτων.


Τα αρώματα που κυριαρχούν, κι έξω στη φύση και μέσα στους οικισμούς της πασχαλιάτικης Αμοργού, είναι του φασκόμηλου και της ρίγανης. Από νωρίς το μεσημέρι της Μεγάλης Παρασκευής όλοι οι δρόμοι των χωριών, απ’ όπου θα περάσει ο Επιτάφιος, και το εσωτερικό των εκκλησιών στρώνονται με φρεσκοκομμένα ανθισμένα βλαστάρια δύο ειδών φασκόμηλου και ενός είδους άγριας ρίγανης που ονομάζεται «αργανιά». Απελευθερωμένα από τις πατημασιές των περαστικών τα αιθέρια έλαια, δημιουργούν μια μεθυστική ατμόσφαιρα στα χωριά της Αμοργού και αποτελούν ταυτόχρονα μια σπονδή στην φύση που αναγεννιέται και στον Θεό που ανασταίνεται.


Τα αναστάσιμα έθιμα της Αμοργού πηγαίνουν πολύ πιο πίσω από το βυζαντινή περίοδο και χάνονται στην προϊστορική εποχή. Το Σάββατο του Λαζάρου οι νοικοκυρές πλάθουν με ζυμάρι ανθρωπόμορφα σχήματα. Ονομάζονται «λάζαροι», «λαζαράκια» ή «κουκλάκια» και θυμίζουν τις μορφές των πρωτοκυκλαδικών εδωλίων, από τα οποία τα πιο γνωστά άλλωστε προέρχονται από την Αμοργό κι ονομάζονται επίσης «κουκλάκια». Τα τελευταία χρόνια το έθιμο τείνει να εγκαταλειφθεί και η αιτία είναι μάλλον πεζή. Οι σύγχρονοι φούρνοι εξαφάνισαν τους σπιτικούς φούρνους και οι Αμοργιανές σταμάτησαν να πλάθουν και να ψήνουν «λαζαράκια, με εξαίρεση λίγες οικογένειες.


Ο Τζέημς Μπεντ περιγράφει ένα ακόμα αρχαίο χθόνιο έθιμο από την Χώρα του 1882. Μια ομάδα παιδιών περιέφερε από σπίτι σε σπίτι μια ντυμένη κούκλα, που την ονόμαζαν «Λάζαρο», κι έλεγαν τραγούδια με θέμα το τι είδε ο Λάζαρος στον Κάτω Κόσμο. Στο τέλος οι νοικοκυρές τους φίλευαν με αυγά και τσουρέκια.


Μια χειροπιαστή απόδειξη για την αρχαιότητα των εθίμων της Αμοργού ήταν η λειτουργία μέχρι πρόσφατα του υδρομαντείου στον Άγιο Γιώργη τον Βαρσαμίτη. Οι Αμοργιανοί το συμβουλεύονταν κανονικά και θα συνέχιζαν πολλοί να το συμβουλεύονται έως σήμερα, αν δεν το είχε κλείσει στην δεκαετία 1960-70 με απόφασή του ο τότε μητροπολίτης Θήρας, Αμοργού και Νήσων.


Παρότι μερικά έθιμα αργοσβήνουν, λόγω της κοινωνικής εξέλιξης, στην Χώρα της Αμοργού δημιουργήθηκε ένα νέο πασχαλιάτικο έθιμο στα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια. Το βράδυ της περιφοράς του Επιταφίου όλα τα στενά και τα σκαλιά του βυζαντινού οικισμού της Χώρας γεμίζουν με εκατοντάδες αυτοσχέδιες φωτιές, που ανάβονται σε μικρά πήλινα ή μεταλλικά σκεύη. Το έθιμο ξεκίνησε από την Απάνω Γειτονιά και σύντομα υιοθετήθηκε απ’ όλους. Τα τελευταία χρόνια η γενική φωταψία της Χώρας τη νύχτα της Μεγάλης Παρασκευής γίνεται πιο οργανωμένα, με την φροντίδα του Πολιτιστικού Συλλόγου «Σημωνίδης».


Η Χώρα της Αμοργού είναι ένας αυθεντικός βυζαντινός οικισμός. Ο οικιστικός της πυρήνας ανάγεται στην πρώιμη βυζαντινή περίοδο. Φαίνεται ότι από τον 7ο αιώνα και μετά οι επιδρομές των Αράβων στο Αιγαίο ανάγκασαν τους κατοίκους να μετατοπίσουν τους οικισμούς τους από τις παραλιακές θέσεις προς το εσωτερικό του νησιού, για λόγους ασφαλείας και καλύτερης αμυντικής οργάνωσης.


Γύρω από έναν φυσικό βράχο, με ίχνη κατοίκησης από την 3η π.Χ. χιλιετία, οι κάτοικοι των αρχαίων πόλεων Μινώας και Αρκεσίνης, συγκεντρώθηκαν σταδιακά στην βυζαντινή ακρόπολη του Κάστρου, όπως λεγόταν μέχρι πριν 100 περίπου χρόνια η σημερινή Χώρα της Αμοργού. Αντίστοιχα, στο ανατολικό άκρο του νησιού οι κάτοικοι της αρχαίας Αιγιάλης δημιούργησαν τον δικό τους βυζαντινό οικισμό, την Λαγκάδα, με παρόμοια χαρακτηριστικά μ’ αυτά του Κάστρου-Χώρας.


Η οικιστική οργάνωση της αμοργιανής Χώρας είναι τυπικά βυζαντινή. Ο φυσικός βράχος, που έχει λαξευτεί κατάλληλα, αντιστοιχεί στην βυζαντινή ακρόπολη. Κάτω από τον βράχο-ακρόπολη απλώνονται τα σπίτια της Χώρας, που συνδέονται με καμάρες και σχηματίζουν έναν λαβύρινθο στενοσόκακων, ο οποίος παλιότερα αποτελούσε στοιχείο της αμυντικής οργάνωσης και τώρα είναι χαρακτηριστικό της πολυφωτογραφημένης χωραΐτικης γραφικότητας. Ένα πλήθος βυζαντινών και μεταβυζαντινών ναών, ένα φαρδύ καλντερίμι (το «πλατύστενο») που διατρέχει τον οικισμό, μία κεντρική πλατεία (η «λόζα») και μια μικρότερη πλατεία (το «πλατεάκι») συμπληρώνουν την πολεοδομική φυσιογνωμία της Χώρας της Αμοργού.


Αν στην υπόλοιπη Ελλάδα το Πάσχα τελειώνει με το βράδυ της Ανάστασης και το αρνί της Κυριακής, στην Χώρα της Αμοργού ο αναστάσιμος εορτασμός συνεχίζεται για μία ακόμα εβδομάδα.


Ακολουθώντας αρχαία έθιμα, όπως αυτά καταγράφονται στις επιγραφές των τριών αρχαίων πόλεων του νησιού Μινώας, Αρκεσίνης και Αιγιάλης, την Κυριακή του Πάσχα βγαίνουν οι εικόνες από το μοναστήρι της Χοζοβιώτισσας και αρχίζει ο καθαγιασμός των περιοχών της Χώρας.


Το μοναστήρι της Παναγίας Χοζοβιώτισσας ιδρύθηκε γύρω στον 8ο αιώνα, στην εποχή της Εικονομαχίας. Η προφορική παράδοση και άλλα στοιχεία συνδέουν την ίδρυση του με καταδιωγμένους χριστιανούς από τους Αγίους Τόπους και την Κύπρο που βρήκαν καταφύγιο στην Αμοργό. Η μονή της Χοζοβιώτισσας και η Χώρα της Αμοργού είναι από τότε απόλυτα συνδεδεμένες.


Η λιτάνευση των εικόνων αρχίζει το απόγευμα της Κυριακής του Πάσχα. Με προπομπό το λάβαρο της Αναστάσεως, οι εικόνες της Παναγίας Χοζοβιώτισσας και του Αγίου Γεωργίου του Βαρσαμίτη μεταφέρονται στην Χώρα, στο ναό του Χριστού Φωτοδότη που είναι ένα ακόμα βυζαντινό μνημείο της Χώρας. Τις επόμενες μέρες οι εικόνες πηγαίνουν στον Βαρσαμίτη κι από εκεί κατεβαίνουν στα Κατάπολα. Έτσι καθαγιάζονται τα χωράφια, τα βοσκοτόπια, το λιμάνι και η θάλασσα.


Μία άλλη ομάδα εικόνων πηγαίνει στην Αιγιάλη, για τον καθαγιασμό του ανατολικού άκρου της Αμοργού με τους οικισμούς Λαγκάδα, Θολάρια, Ποταμό, Στρούμπο και Όρμο. Την Κυριακή του Θωμά οι εικόνες επιστρέφουν στο μοναστήρι της Χοζοβιώτισσας.


Μέσα σε μια φύση που πάλλεται από χρώματα και αρώματα, πάνω από κάθετους γκρεμούς και σε παλιά μονοπάτια που σου δίνουν την αίσθηση ότι πετάς πάνω από την θάλασσα, μέσα από ανθισμένα λιβάδια και υγρές ρεματιές με το άρωμα του φασκόμηλου και της ρίγανης να διαχέονται στην ατμόσφαιρα, τα πασχαλινά έθιμα της Αμοργού συνδέουν με τα αόρατα νήματά τους τα ψηφιακό μας σήμερα με τους βυζαντινούς «λάζαρους» και τα πρωτοκυκλαδικά «κουκλάκια».


Κι όπως γινόταν πάντοτε σε κάθε γιορτή στην Αμοργό, από την πρωτοκυκλαδική Μαρκιανή, την ομηρική Μινώα, την κλασική Αιγιάλη, την ελληνιστική Αρκεσίνη και το βυζαντινό Κάστρο, έτσι και στη σημερινή Χώρα η μεγάλη γιορτή τελειώνει με μουσικές, τραγούδια και κυκλικούς χορούς.


Τρίτη 11 Μαρτίου 2008

Ο «Καπετάνιος» του 2008

Με μεγάλη επιτυχία έγινε στην Αιγιάλη το αποκριάτικο έθιμο του Καπετάνιου. Ο καιρός ήταν θαυμάσιος, η συμμετοχή του κόσμου μεγάλη και το γλέντι κράτησε μέχρι το πρωί. Καπετάνιος φέτος ήταν ο Γιάννης Πάσσαρης και Καπετάνισσα η Σοφία Γαβαλά. Πατείστε εδώ για περισσότερες πληροφορίες για το έθιμο. Το φωτορεπορτάζ που ακολουθεί από τον «Καπετάνιο 2008» είναι του Βαγγέλη Βασσάλου












Τρίτη 4 Μαρτίου 2008

Καπετάνιος: Αποκριάτικο έθιμο της Αιγιάλης Αμοργού

Δεν έχει πιο βαρύ καημό
Σεβντάς που δεν τελειώνει
Σαν την αγάπη την κρυφή
Που δεν ξεφανερώνει


Κάθε χρόνο την Κυριακή της «Τυρινής» μια τέτοια αγάπη έχει την δυνατότητα να ξεχειλίσει στην επιφάνεια με τον πιο θαυμάσιο τρόπο!


Η πεμπτουσία του εθίμου ο «Καπετάνιος» βρίσκεται στο ότι ο νέος που επιλέγεται ή που επεδίωκε να γίνει Καπετάνιος, μπορεί να φανερώσει τον πραγματικό του έρωτα ή να προδώσει μια κρυφή αγάπη. Όσο θα μπορούσε να κρυφτεί ένα δυνατό πάθος σε ένα μικρό χωριό όπως η Λαγκάδα.


Έτσι λοιπόν το πρωί της Τυρινής όλοι οι νέοι του χωριού ασπρόμαυρα ντυμένοι και οι πιο μερακλήδες με τραγιάσκα και παραδοσιακό γιλέκο διακοσμημένο χιαστί με χρωματιστές κορδέλες, και βράκες με ζωνάρι στη μέση, παίρνουν τον δρόμο για την Παναγία την Επανοχωριανή. Τους συνοδεύουν οργανοπαίχτες τραγουδώντας μαντινάδες και κυρίως τον αποκριανό:


Περάσαν οι απόκριες…
Πάνε και οι τυρινάδες…


Τα παλιά χρόνια η επιλογή του Καπετάνιου γινόταν από τον παπά του χωριού, ο οποίος έριχνε ψηλά τον «γιλεό» (είδος άμφιου) κι όποιος τον έπιανε ντυνόταν επιτόπου με την πιο αρχοντική στολή για να ξεχωρίζει ως Καπετάνιος. Συνάμα στολίζεται το άλογο του και ντύνεται ο Μπαϊραχτάρης, ο συνοδός-φύλακας του Καπετάνιου. Φυσικά η όλη τελετή συνοδεύεται από φαγητό – ψάρι τηγανητό – καλό κρασί και μαντινάδες, μια πανδαισία στο όμορφο περιβάλλον της Επανοχωριανής. Μετά το φαγοπότι η πομπή ξεκινά για το χωριό, όπου τα νέα έχουν ήδη φτάσει από τα πιτσιρίκια που έσπευσαν να ανακοινώσουν το μαντάτο σε όλο τον κόσμο που αδημονεί . Το πρώτο παιδί που αναγγέλλει το μαντάτο ανταμείβεται με το πολυπόθητο χαρτζιλίκι.


Με λαχτάρα ο κόσμος περιμένει στην Πορτάρα, (την ανατολική είσοδο του χωριού) την πομπή. Ο Καπετάνιος επευφημείτε και όλοι μαζί κάνουν το γύρω του χωριού. Στη συνέχεια ο Καπετάνιος αυτοσχεδιάζει στιχάκια και μαντινάδες στις κοπέλες που συναντά και κερνά την παρέα του και τους παρευρισκόμενους στα καφενεία. Η τελευταία στάση και καθοριστική είναι στην Λόζα, όπου περιμένει όλος ο κόσμος.


Ο «Μπαϊραχτάρης» κρατώντας ένα κοντάρι, που στην κορυφή του έχει καρφωμένο ένα καρβέλι ψωμί, ένα κεφάλι τυρί και ένα κομμάτι μπακαλιάρο, κάνει τρεις γύρους στην πλατεία τον έφιππο Καπετάνιο με καλπασμό. Η μεγάλη στιγμή φτάνει όταν ο Καπετάνιος φανερώνει τον κρυφό του έρωτα προσκαλώντας μια από τις κοπέλες του χωριού να γίνει Καπετάνισσα. Γι’ αυτήν φυλάει το καλύτερο στιχάκι και τον πρώτο χορό, και δίνει φωτιά σε ένα γλέντι που κρατάει μέχρι αργά το βράδυ.


Ο Καπετάνιος και η παρέα του συνεχίζουν το γλέντι σε στέκια του χωριού με χορό και τραγούδι μέχρι το πρωί.


…Ήρθε κι Άγια Σαρακοστή
με τις εφτά βδομάδες….


Δημήτρης Συνοδινός
(από την έντυπη έκδοση του «Κάστρου της Αμοργού»)


Πατείστε εδώ για φωτογραφίες από τον Καπετάνιο 2005


Πατείστε εδώ για φωτογραφίες από τον Καπετάνιο 2006



Παρασκευή 14 Δεκεμβρίου 2007

Ένα «μαντείο» στα Θολάρια

Θολάρια μου, Θολάρια μου, Θολάρια μου, Θολάρια,
κοντά σας να βρισκόμουνα τα μαγεμένα βράδια...


Γράφει ο συγγραφέας Κώστας Αρκουδέας στο μυθιστόρημά του "Ο πειρατής" που εξελίσσεται στην Αμοργό:


«Η Άννα προερχόταν από το χωριό Θολάρια και αυτό, για όσους ζούσαν στην Αμοργό, σήμαινε πολλά. Οι Θολαριανοί ήταν άνθρωποι ανοιχτόκαρδοι, εργατικοί και γλεντζέδες. Σπάνια κοιμόντουσαν, επειδή είτε θα δούλευαν στα χωράφια τους είτε θα τα έπιναν σε καμιά ταβέρνα. Είχαν καθαρά μεσογειακό ταμπεραμέντο και μια φυσική αισιοδοξία που τους έκανε να ξεχωρίζουν. Ένα γλέντι με μαντινάδες και μερικά ποτηράκια με ρακόμελο ήταν αρκετά για να βάλουν στην μπάντα τις δυσκολίες και τις αναποδιές της ζωής».


Η αλήθεια είναι ότι τα Θολάρια αποτελούν κάτι ξεχωριστό. Και όχι μόνο τα καλοκαίρια με την καταπληκτική τους θέα και την εξίσου καταπληκτική νυχτερινή τους ατμόσφαιρα. Υπάρχουν ακόμα (υπήρχαν για την ακρίβεια) ιδιαίτερα έθιμα και αντιλήψεις στα Θολάρια. Γι’ αυτόν τον λόγο, ο παπά Δημητράκης Πράσινος φρόντιζε να πηγαίνει στα Θολάρια τους ξένους επιστήμονες που επισκέπτονταν την Αμοργό στα τέλη του 19ου αιώνα.


Ερωτικό φίλτρο


Ο άγγλος Τζέημς Μπεντ διηγείται ότι στα Θολάρια μία γυναίκα του αποκάλυψε το μυστικό του ερωτικού φίλτρου, με το οποίο κάθε κορίτσι θα έκανε να την παντρευτεί ο άντρας της καρδιάς της.


Την ίδια εποχή, γύρω στο 1895, ο Θολαριανός Νικόλαος Δ. Γάσπαρης (που αργότερα θα γίνει διευθυντής της Αστυνομίας Αθηνών) διηγείται τις μαντικές τεχνικές που υπήρχαν στα Θολάρια και μας πληροφορεί για το πώς η κυρά Ειρήνη προφήτευε το μέλλον.


Μια γυναίκα που η δουλειά της ήταν να βόσκει κατσίκες, γράφει ο Γάσπαρης, είχς σκαρώσει ένα μαντείο στα Θολάρια. Η Ειρήνη, που την αποκαλούσαν «αγαθή» ή «παραστιά» είχε ρυπαρή όψη και ισχυριζόταν ότι είχε ένα χειρόγραφο μαντικό βιβλίο με 30 σελίδες, που το είχε γράψει με το χέρι του ο ίδιος ο Χριστός.


Πηγαίνει όποιος θέλει να πάρει την μαντεία στο σπίτι της Ειρήνης. Το σπίτι είχε δύο «πάγκους», έναν σοφά και δύο εικόνες. Η Ειρήνη θυμιάζει τις εικόνες, ψάλει διάφορες ευχές της Αγίας Τριάδας και του Άϊ Γιάννη του Χρυσόστομου, λέει το «πάτερ ημών», κάνει το σταυρό της και στο τέλος ρίχνει ένα κόκκο στάρι πάνω σε μία σελίδα του βιβλίου της που έχει αριθμημένα τετράγωνα. Μετά βρίσκει τον αντίστοιχο αριθμό στο μαντικό περιεχόμενο του βιβλίου της και λέει την προφητεία της που είναι πάντοτε σαφής και αόριστη.


Ο Γάσπαρης γράφει ότι τις μαντείες της Ειρήνης τις πιστεύουν κυρίως οι γυναίκες, που στην διάρκεια της τελετής στέκονται με θρησκευτική ευλάβεια και σταυροκοπιούνται διαρκώς. Πολύ ενδιαφέρον είναι ότι η Ειρήνη δεν έπαιρνε χρήματα. Ο Γάσπαρης μας πληροφορεί ότι ένα παρόμοιο ιδιωτικό μαντείο λειτουργούσε στα χρόνια του και στον Στρούμπο.


Η μαντική τεχνική της θολαριανής Ειρήνης βασιζόταν στο ριχτάρι (ή ρικτολόγιον), που ήταν σε χρήση από την βυζαντινή εποχή. Το ριχτάρι ήταν ένα χειρόγραφο τετράδιο. Σε μια σελίδα του υπήρχε μία σχάρα με αριθμημένα τετράγωνα. Κάθε αριθμός τετραγώνου αντιστοιχούσε σε αριθμημένα αποσπάσματα από χριστιανικά κείμενα, που ήταν γραμμένα στις άλλες σελίδες. Ο «μάντης» έριχνε ένα κουκί, ένα ρεβύθι ή ένα στάρι στην σχάρα με τα αριθμημένα τετράγωνα. Έβλεπε τον αριθμό που πάνω του έπεφτε το ρεβύθι και μετά πήγαινε και διάβαζε το ιερό απόσπασμα που είχε τον ίδιο αριθμό κι έλεγε την μαντεία του.


Ένα τέτοιο ριχτάρι είχε στην κατοχή του ο παλιός γυμνασιάρχης μας κ. Μιχάλης Μωραϊτάκης, που ανήκε στο παππού του Νικήτα Πράσινο. Το ριχτάρι αυτό στο τέλος του είχε την ακόλουθη εγγραφή: «την 22 οκτωβρίου 1847 Μιχαήλ Η. Νομικός».


Ο κ. Μ. Μωραϊτάκης παραχώρησε το αμοργιανό ριχτάρι το 1956 στον καθηγητή του στο Πανεπιστήμιο Αθηνών Γεώργιο Α. Μέγα, ο οποίος το σχολίασε και το δημοσίευσε το 1959 στην Επιστημονική Επετηρίδα της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών (σελ. 206-216).


Από το δημοσιευμένο αμοργιανό ριχτάρι αποδεικνύεται ότι η περιγραφή που κάνει ο Ν. Γάσπαρης είναι ακριβής.


Η λαϊκή παράδοση των Θολαριών διέσωσε και μια ενδιαφέρουσα παραλλαγή του πανάρχαιου μύθου για την εξημέρωση του αμπελιού και την δημιουργία του κρασιού. Την κατέγραψε το 1964 ο Στέφανος Δ. Ημελλος, ερευνητής του Λαογραφικού Αρχείου της Ακαδημίας Αθηνών...

Παρασκευή 14 Σεπτεμβρίου 2007

Η ανάβαση για το πανηγύρι του Σταυρού στις 14 Σεπτεμβρίου

.
 
Στο «Μπλε» καφέ, στην Αιγιάλη, πίνουμε ρακόμελο στοιχηματίζοντας σε ποια άκρη του απέναντι ξερονησιού, της Νικουριάς, θα πέσει το φεγγάρι που παίζει κρυφτό ανάμεσα στις ασβολερές φιγούρες των βράχων και στα ερεβώδη σύννεφα της νύχτας. Προσπερνά όλες τις μύτες της Νικουριάς και βουτά μέσα στη θάλασσα προκαλώντας ομαδικό κέρασμα. Ο ένας κερνά τον άλλο αφού όλοι μας χάσαμε το στοίχημα! Πάνω στη στιγμή που το άρωμα του γαρίφαλου του βραστού ρακόμελου μας συνεπαίρνει σε μια γλυκιά μέθη, ένα θαλασσινό αγέρι μας ξυπνά και μας προειδοποιεί ότι το ξημέρωμα πλησιάζει. Πρέπει να βιαστούμε αν θέλουμε να είμαστε προτού χαράξει στο χωριό Λαγκάδα, ένα τέταρτο πεζοπορία στο ανηφορικό μονοπάτι.


Στην πλατεία


Στην πλατεία της Λαγκάδας συναντιόμαστε με μια παρέα γυναικών που θα μας οδηγήσουν στο πιο απόκρημνο σημείο της Αμοργού. Εκεί βρίσκεται το μικρό εκκλησάκι του Σταυρού. Οι γυναίκες έχουν φορτώσει στα γαϊδουράκια κοφίνια γεμάτα με καρβέλια που μόλις έψησαν στους χτιστούς φούρνους για να είναι ζεστά και φρέσκα στο γεύμα του πανηγυριού. Οι άντρες έχουν ανεβεί από χθες, φορτωμένοι με σφαχτά, τσουβάλια με δημητριακά και μπουκάλια γεμάτα λάδι.


Αφού πιούμε τον αχνιστό καφέ που μας έψησε στην άμμο η Λενιώ, η μικρότερη της γυναικοπαρέας, παίρνουμε το μονοπάτι βορειοανατολικά της Λαγκάδας. Μετά τα τελευταία σπίτια ανηφορίζει αργά, παράλληλα με τον Κρούκελο (821 μ.). Δεξιά επάνω, εκεί όπου ο αέρας έχει το βασίλειό του, αντικρίζουμε τέσσερις μισογκρεμισμένους ανεμόμυλους και λίγο πιο κάτω διακρίνουμε το εκκλησάκι του «γερού-Σταυρού», κτισμένο μέσα σε μια σπηλιά με βυζαντινές αγιογραφίες.


Συνεχίζουμε σε ένα τοπίο όλο και πιο γυμνό. Ύστερα από μία ώρα φθάνουμε σε ένα πλάτωμα με πέντε-έξι αγροτικά σπίτια περιτριγυρισμένα από σκίνους, βελανιδιές και μικρά κυπαρίσσια. Μεγάλες παρέες νέων και γερόντων, ντόπιων και ξένων, δημιουργούνται καθώς όλοι συναντιούνται εδώ για να ξαποστάσουν λίγα λεπτά. «Ο ήλιος θα ανεβεί γρήγορα» προειδοποιεί ο καλύτερος ψαράς του νησιού, ο Παντέλος. Αμέσως μετά ζητεί από μια κοπέλα, τη Δέσποινα, να του χαρίσει τον αποψινό μπάλο.


Αριστερά και λίγο πιο πάνω, στο τρίστρατο όπου βρίσκεται το μοναστήρι του Αγίου Ιωάννη Θεολόγου, του 9ου αιώνα, οι οδοιπόροι πληθαίνουν. Κάποιοι με τα γαϊδουράκια τους, οι περισσότεροι όμως ανεβαίνουν με τα πόδια. Από τη διασταύρωση ως το εκκλησάκι έχουμε άλλη μία ώρα περπάτημα. Το μονοπάτι, μισό μέτρο φαρδύ, ξετυλίγεται σαν νήμα πάνω στον προσάντη γκρεμό που συναντά την αφρισμένη θάλασσα 700 μέτρα χαμηλότερα. Τοπίο δραματικό και αλησμόνητο.


Το πανόραμα...


Ο παπάς του νησιού καβάλα στο γαϊδουράκι του οδεύει προς το ξωκλήσι όπου θα λειτουργήσει. Βλέποντάς μας ξωμερίτες μάς δείχνει στο βάθος του πελάγους τα βουνά της Ικαρίας, της Σάμου, την Πάτμο και την Κίναρο, κουκκίδα ξεχασμένη στο μπλε του πελάγους.
Φθάνοντας στον Σταυρό θαρρείς πως είσαι σε ένα μέρος ουράνιο παρά γήινο: στο εκκλησάκι οι γιαγιάδες σταυροκοπιούνται και οι κόρες μαζί με τους νιους ψάλλουν την Ύψωση του Τιμίου Σταυρού.


Νοτιοανατολικά από το ξωκλήσι βρίσκεται το εγκαταλειμμένο μεταλλείο όπου μέσα από βαθιές στοές γινόταν η εξόρυξη του βωξίτη ως το 1954. Κοντά σε αυτό σώζεται ακόμη το χωριό των οικογενειών των εργατών ακατοίκητο σαν ένα φάντασμα.


Δίπλα από τον μικρό ναό, στο μαγειρείο στήνουμε τσιμπούσι με τους αρχιχαροκόπους που από τα χαράματα πίνουν κρασί καθώς μαγειρεύουν στη φωτιά μέσα στα τσουκάλια κατσίκι με ρύζι και πατάτες. Ένας από αυτούς, ο κυρ Πορτοκάλης από τα Θολάρια, μας διηγείται την αληθινή ιστορία όταν κάποτε έβρεξε... βατράχια στο νησί.


Σαν τελειώσει η λειτουργία μοιράζεται άρτος και κρασί και ένα κορίτσι κερνά μελομακάρονα φτιαγμένα από τις γυναίκες των Θολαρίων, με πορτοκάλι και καρύδι. Τα πιάτα με το φαγητό πηγαινοέρχονται, το ίδιο και ακόμη περισσότερο το κοκκινέλι. Καθόμαστε καταγής για να απολαύσουμε τη δύναμη τούτου του τόπου.


Το βιολί...


Ο Μιχάλης, ο τραγουδιστής της παρέας, υμνεί με μια μαντινάδα το φως, τον δυνατό αγέρα, το απέραντο γαλάζιο, τις μυρουδιές του θυμαριού και του χρυσοκίτρινου λουλουδιού των βράχων που το λένε «ήλιο». Ο εγγονός του με το βιολί συνοδεύει τον Μιχάλη σε ένα γιορτινό συρτό: κόντρα στον άνεμο που ολοένα δυναμώνει, χορεύουμε μανιωδώς τις αμοργιανές μολπές τραγουδώντας με αίσθημα τους παρορμητικούς στίχους: «Γεια χαρά σας παλικάρια και στο καλό, να μας φέρετε σφουγγάρια και κοράλλια απ' το γιαλό...».


Κατά την κατάβαση ο μελισσοκόμος κυρ Γιώργης σταματά τον κόσμο έξω από την αποθήκη του για να τον φιλέψει κηρήθρα με μέλι και καφέ. Η Σοφία μαζεύει τους λαχταριστούς καρπούς της μοναδικής συκιάς αυτού του ξερού τοπίου και μετά τους προσφέρει. Η παπαδιά, με τη σειρά της, αφού δώσει στον παπά λίγο γλυκό του κουταλιού βύσσινο, καλεί όλα τα παιδιά να το μοιραστούν. Αστεία και ιστορίες λέγονται μεταξύ των γνώριμων πια γέρων και νέων. Η γλυκιά ζάλη σβήνει σιγά σιγά. Μέσα στη βαβούρα της χαράς που προκαλεί κάθε πανηγύρι σαν και αυτό, γνήσιο και πατροπαράδοτο, παίρνουμε έναν τονωτικό υπνάκο, γεμάτο όνειρα.


Αργότερα στα Θολάρια, με μοναδικό σημάδι του χρόνου τον ήλιο να οδεύει προς τη δύση του, στον περίβολο της εκκλησίας τα αγόρια παίζουν μαζί με τον τρελό του χωριού μπιζ και μακριά γαϊδούρα. Στο καφενείο «Η καλή καρδιά» του Μάγκα οι τουρίστες χορταίνουν με τη φάβα που μόλις έβρασε η κόρη του Σοφία. Τη σερβίρει πάντα με μπόλικο αγουρέλαιο και καυτερά κρεμμύδια.


Ένα αντρόγυνο βοτανολόγων που ζουν αρκετά χρόνια στο νησί καλλιεργεί σε δικό του περιβόλι τα σπάνια βότανα του νησιού. Η γερμανίδα γυναίκα εξηγεί στον... ερωτιάρη της παρέας πώς μπορεί να βρει το αφροδισιακό φυτό «μανδραγόρα»! Διάφορα σχόλια ακούγονται από τους ντόπιους, όπως ότι πρέπει να δέσεις ένα σχοινί σε σκύλο και το σκυλί να τραβήξει τον μανδραγόρα και να τον ξεριζώσει γιατί... τη στιγμή που ξεριζώνεις το φυτό ακούγεται μια δυνατή κραυγή που σε τρελαίνει.


Η μαντινάδα


«Απόψε οι Σταύροι κι οι Σταυρούλες γιορτάζουν! Ρακόμελο να πίνουν κι ό,τι θέ' να γίνουν» τους εύχεται τραγουδώντας την αυτοσχέδια μαντινάδα ο Νικόλας και τα όργανα τον ακολουθούν. Οι εορτάζοντες δίνουν τις παραγγελιές τους και αρχίζουν τον χορό. Το πανέρι μπροστά στα βιολιά και στα λαούτα γεμίζει με πεντοχίλιαρα! Ενδίδουμε στα κεράσματα και ανταποδίδουμε...


Ο Παντέλος γλυκοκοιτά τη Δέσποινα και ο Νικόλας με τη φωνή του τούς προτρέπει στον χορό. Το ζευγάρι χορεύει εκστασιασμένο και ο Μάγκας τούς φέρνει πάνω σε δίσκο το τυπικό κέρασμα: ένα σφηνάκι ρακί και μια μικρή σοκολάτα υγείας. Η Δέσποινα όλο νάζι δέχεται το ρακί και χαιρετίζει τους παρευρισκόμενους γλεντοκόπους που καμαρώνουν τη χάρη της, αφήνοντας το γλύκισμα στον λεβέντη της. Τότε και αυτός της εύχεται τέτοια γλύκα να έχει πάντα και προτού ξαναρχίσει τον χορό μαζί της φωνάζει «φέρτε φάρμακο!».


ΜΑΡΩ ΚΟΥΡΗ
(από ΤΟ ΒΗΜΑ , 01-08-1999)


Ένα φωτογραφικό ρεπορτάζ του Πάνου Ψυχογιού από το πανηγυράκι του Σταυρού μπορείτε να δείτε πατώντας εδώ

Δευτέρα 23 Ιουλίου 2007

Το μεγαλύτερο πανηγύρι της Αμοργού, 25 Ιουλίου στην Αγία Παρασκευή της Κολοφάνας

Φωτογραφίες από το πανηγύρι μπορείτε να δείτε πατώντας εδώ


Στην καρδιά του καλοκαιριού η εορτή της Αγίας Παρασκευής στην Κολοφάνα και την Κάτω Μεριά κινητοποιεί όλο το νησί και αποτελεί σημείο αναφοράς στις ψυχές όλων των Αμοργιανών, όπου κι αν βρίσκονται στον πλανήτη

Τα παλιά χρόνια πηγαίναμε με τα πόδια, με τα ζώα και με τα καΐκια. Σήμερα πηγαίνουμε με τ’ αυτοκίνητα, που σχηματίζουν ουρά χιλιομέτρων. Και τότε και τώρα συνεχίζουμε στο πανηγύρι της Αγίας Παρασκευής, στις 25/26 Ιουλίου, τα αρχαία έθιμα της παλλαϊκής προσφοράς, της πάνδημης συμμετοχής και της κοινής τράπεζας.
Είναι ένα από τα μεγαλύτερα πανηγύρια των Κυκλάδων. Για μας είναι το μεγαλύτερο. Και κάθε Αμοργιανός, μέσα κι έξω από το νησί, όπου κι αν είναι στον κόσμο επιζητεί η Χάρη της Αγίας Παρασκευής να είναι μαζί του. Όπως ο Νικόλας ο Γαβαλάς, εγκατεστημένος στην Νέα Υόρκη των ΗΠΑ, που ενισχύει με πολλούς τρόπους τις εκδηλώσεις του πανηγυριού.
Για τον ναό της Αγίας Παρασκευής και όλων των συμπληρωματικών εγκαταστάσεων υπεύθυνο είναι το εκκλησιαστικό συμβούλιο που το αποτελούν οι Ιωάννης Κωβαίος του Ηλία, Σταμάτης Σίμος του Ευαγγέλου, Κωβαίος Εμμανουήλ του Γεωργίου, Νομικού Ευδοκία του Αντωνίου και Νομικός Νικόλαος του Εμμανουήλ.
Από όλο το νησί συγκεντρώνονται στα μαγγιπειό στάρια, αλεύρια, λάδια και όλα τα άλλα απαραίτητα υλικά για να γίνουν τα ψωμιά και τα παραδοσιακά φαγητά, που είναι το πατατάτο, το ξιδάτο, ο κοφτός, η ροβυθάδα και το πιλάφι.
Ζυμώνονται και ψήνονται πάνω από 500 διπλά καρβέλια. Κάθε δωρητής (και είναι πολλοί) για την προσφορά του θα πάρει δώρο κι ένα καρβέλι. Προσφέρονται δεκάδες ζώα. Κάθε χρόνο προσφέρονται πάνω από 120 κατσίκια, γελάδες και μοσχάρια. Παλιά τα ζώα σφάζονταν δίπλα στις σχοινιές. Τώρα υπάρχει σφαγείο.
Γίνονται 8 καζάνια με πατατάτο (και δύο… μικρά), ένα με κοφτό και ένα με ξιδάτο. Υπολογίζεται ότι την παραμονή που γίνεται και ο μεγάλος χορός δίπλα στην εκκλησία σιτίζονται πάνω από 1.400 άτομα. Όταν οι ημερομηνίες του τριήμερου πανηγυριού πέφτουν σε νηστίσιμες μέρες τότε μαγειρεύονται ρεβίθια και πιλάφι.
Τα είδη μπακαλικής (χαρτο-πετσέτες, ξύδια, κλπ) τα προσφέρουν οι αυτοκινητιστές. Δείγμα ότι μπορεί η αμοργιανή κοινωνία να εκσυγχρονίστηκε με τ’ αυτοκίνητα αλλά τα παλιά έθιμα της προσφοράς συνεχίζονται.
Το πανηγύρι της Αγίας Παρασκευής αλλά και το ίδιο το προσκύνημα έχει εμβέλεια μέχρι τις Μικρές Κυκλάδες, που κατοικούνται άλλωστε από αμοργιανές οικογένειες. Αλλά η αίγλη του μεγάλου πανηγυριού της Αμοργού φτάνει πλέον αρκετά μακριά από το νησί. Για το πατατάτο οι απαραίτητες… πατάτες είναι προσφορά εδώ και χρόνια επαγγελματία από την Απείρανθο της Νάξου.
Όλα αυτά δείχνουν πόσο μεγάλο είναι το πανηγύρι της Αγίας Παρασκευής. Το σημαντικότερο γεγονός όμως των τελευταίων χρόνων, το οποίο προσφέρει ένα μοναδικό προνόμιο στο πανηγύρι και το νησί μας, είναι η παρουσία του Αρχιεπισκόπου Αθηνών και Πάσης Ελλάδος κ. Χριστοδούλου, ο οποίος και χοροστατεί στον πανηγυρικό εσπερινό.
Μόνιμος καλοκαιρινό επισκέπτης της Αμοργού, εδώ και δεκαετίες, ο Μακαριότατος Αρχιεπίσκοπος δεν θα χοροστατήσεις φέτος λόγω της γνωστής περιπέτειας της υγείας του. Στην Αμερική που θα πάει για να χειρουργηθεί, ασφαλώς θα είναι μαζί του και η Αγία Παρασκευή της Αμοργού.
Ο Πατριάρχης Αλεξανδρείας και πάσης Αφρικής κ. Θεόδωρος Β' και ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ. Χριστόδουλος στην πανήγυρη του 2005

Πανηγύρια της Αμοργού: Γιορτές με αρχαίες ρίζες

Απόσπασμα από το βιβλίο του Αντωνίου Μηλιαράκη «ΑΜΟΡΓΟΣ, Υπομνήματα περιγραφικά των Κυκλάδων Νήσων, Αθήνα 1884».


«Θεωρούμεν αναγκαίον να μνημονεύσωμεν ιδιαζουσών τινών θρησκευτικών τελετών πομπωδώς τελουμένων, και ίσως εχουσών καταγωγήν αρχαίαν. Καθόλου δεν παρατηρώ επί του θέματος της θρησκευτικής καταστάσεως των κατοίκων, ότι ως προς το θρησκευτικόν αίσθημα οι κάτοικοι εν γένει των νήσων υπερτερούσι τους των ηπειρωτικών χωρών της Ελλάδος. Μεμονωμένοι επί των νησιωτικών βράχων, ωσεί εν εξορία, πόρρω των ομοεθνών, και ηναγκασμένοι ως εκ της φύσεως των τόπων εις την γεωργίαν και την ναυτιλίαν, ουδένα έτερον έχουσι ηθικόν περισπασμόν ή την θρησκείαν. Πάσαι οι προς τέρψιν αυτών πανηγύρεις είναι συνδεδεμέναι αναποστάστως προς μίαν θρησκευτικήν τελετήν.
Εν Αμοργώ δε παρετήρησα ότι ιδιαζόντως τιμώσι τους ιερείς, χαρετώσιν αυτούς πάντοτε διά μετανοίας και δι’ ασπασμού της χειρός. Τοιαύτην δεν μετάνοιαν και ασπασμόν ποιούσι και αυταί αι μητέρες προς τους ιδίους υιούς, όταν είναι ιερωμένοι, υποχωρούσης και της ηλικίας και της αξιοπρεπείας της μητρός απέναντι του σεμνού σχήματος του ιερέως.Εν τοις ναοίς δεν έχουσι δίσκους, δεν ανάπτουσιν υποχρεωτικώς κηρία άλλα πλην των κεκανονισμένων. Όλα είναι αυτοπροαίρετα.. Εις πάσαν κηδείαν κατ’ έθιμον μετέχουσι πάντες οι ιερείς της πόλεως ή του χωρίου. Κατ’ έθιμον ωσαύτως παλαιόν η δεδομένη αμοιβή εις έκαστον των ιερέων δια την κηδείαν είναι λεπτά δέκα. Εν Αμοργώ αι εκκλησίαι δεν διακρίνονται επί μεγέθει και αρχιτεκτονικήν τέχνην, αλλ’ ουχ ήττον πάσαι, και αυτά έτι τα εξωκκλήσια, έχουσιν ικανήν ευπρέπειαν, και πανταχού διακρίνει τις τα ίχνη της ευλαβείας......
Εορτή θρησκευτική τελείται κατά την επέτειον της Αγίας Παρασκευής και του Αγ. Ιωάννου του Βρούτση. Οι έχοντες περί τους ναούς τούτους αγρούς, διορίζουσι μεταξύ αυτών έναν επιστάτην ή τελετάρχην, εις ον δίδουσι προς φύλαξιν άπαξ μερίδα των συγκομιζομένων καρπών, σίτου, κριθής, ελαίου, φάβας, τυρού κτλ. Ούτος διατηρεί τας εισφοράς ταύτας εις αποθήκην κειμένην παρά τοις ειρημένοις ναοίς, ην καλούσιν οι Αμοργίνοι μαγγιπειώ, εκ της βυζαντινής λέξεως μάγγιπος (μάγειρος). Εν τω μαγγιπειώ δ’ ευρίσκονται και όλα τα χρήσιμα μαγειρικά σκεύη, αποκτηθέντα και ταύτα δι’ εισφοράς, και ανήκοντα εις τους συνερανιστάς. Αι τροφαί αύται χρησιμεύουσιν εις τους προσεχομένους κατά την παραμονήν της εορτής του Αγίου ή Αγίας συνεορταστάς, οίτινες συντρώγουσιν εν κοινή τραπέζη.
Οι πανηγυρισταί ηναγκασμένοι όντες να διανυκτερεύσωσι περί τους ναούς, διότι ευρίσκονται πόρρω της κωμοπόλεως και των αγροκατοικιών, κτίζουσιν εκ ξηρολίθων καλύβας επί των οποίων ο τελετάρχης κατ’ έτος υποχρεούται να θέτη στέγην εκ κλάδων δένδρων. Εντός δεν αυτών, εχουσών σχήμα ελλειψοειδές, διανυκτερεύει εκάστη οικογένεια. Αι καλύβαι αύται είναι ιδιοκτησία εκάστης οικογενείας, διατηρούνται δι’ όλου του έτους και ονομάζονται υπό των εντοπίων μούδαι, δια λέξεως ανηκούσης εις τον παρηκμακότα λατινισμόν, σημαινούσης δ’ οικίσκον άθυρον».

Παρασκευή 20 Ιουλίου 2007

Κίτσος: χορός της Αμοργού

Ο «Κίτσος» είναι ένα μουσικό μοτίβο της στεριανής Ελλάδα, γνωστό κυρίως από την Πελοπόννησο, σε συρτό ρυθμό, που συνοδεύεται με τα λόγια του κλέφτικου τραγουδιού «Του Κίτσου η μάνα κάθονταν στην άκρη στο ποτάμι».

Δεν ξέρουμε πως και από ποιους αυτό το μουσικό θέμα έφτασε στην Αμοργό, όπου πάντως οι παλιοί αυτοδίδακτοι μουσικοί του νησιού μας προσάρμοσαν ορισμένες μουσικές φράσεις του και το μετεξέλιξαν σε ένα χορευτικό κομμάτι. Ο «Κίτσος» στην Αμοργό δεν τραγουδιέται. Χορεύεται μόνο. Ο χορός είναι αντρικός, συντροφικός, πηδηχτός και ρωμαλέος. Παλιά αλλά και τώρα, ο Κίτσος άνοιγε τα πανηγύρια και τις γιορτές για να ακολουθήσουν άλλοι σκοποί και χοροί και να σχηματιστεί ο «κάβος», δηλαδή μια μεγάλη σειρά αντρών και γυναικών που χόρευε συρτούς και σούστες για πολλή ώρα.

Ο Κίτσος χορεύεται παντού στην Αμοργό: στην Χώρα, την Γιάλη (Αιγιάλη), την Κάτω Μεριά. Περιέργως δεν χορεύεται στα αμοργιανά νησιά Δονούσα, Κουφονήσι, Σχινούσα και Ηρακλειά, που αποικίστηκαν από αμοργιανές οικογένειες μετά το 1870. Κάθε μέρος της Αμοργού χορεύει τον Κίτσο με τον δικό του τρόπο. Παλιά τον χόρευαν δύο άντρες. Ο ένας ήταν ο κυρίως χορευτής, που έκανε τις φιγούρες. Ο δεύτερος που τον κρατούσε λεγόταν «φαλλός». Σήμερα, χορεύεται κυρίως από ομάδα αντρών (3-4) που πιάνονται από τους ώμους και συγχρονίζουν τα βήματά τους, αν και ο πρωτοχορευτής συνεχίζει να έχει το πρώτο ρόλο.

Ένα δείγμα του Κίτσου δείχνει το βίντεο που ακολουθεί από το γλέντι που γίνεται στην Χώρα την Κυριακή του Πάσχα.


Παρασκευή 29 Ιουνίου 2007

Οι φωτιές του 'Αη Γιαννιού

φωτογραφίες Γιάννης Δεσποτίδης
Έγινε και φέτος στην Χώρα το παλιό έθιμο με τις φωτιές του Άη Γιαννιού, με πρωτοβουλία του πολιτιστικού συλλόγου "Σιμωνίδης". Η φωτιά άναψε στην Λόζα. Μικροί και μεγάλοι επιδόθηκαν στα άλματα πάνω από την φωτιά, όπως επιτάσσει η παράδοση. Ακολούθησαν χοροί και τραγούδια μέχρι αργά τη νύχτα.
Η φωτιά έχει φουντώσει στο κέντρο της Λόζας
Όλοι περιμένουν να κατακάτσουν οι φλόγες για να αρχίσουν τα άλματα
Πηδήματα πάνω από την φωτιά, όπως θέλει το έθιμο


Μάρκος Γαβράς (βιολί), Βαγγέλης Δεσποτίδης (τραγούδι) και Γιώργος Βλαβιανός έπαιξαν στην γιορτή.


Ο χορός αρχίζει από μικρούς και μεγάλους

Η νέα γενιά της Χώρας συνοδεύει με βιολί και λαούτο το τραγούδι του Βαγγέλη

Πέμπτη 21 Ιουνίου 2007

Ο Αστερίξ και η Αμοργός συνεχίζουν να αντιστέκονται


Στην Μασσαλία, αρχαία ελληνική αποικία, το δημοφιλέστερο παιχνίδι είναι το «πετάνκ» (petanque). Στην σειρά κόμιξ του Αστερίξ «Ο γύρος της Γαλατίας» κάτοικοι της Μασσαλίας εμποδίζουν, παίζοντας πετάνκ, τους Ρωμαίους να συλλάβουν τον Αστερίξ και τον Οβελίξ που αντιστέκονται ακόμη. Εννοείται ακόμα και σήμερα…
Το παιχνίδι αυτό είναι αρχαίο. Δύο ομάδες προσπαθούν να ρίξουν τις μπάλες τους όσο πιο κοντά μπορούν σε μια άλλη μικρότερη μπάλα που αποτελεί το σημείο αναφοράς. Στην Γαλλία ονομάζεται πετάνκ, στην Ιταλία «μπότσε» (bocce), στον αγλλοσαξωνικό κόσμο «μπάλες» (bowls) και στην Λαγκάδα της Αμοργού «μπάλες». Γιατί η Λαγκάδα στην Αιγιάλη είναι το μόνο μέρος στην Ελλάδα που παίζεται αυτό το παιχνίδι.
Τώρα το καλοκαίρι αρχίζει στην Λαγκάδα και η αγωνιστική περίοδος για τις «μπάλες». Δεν ξέρουμε από πότε παίζεται αυτό το αρχαίο παιχνίδι στην Αιγιάλη. Πιθανώς πιο παλιά από την εποχή που εισήχθη στην Γαλατία και στο χωριό του Αστερίξ που αντιστέκεται ακόμη στους Ρωμαίους. Στην Αμοργό, πάντως, οι «μπάλες» που παίζονται από τους Λαγκαδιανούς, γέρους και νέους, είναι σήμερα μια πράξη αντίστασης στην ισοπεδωτική τάση του καταναλωτισμού και του «λάϊφ στάϊλ» που μας επιβάλουν οι σαχλαμάρες των διαφημιστών και της τηλεοπτικής αποχαύνωσης.
Η Λαγκάδα αντιστέκεται ακόμη..! Κι αυτό δεν είναι κόμιξ. Είναι η πραγματικότητα.
Όπως και στην δεκαετία του 1970 (αριστερά) έτσι και σήμερα (δεξιά) οι μπάλες παίζονται στο ίδιο σημείο της Λαγκάδας, μπροστά στην ταβέρνα του Νίκου Βασσάλου που φρόντισε να διατηρήσει τον χώρο.