Οι φίλοι του μπλοκ

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΡΟΣΩΠΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΡΟΣΩΠΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 16 Δεκεμβρίου 2011

Αμοργός και Κωνσταντινούπολη

Κάποιοι από τους Πράσινους της Αμοργού υποστηρίζουν ότι το επώνυμό τους προέρχεται από την Κωνσταντινούπολη και το ανάγουν στην εποχή των «Πράσινων» και των «Βένετων» (γαλάζιων), των δύο φατριών που κυριαρχούσαν στον ιππόδρομο της Κωνσταντινούπολης. Για να συμβαίνει κάτι τέτοιο πρέπει να πάμε πολύ πίσω στην ιστορία, ίσως και 1.500 χρόνια. Πράγματι υπήρχαν Πράσινοι στην Κωνσταντινούπολη, αλλά στη νεότερη εποχή των Ρωμιών της Πόλης (18ος και 19ος αιώνας), όπως η οικογένεια του ζωγράφου Μάριου Πράσινου που έκανε μεγάλη καριέρα στην Γαλλία. Το πιθανότερο όμως είναι να προέρχονται από την Αμοργό οι Πράσινοι της Πόλης και όχι το αντίθετο.

Στον εκλογικό κατάλογο του 1877, με τους δημότες της περιφέρειας Χώρας, περιέχονται 31 Αμοργιανοί που δηλώνουν μόνιμη διαμονή την Κωνσταντινούπολη. Ο αριθμός τους είναι εξαιρετικά μεγάλος, αν σκεφτούμε ότι την ίδια εποχή οι Αμοργιανοί της Ερμούπολης ήταν ελαφρώς περισσότεροι. Φυσικά, ανάμεσα στους Αμοργιανούς της Πόλης περιλαμβάνεται κι ένας Πράσινος, ο Σταμάτης Πράσινος που διατηρούσε καφενείο. Οι Αμοργιανοί που έμεναν στην Πόλη το 1877 είναι οι εξής:
  1. Βενετζάνος Δημοσθένης του Γεωργίου, 29 ετών, ξυλουργός.
  2. Βενετζάνος Εμμανουήλ του Γεωργίου, 21 ετών, γεωργός. 
  3. Βενετζάνος Ιωάννης του Γεωργίου, 39 ετών, αρτοποιός. 
  4. Βενετζάνος Μιχαήλ του Αναστασίου, 24 ετών, δημοδιδάσκαλος. 
  5. Βενετζάνος Μιχαήλ του Γεωργίου, 30 ετών, αρτοποιός. 
  6. Βενετζάνος Νικήτας του Γεωργίου, 42 ετών, αρτοποιός.
  7. Βλαβιανός Μιχαήλ του Νικήτας, 43 ετών, προξενικός κλητήρ. 
  8. Βλαβιανός Νικήτας του Μιχαήλ, 57 ετών, σανδαλοποιός.
  9. Βλάχος Ανέστης του Χριστόδουλου, 58 ετών, αλιεύς.
  10. Γαβράς Επαμεινώνδας του Δημητρίου, 40 ετών, υπάλληλος.  
  11. Γαβράς Μάρκος του Δημητρίου, 42 ετών, εργολάβος.
  12. Δαμιανός Γεώργιος του Στέφανου, 30 ετών, υπηρέτης.
  13. Δανασής Δημήτριος, 60 ετών, ελληνοδιδάσκαλος. 
  14. Δανασής Μιλτιάδης του Δημητρίου, 27 ετών, ελληνοδιδάσκαλος.
  15. Ζαράνης Φώτιος του Αντωνίου, 32 ετών, υποδηματοποιός.
  16. Θεολογίτης Εμμανουήλ του Μάρκου, 44 ετών, σανδαλοποιός.
  17. Ιωαννίδης Εμμανουήλ του Ιωάννη, 54 ετών, ελληνοδιδάσκαλος.
  18. Καρατζάς Μιχαήλ του Κώνστα, 45 ετών, ναυτικός.
  19. Παπαδόπουλος Εμμανουήλ του Γιάγκου, 35 ετών, ράπτης. 
  20. Παπαδόπουλος Κωνσταντίνος του Γιάγκου,     31 ετών, υπηρέτης.
  21. Πάσσαρης Εμμανουήλ του Κώνστα, 38 ετών, σανδαλοποιός.
  22. Πράσινος Σταμάτιος του Εμμανουήλ, 46 ετών, καφεπώλης.
  23. Σαράντος Γεώργιος του Γιάγκου, 47 ετών, έμπορος.
  24. Σιγάλας Γεώργιος του Κώνστα, 33 ετών, σανδαλοποιός. 
  25. Σιγάλας Γ. του Κώνστα, 36 ετών, αρτοποιός. 
  26. Σιγάλας Ιωάννης του Κώνστας, 34 ετών, αρτοποιός.
  27. Στουπάκης Δημήτριος του Νικολάου, 79 ετών, αρτοποιός. 
  28. Στουπάκης Μιχαήλ του Δημητρίου, 47 ετών, φαρμακοποιός. 
  29. Στουπάκης Νικόλαος του Δημητρίου, 50 ετών, υπάλληλος.
  30. Φωστιέρης Ιωάννης του Αντωνίου, 52 ετών, ναυτικός. 
  31. Φωστιέρης Μιχαήλ του Ιωάννη, 37 ετών, τεχνίτης.

Από αυτούς ο ελληνοδιδάσκαλος και μετέπειτα σχολάρχης Αμοργού Εμμανουήλ Ιωαννίδης (Ζαράνης, το πραγματικό του επώνυμο) εξελίχθηκε σε μεγάλη πνευματική μορφή. Έζησε και δίδαξε πολλά χρόνια στην Κωνσταντινούπολη και υπήρξε από τα ιδρυτικά μέλη του Ελληνικού Φιλολογικού Συλλόγου Κωνσταντινουπόλεως.

Ο Γάλλος αρχαιολόγος Γκαστόν Ντεσάν γνώρισε από κοντά τον Ιωαννίδη στην Αμοργό και γράφει σχετικά:

«Ο κ. Ιωαννίδης με την μαύρη ρεντικότα, την λευκή γενειάδα, το ψηλό παλιομοδίτικο καπέλο και τον αέρα γνήσιου εκπαιδευτικού, έδινε μια εικόνα μοναδική μέσα στην αγριότητα των άγονων εκτάσεων και των θάμνων, ανάμεσα στις πέτρες και τους ισχνούς σχίνους που φύτρωναν στις ξερές άγονες πλαγιές.

«Ο Ιωαννίδης υπήρξε κάποτε ένα από τα πιο δραστήρια μέλη του Φιλολογικού Συλλόγου της Κωνσταντινουπόλεως. Το περιοδικό που εκδίδει ο σύλλογος αυτός περιέχει πολλά άρθρα που έγραψε ο ίδιος στην πρώιμη νεότητά του, τα οποία δείχνει στους επισκέπτες με περηφάνια που δεν μπορεί να κρύψει. Πρόκειται για πραγματείες σε θέματα βυζαντινής αρχαιολογίας. 

Εμμανουήλ Ιωαννίδης
«Ο άνθρωπος αυτός διαβάζει με μεγάλη άνεση οποιοδήποτε ορνιθοσκάλισμα γραμμένο με ψιλά γράμματα και πολύπλοκα συμπλέγματα, πάνω στις περγαμηνές, τα υαλουργήματα, τα μανουάλια και τα τέμπλα της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας.
Υπήρξε για πολύ καιρό σχολάρχης της Αμοργού.  Σήμερα ο Ιωαννίδης έχει αφήσει το σχολείο του. 

«Ζει πολύ ήσυχα στο λιτά επιπλωμένο σπίτι του, μαζί με δυο τρεις περιποιητικές γλυκομίλητες ανιψιές, μια αποτραβηγμένη ζωή σοφού γέροντα. Επιτρέπει στον εαυτό του μία μόνο πολυτέλεια: τα βιβλία. Έχει πολλά, πολύ όμορφα και εκλεκτά.

«Με μεγάλη ευχαρίστηση βρίσκει κανείς, σ’ αυτές τις ερημιές, το Monuments της Γαλλικής Εταιρείας για την ενθάρρυνση των ελληνικών σπουδών, τις εκδόσεις των Rayet, Homolle, Collignon και αρκετά άλλα βιβλία που τα καΐκια δεν συνηθίζουν να μεταφέρουν. 

«Ο Ιωαννίδης έχει αφιερωθεί στην μελέτη της Αμοργού. Γνωρίζει το νησί απέξω κι ανακατωτά. Ιστορικές πληροφορίες, δημοτικά τραγούδια, τοπικές παροιμίες, ιδιωματισμοί της τοπικής γλώσσας, είναι  όλα θαμμένα μέσα στις σημειώσεις του. Δεν θα υπήρχε τίποτα πιο διασκεδαστικό από τον ξεφυλλίσει κανείς μια τόσο πλούσια μνήμη. Μου φαίνεται  όμως ότι ανοίγει αρκετά δύσκολα τους θησαυρούς της λογιότητάς του. Τσιγκουνεύεται τις εκμυστηρεύσεις και σπάνια συναντάει κανείς πιο καχύποπτο αρχαιολόγο. 

«Έμαθα ότι ετοίμαζε μια μεγάλη εργασία για την Αμοργό: έξι τόμοι ήταν έτοιμοι για το τυπογραφείο. Έξι τόμοι είναι πολλοί για λίγα τετραγωνικά χιλιόμετρα. Όμως οι Έλληνες έχουν μιαν ικανότητα ερανισμού που επιτελεί κατορθώματα. Ο Ιωαννίδης ενημερωνόταν με παθιασμένη περιέργεια για τα αποτελέσματα των ανασκαφών μου. Ερχόταν σχεδόν καθημερινά, με ένα μολύβι και ένα σημειωματάριο, να μου ζητήσει, με χίλιες επιφυλάξεις, την άδεια να αντιγράψει τις επιγραφές που είχα βρει στην ακρόπολη της Αρκεσίνης και στον λόφο της Μινώας. Δεν τόλμησα να του αρνηθώ την ευχαρίστηση που τόσο θερμά επιθυμούσε».


Από τις επαφές που είχε η Αμοργός με την Κωνσταντινούπολη διατηρούνται μέχρι σήμερα ορισμένοι μουσικοί σκοποί, όπως ο Πολίτικος και ο Σηλυμβριανός. Έστω κι έτσι η Αμοργός συνεχίζει την μυστική της επαφή με την Πόλη…

Νίκος Νικητίδης

Πέμπτη 8 Δεκεμβρίου 2011

Άννας Συνοδινού «Οι προγονοί μου»

Στο ληξιαρχικό κατάστιχο της Κοινότητας Αιγιάλης (στο χωριό Λαγκάδα της Αμοργού), που ήταν ξεχασμένο, σκονισμένο, κίτρινο απ’ τον χρόνο, διάβασα με τα μάτια μου το 1968 τον γενεαλογικό πίνακα επτά οικογενειών που έφεραν το επώνυμο των Συνοδινών, ανάμεσα στις οποίες ήταν και του παππού μου Μιχαήλ Ιωάννου Συνοδινού και της γιαγιάς μου Ευδοκίας Μιχαήλ Συνοδινού. Το 1885, γράφει το κατάστιχο, η Ευδοκία (Βδοκώ) Συνοδινού σύζυγος του Μιχαήλ γέννησε τα παιδιά που ονομάστηκαν: Ποθητή, Άννα, Ευαγγελία, Ιωάννης, Καλλιόπη, Σταύρος, Ειρήνη.

Ο παππούς μου Μιχάλης ήταν αγρότης, χτίστης και ο πυροσβέστης του χωριού. Η πολυμελής οικογένειά δεν είχε πόρους οικονομικούς και θρεφόταν δύσκολα με το λιγοστό λάδι, τη φάβα που εκεί στα ψηλοράχια βγαίνει κίτρινη και ροζ γιατί ανάμεσα στις φυτούλες φυτρώνουν και αγριοτρανταφυλλάκια ροζ. Είναι μια μοναδική περίπτωση της αμοργιανής φάβας, που δεν έχει μεγάλη παραγωγή και δεν φτάνει στο εμπόριο. Η γλύκα της είναι απερίγραπτη. Τα χόρτα του βουνού γέμιζαν τις υπέροχες πίττες με το χειροποίητο φύλλο, οι τραχανάδες και τα άλλα όσπρια του μικρού χωριού ήταν η βάση θρέψεως. Γιατί όταν έφτανε η ώρα να θυσιαστεί η κοτούλα ή το αρνάκι, τα παιδιά κλαίγανε, δεν θέλανε να φάνε. Η κολοκύθα έσωζε την κατάσταση, που την τηγανίζανε στο χοχλαστό καλαμποκέλαιο και το ψωμί και το ψωμί, η φραντζόλα (η περίφημη φραντζολα λεγόταν «Παύλος»), κριθαροσιταρένια, που ζυμώνεται φορμάτη για να δίνει παξιμάδια αλατισμένα και χορταστικά. Η υγεία της οικογένειας ήταν άριστη και απ’ αυτή τη φύτρα βγήκαμε και μεις, μια χαρά παιδιά και εγγόνια, εύρωστοι, γελαστοί και ισορροπημένοι.

Ψάξαμε να βρούμε από πού βγήκε το επώνυμό μας, γιατί οι Αιγαιοπελαγίτες λεγόμαστε Συνοδινοί, ενώ οι άλλοι, στα Ιόνια νησιά, λέγονται Συναδινοί.

Οι παραδόσεις και τα ενθυμήματα που σώζονται από στόμα σε στόμα φέρνουν ως τις μέρες μας ζωντανές ιστορίες των προγόνων μας από την Αμοργό. Ακόμη, χάρη στους Συνοδινούς, που έζησαν στο βυζαντινό μοναστήρι της Παναγίας Χοζοβιώτισσας, μέχρι σήμερα ακούμε παραμύθια των προγόνων. Ανάμεσα σ’ αυτά, κάποια μιλάνε για τον παλατιανό που ‘χε θάρρος, έλεγε φωναχτά όσα σκεφτόταν για μικρούς και μεγαλόσχημους. Ο Αυτοκράτορας τον ειδοποίησε πως θα φάει το κεφάλι του, αν δεν πάψει να μιλάει. Θύμωσε κι αντί να τονε θανατώσει, τον έστειλε εξορία στην Αμοργό. Ο αξιωματούχος με την οικογένειά του έφτασε στο νησί με γαλέρα, που πήγαινε στους Αγίους Τόπους. Οι άλλοι, που εξορίστηκαν μαζί του, πήγανε στον Μυστρά, στο Πριγκιπάτο του Μορέα.

Όταν η Πόλη έπεσε, εκείνοι οι Βυζαντινοί του Μυστρά φύγανε προς την Πάτρα. Από κει πολλοί πήγαν στην Κεφαλονιά, που ήταν σε ξένη κατοχή αλλά δεν κινδύνευε από τους Τούρκους. Έως σήμερα δεν γνωρίζουμε πως επιβίωσαν οι Συνοδινοί της Αμοργού, που διατήρησαν τις παραδόσεις και τα χριστιανικά ονόματα της Βασιλεύουσας. Κι ακόμη, δεν έχουμε έγκυρες πληροφορίες για τη σύνολη δράση των Συνοδινών, Στυλιανού και Αντωνίου, που ήσαν στην Φιλική Εταιρεία. Ένα είναι θετικά βέβαιο, πως η Ιερά Μονή της Χοζοβιώτισσας ήταν και είναι μια έπαλξη εθνικοθρησκευτική, που πολλά έσωσε και πολλά διασώζει στην Αμοργό και στο Αιγαίο.
Οι παραδόσεις και τα παραμύθια οδηγούν στην επιστημονική έρευνα:

«Οι Συνοδινοί ή Συναδινοί κατάγονται εκ Συννάδων Μικράς Ασίας. Αυλικοί εν Βυζαντίω εξεδιώχθησαν εκείθεν ένεκα λόγων ερωτικών. Μετά την Άλωσιν επανήλθον εις Σύνναδα και εκείθεν ήλθον εις την κυρίως Ελλάδα. Εγκαταστάθηκαν εις χωρίον Ιλάρους της Κατωγής Κεφαλληνίας (Παλλική-Ληξούρι), όπου και μέχρι σήμερον σώζονται, εκ των ενταύθα δε έδραμον οι Στυλιανός και Αντώνιος το 1767 εις την επανάστασιν της Πελοπονννήσου, μυηθέντες κατόπιν και τα της Φιλικής Εταιρείας». Οι πληροφορίες είναι του Παν. Συνοδινού, φίλου το Ηλία Τσιτσέλη και αδελφού του εν Πάτραις σατιρικού ποιητή Ηλία Συνοδινού (Κεφαλληνιακά Σύμμεικτα 1, 1904, 614).

Η πόλις της Φρυγίας Σύναδα ή Σύνναδα ήκμαζε από το εμπόριο μαρμάρων, λευκών μετά φλεβών ερυθρών, τους περίφημους συνάδιους λίθους.

Έδωσε πολλούς ιεράρχες, εκ των οποίων ο Μιχαήλ μαρτυρήσας υπέρ της λατρείας των Εικόνων. Η μνήμη του Οσίου Ομολογητού Μιχαήλ Επικόπου Συννάδων εορτάζεται στις 23 Μαΐου. Εις τον Λαυρεωτικό Κώδικα 170 καταχωρείται το δίστιχο: «Λιπών Μιχαήλ ο Πρόεδρος Συννάδων την γην, ανήλθεν συνάδειν τοις Αγγέλοις». Εις την Ιερά Μονή του Κουτλουμουσίου στο Άγιον Όρος φυλάσσεται μέρος του ιερού σκηνώματος του Οσίου, το οποίον ευωδιάζει. (Πληροφορίες από το Εγκυκλοπαιδικό Λεξικό Ελευθερουδάκης).

Ο πατέρας μου Ιωάννης Μιχαήλ Συνοδινός, από το χωριό Λαγκάδα της Αιγιάλης Αμοργού, επιθυμούσε να κρατάμε τα παραδοσιακά, τα «παραδομένα» από πάππο προς πάππο και τη λαλά (όπως χαϊδευτικά αποκαλούν τη γιαγιά). Έτσι, όταν ένιωσε πως οι μέρες του δεν θα μακρύνουν, μας διηγόταν πολλά αμοργιανά και με βουρκωμένα μάτια ψιθύριζε:

«Ήθελα να ‘μουνα πουλί, χρυσές φτερούγες να ‘χα
να πέταγα ως την Αμοργό για μια στιγμή μονάχα».

Κι ακόμα θυμότανε τη λαλά του που μουρμούραγε τα τραγούδια της ξενητιάς:

«Ω, καϋμένη Αμοργός, ίντα κακό σε βρήκε
Που όλη σου η λεβεντιά στην ξενητιά εβγήκε».

Και του ‘γραφε:

«Σου εύχομαι με το καλό γρήγορα να γυρίσεις!
Στην ξενητιά όπου γυρνάς μη μας αλησμονήσεις.
Χριστέ μου, το παιδάκι μας, τον Γιάννη, το χρυσό μας,
η ξενητιά τον χαίρεται, εν είναι πλιό δικό μας».

Τον Οκτώβριο του 1968 πήγα για πρώτη φορά στην Αμοργό με τον αδελφό μου Νίκο, να κάνουμε του πατέρα μας το σαραντάμερο μνημόσυνο στο χωριό του, τη Λαγκάδα. Ταξιδέψαμε μ’ ένα καράβι εικοσιέξι ώρες, γιατί δούλευε μόνο η μία μηχανή του. Κι ακόμα, το σοβαρό πρόβλημα συγκοινωνίας, από εκατό χρόνια πριν, στα νησιά της άγονης γραμμής δεν έχει λυθεί επαρκώς. Το νησί της Αμοργού είναι από τα διασημότερα για την ιστορία του στο Αιγαίο. Εμείς φτάσαμε και βρήκαμε ανοιχτές αγκαλιές, φυσική γοητεία, φιλόξενη γη και αδέλφια, ομορφιά παντού. Οι παππούδες μας ζούσαν σ’ ένα τυπικά νησιώτικο διώροφο κάτασπρο σπίτι, θεμελιωμένο στο μεγάλο βράχο του λόφου. Από την ταρατσούλα του αγνάντευες «μύθια κι αλήθεια» στο πέλαγο και στον ουρανό. Καθώς το θυμάρι και τα σπάνια κρινάκια στέλνανε την ευωδιά τους παντρεμένη με την αρμύρα της θάλασσας και τον ζωογόνο αέρα.

Η ανηφόρα, για να φτάσεις ποδαράτα στο χωριό, σε αποζημιώνει προσφέροντας 25-30 πλατύσκαλα ασβεστωμένα, καθαρά σαν γάλα, καταμεσής διακοσμημένα με μια ζωγραφιά ενός άνθους, μαργαρίτα ή κρίνο, γαρούφαλο, καμπανούλα. Και γύρω γύρω λυγαριές ανθισμένες, πικροδάφνες και φραγκόσυκα. Τι τρέλα που ‘χουμε οι Έλληνες, να αφήνουμε αυτόν τον παράδεισο και να ζούμε στην κόλαση των μεγαλουπόλεων. Κύριε ελέησον!

Την επόμενη μέρα κάμαμε το μνημόσυνο στο ξωκκλήσι της Ρεματιάς στον Άγιο Παντελεήμονα, που είχε βρει την εικόνα του μέσα σε μια σπηλιά της θάλασσας ο πατέρας. Οι Λαγκαδιανές συγγένισσες, ξαδέρφες, θειάδες είχαν ετοιμάσει την παραγγελία του απόντος, να φιλέψουμε στο καφενείο του χωριού όλους τους χωριανούς με ψαρόσουπα και ζεστό ψωμί, για τα συχώρια του. Ο παπάς, ο δήμαρχος, ο δάσκαλος ήρθαν κι ένα τσούρμο παιδιά για το στολισμένο δίσκο με το στάρι, τα κουφέτα, τα ρόδια, τους ξηρούς καρπούς, με τρόπο του παλιού βυζαντινού στολίσματος, όπως έφτιαναν ο Σίμων Καρράς και η Άννα Σικελιανού το «κέρασμα» για τις ψυχές. Τι ωραίος κόσμος. Χόες, το δροσερό νερό, το ντόπιο μελένιο ποτό, το παξιμάδι «ο Παύλος», κριθαρένιο ζυμωτό με γλυκάνισο και σε στυλώνει. Άρχισαν και με σεμνή φωνή χαμηλά να λένε τα τοπικά μοιρολόγια.

«Όλοι καλώς ορίσατε που ‘ρθατε να μας δείτε
σε τούτη δω τη συμφορά όλοι να λυπηθείτε»

Μου ‘καψες, Χάρε, την καρδιά, ράγισε η ψυ΄χή μου
μου πήρες τον αφέντη μου, που ήταν η ζωή μου»
Έχασα γκόρφι με σταυρό, μάλαμα δυο κομμάτια
έχασα τον προστάτη μου από τα δυο μου μάτια.
Κλαίω και γίνεται σεισμός, γελώ και κάνει στάση,
αναστνεάζω καίγονται όρη βουνά και δάση...»

Τα μοιρολόγια που θυμάμαι είναι πολλά και δεν ακούγονται  πια καθώς χαιρετούμε εκείνους που φεύγουνε και παρηγορούνε όσους μένουνε πίσω. Γιατί ο τεθνεώς πάει μπροστά. Δεν βλέπει η ψυχή μας, δεμένη μες στο φθαρτό σαρκίο, αυτά που γνωρίζει η απελευθερωμένη ψυχή που φτερουγίζει.

Μια γερόντισσα θυμήθηκε ένα σπάνιο κείμενο, που το είπε κείνη τη μέρα και το φύλαξα στο νου μου.

«Μια μέρα που καθόμουνα εις τον συλλογισμό μου
έπεσα ν’ αποκοιμηθώ και σε ‘δα στ’ όνειρό μου!
Σηκώθηκα και έφυγα, γυμνός ανεμαλλιάρης,
και πήρα όρη και βουνά σαν να ‘μουν «τελωνιάρης».
Κι η μοίρα μου που μ’ έριξε, σε μιας δαφνίτσας ρίζα.
- Δάφνη μου και δαφνίτσα μου, δάφνη μου και δαφνιά μου
μην είδες την αγάπη μου και την παρηγοριά μου;
Κι απολογιέται η δαφνιά και λέει ο δαφνιάρης:
- Εσένα η αγάπη σου στον ποταμό εδιάβη!
- Ποτάμι μου, ωραιότατο με τον πρασινισμό σου,
μην είδες την αγάπη μου να πλένει στο νερό σου;
Κι απολογείται ο ποταμός και λέει το ποτάμι:
Εσένα η αγάπη σου στο σπίτι της εδιάβη.
- Πόρτα χρυσή, πόρτα αργυρή, πόρτα μαλαματένια,
μην είδες την αγάπη μου τη μαργαριτένια;
Κι απολογιέται η εκκλησιά και λέει η Παναγία:
- Εσένα η αγάπη σου εις το λουτρό εδιάβη.
- Λουτρό μου, ωραιότατο, λουκέτο της καρδιάς μου!
μην είδες την αγάπη μου και την παρηγοριά μου;
Κι απολογιέται το λουτρό και λέει ο λουτριάρης:
- Ήρταν πολλές ελούστηκαν και πλύθηκαν και φύγαν
μα μια ξανθή, μα μια λιγνή, μα μια μαυροματούσα
ςλούστηκε, χτενίστηκε, μα είναι ακόμα μέσα!
Χίλια φλουριά του έδωσε του άνομου λουτριάρη
για να τ’ ανοίξει το λουτρό και μέσα να τον βάλει!
Και σαν εμπήκε στο λουτρό, τα μάρμαρα πατούσε
και νόμιζες στα χέρια του τη Βενετιά κρατούσε!
- Γεια σου ξανθή, γεια σου λιγνή, γεια σου μαυροματούσα
που όταν σε γέννα η μάννα σου όλα τα δέντρ’ ανθούσαν.
Τα δέντρα ανθούσαν ζάχαρη και τα βουνά πιπέρι
τότε μου το ‘πανε και μέ πως θα σε κάμω ταίρι.
- Που να σε η «λοιμική» να τρως να κατελιέσαι!
γιατί  ‘σαι πολυαγάπητος κι όπου κι αν δεις πλανιέσαι!
- Σαν αρρωστήσω μάτια μου, να ‘ρτεις να σου μιλήσω,
Να ‘ρτεις τριανταφυλλένια μου, να σ’ αποχαιρετήσω,
Σαν έμπεις στο μες στο σπίτι μας μη δείξεις τον καημό σου,
αρώτησε τη μάνα μου: Κυρά τι κάν’ ο γιός σου;
- Να ‘τος εκεί που κοίτεται, στο στρώμα ξαπλωμένος.
Κι αυτός για την αγάπη σου είναι θανατωμένος.
- Δεξιά να κάτσει η μάνα μου, ζερβά η αδελφήμου
Κι εσύ τριανταφυλλένια μου, δίπλα στην κεφαλή μου.
Κι εβάλετε μου και στ’ αυτί μιαν ασημένια βιόλα!
Παρακαλώ σας, λέτε μου όμορφα μοιρολόγια.
Και σαν με πιάσουν τέσσερις, τέσσερα παληκάρια,
παρακαλώ σε να δαρτείς με πέτρες και λιθάρια».

Ο λαϊκός θρήνος, ευφρόσυνος ζει και κουβεντιάζει με τα σύμβολα, τα στοιχεία της φύσεως, φθαρτά και άφθαρτα κι αναζητά να βρει τα χνάρια που οδηγούν στην εύρεση, τη λύση στο ερώτημα: ποιος και τι εξαρτά την ευτυχία και τη δυστυχία μου; Οι λαϊκές παραδόσεις μας είναι οι παλαιότερες και πλουσιότερες στον κόσμο. Ανθούν στον αιώνα, αλλά δεν τις τιμούμε πλέον όσο μας χρειάζεται για να ειρηνέψουμε… Τα πάθη των θνητών μα και των αποθαμένων, όπως τα περιγράφουν οι λαϊκές μούσες, είναι σχολείο για ψυχές. Η Αμοργός φέρει στην ράχη της φορτίο πολιτισμού που λέγεται: Αιγαίο 3.000 χρόνια προ Χριστού.


Η Άννα Συνοδινού είναι από τις μεγαλύτερες τραγωδούς  του ελληνικού θεάτρου. Βουλευτής 1974-1990. Κατάγεται από την Λαγκάδα της Αιγιάλης.

 

Το κείμενο δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «Η Λέξη» (τεύχος 169, Μάιος - Ιούνιος 2002), εκδότης του οποίου είναι ο ποιητής Αντώνης Φωστιέρης (από τα Κατάπολα).

Τετάρτη 5 Οκτωβρίου 2011

Στέφανος Νομικός, ένας λαϊκός μουσικός από τα Θολάρια

Αύγουστος του 2004 στα Θολάρια

Τον παππού του τον λέγανε «Τσιμπουκά» γιατί συνήθιζε να καπνίζει με τσιμπούκι, αφού στην εποχή του το τσιγαρόχαρτο ήταν είδος πολυτελείας. Από τον παππού του κληρονόμησε το παρατσούκλι «Τσιμπουκάς» ο Στέφανος Νομικός, ίσως γιατί αποδείχτηκε άξιος εγγονός αφού συνεχίζει να καπνίζει σαν φουγάρο, παρά τα προβλήματα υγείας που του έχει δημιουργήσει ο καπνός

Το 1962 ο «Τσιμπουκάς» έφυγε από τα Θολάρια κι άνοιξε καφενείο στην Αθήνα, στην οδό Ηλιουπόλεως, που έγινε αμέσως στέκι των Αμοργιανών και των ταχυδρόμων του νησιού, ιδιαίτερα της Γιάλης.

Λαουτιέρης και τραγουδιστής, με το στιβαρό παραδοσιακό αμοργιανό ύφος, βραβεύτηκε σε πολλές εκδηλώσεις στην Αθήνα. Αν λέγαμε ότι υπήρξε «αμοργιανή μαγκιά», που από το νησί μεταφέρθηκε και στην Αθήνα, τότε ο Στέφανος είναι ένας γνήσιος εκπρόσωπός της.

Ζωηρός, χιουμορίστας, στιχοπλόκος, μουσικός, πειραχτήρι των γυναικών αποτελεί μία πληθωρική αμοργιανή παρουσία τα καλοκαίρια στα Θολάρια, μπροστά στον «Χορευτή», το οικογενειακό μαγαζί των Νομικών. Οι Έλληνες και ξένοι τουρίστες τον φωτογραφίζουν κι έχουν γεμίσει με φωτογραφίες του το Διαδίκτυο.

Ο Μάρκος Γαβράς κι εγώ είμαστε θαυμαστές του γνήσιου αμοργιανού μουσικού ύφους του Τσιμπουκά κι ένα βράδυ του περασμένου Αυγούστου φύγαμε από την Χώρα για να πάμε να τον ακούσουμε και να μας μιλήσει για την αμοργιανή μουσική και τους παλιούς οργανοπαίχτες που γνώρισε. Πήραμε μαζί μας και τον μαθητεύομενο λαουτιέρη Μάνο Νικητίδη, για να κάνει το πιο καλό μάθημα που θα μπορούσε να βρει.

Αν και η βραδιά που πήγαμε δεν ήταν κατάλληλη, ο Στέφανος μας έκανε την χάρη να τραγουδήσει και να μας πει πολλά. Από τα πολλά που μας είπε δημοσιεύω ένα μικρό μέρος που αφορά την γνήσια αμοργιανή μουσική.

Αυτοδίδακτος

Για το πώς έπιασε και έμαθε τα λαούτο, διηγείται:

«Λαούτο έμαθα μόνος. Τους δρόμους τους έμαθα με το αυτί και με την καρδιά. Άρχισα από το 1951. Είμαι του ‘32. Ούτε να κορδίσω ήξερα. Είχα πάρει ένα λαούτο 500 δραχμές. Αυτό που έχω τώρα κάνει εκατομμύρια. Με βοήθησε να το φτιάξω ο Νικήτας ο Δενδρινός, από την Γιάλη που έμενε στα Κατάπολα. Μου βρήκε τα ξύλα και τα πήγα στον Κοπελιάδη (Καλαμίδα 10) και μου το έφτιαξε το λαούτο. Του έκανα μια επισκευή το 1998 που μου στοίχισε 385.000 δραχμές.»

Λύρα και τσαμπούνα στα Θολάρια

«Πρόλαβα εδώ στα Θολάρια να παίζουν λύρα. Έπαιζαν κρητικιά λύρα. Ήτανε ο Στεφανόπουλος ο Νικόλας. Και τσαμπούνα έχω προλάβει. Βέβαια.. Ήτανε ο Σμυρνής ο Γιώργης. Αυτόν θυμάμαι. Αν ήταν κι άλλος δεν ξέρω. Προπολεμικά έπαιζαν όλοι. Και ο γέρο Βαγγέλης έπαιζε το ντουμπί. Ντουμπί μεγάλο, μαζί με την τσαμπούνα και την λύρα. Και ωραία γκάϊντα έπαιζε ο Γιώργης. Θολαριανοί όλοι…

Στην Λαγκάδα έπαιζε λύρα ο Αντώνης ο Βλαβιανός. Έπαιζε πολύ ωραία. Κι αυτός κρητικά λύρα είχε. Στην Χώρα και τα Κατάπολα δεν θυμάμαι να έπαιζαν τέτοια όργανα. Και δεν είχανε και οργανοπαίχτες τότε. Επηγαίνανε από δω το Ταρανάκι και ο Ξιωβάγγελος και παίζανε στου Μαλασπίνου το μαγαζί στη Χώρα, τις Απόκριες. Ωραίος ο Μανόλης ο Μαλασπίνος.»

«Ανάλογα με τους χορευτές...»

«Ο κίτσος είναι καθαρός αμοργιανός χορός. Στην Γιάλη τον τραγουδούσανε πολύ λίγοι. Εγώ τον παίζω και τον τραγουδάω. «Του Κίτσου η μάνα κάθονταν…» Ο χορός ο δικός μας είναι πηδηχτός. Λεβέντικος. Ο πιο λεβέντικος χορός που υπάρχει.

Μετά αρχίζουν τα άλλα, τα χαμηλά συρτά, όπως είναι ο συριανός, ο χειμαριώτικος, ο θερμιώτικος, ο σμυρνέικος.

Ο κίτσος είναι πηδηχτός χορός, καθαρόαιμος αμοργιανός, γρήγορος. Και είναι γρήγορος ανάλογα με τους χορευτές κι ανάλογα με τι θα τους παίξεις. Μπορείς να παίξεις και σιγά-σιγά. Να μη το πας άγρια. Γιατί έχει τρομερά πηδήματα, την ώρα που θα κάνει ο χορευτής τα τσαλίμια. Κι ο δεύτερος, που βαστάει το μαντήλι, πρέπει να είναι παλληκάρι, μην του φύγει ο πρώτος.

Χορεύουν δύο συνήθως. Και μετά, μόλις σταματήσει ο κίτσος, αρχίζει συριανό ή σμυρνέικο, κλπ. Ο κίτσος είναι χορός όλης της Αμοργού. Είχαμε λεβέντες που τον χόρευαν, τους προπαππούδες, τους παππούδες και τους πατεράδες μας.

Κι οι Λαγκαδιανοί ήταν καλοί. Ήταν ο Γιάννης ο Σκάρκας, ο Κωνσταντούρος, ο αδελφός του ο Μιχάλης ο Βλαβιανός, ο Γιάννης ο Νομικός.»

Το «νι και ντρε»

«Και το νι και ντρε είναι αμοργιανός χορός, γρήγορος και πηδηχτός. Αλλά σε πληροφορώ ότι τώρα οι Αμοργιανοί δεν ξέρουν να τον χορέψουν.

Μια φορά έπαιζε το Ταρανάκι το συχωρεμένο, με τον Γιώργη το Νομικό και με το Σπυράκι από την Κάτω Μεριά και τους τραγουδάει το Ταρανάκι «για δες τα πως χορεύουνε τα Κατωμεριτάκια, κλπ». Πήγε να γίνει παρεξήγηση… Το Σπυράκι ήτανε τρομερός ποιητής. Μόλις έβλεπε τον άνθρωπο, κατ’  ευθείαν του είχε έτοιμο το στιχάκι.»

Αλλά και ο ίδιος ο Τσιμπουκάς δεν πάει πίσω από στιχάκια. Μόνο που είναι λίγο... αθυρόστομα και δύσκολα δημοσιεύονται. Μπορεί όμως να δημοσιευθεί σε έναν δίσκο το απαράμιλλο παραδοσιακό μουσικό ύφος του Στέφανου..

Νίκος Νικητίδης
-----

Δημοσιεύθηκε το 2005 στην έντυπη μορφή του «Κάστρου της Αμοργού», η έκδοση του οποίου έχει ανασταλεί. Στο μεταξύ, ο Στέφανος καπνίζει πλέον στον άλλο κόσμο. Στον δικό μας τον έφαγε το τσιγάρο.


Στα Θολάρια το 2004 μαζί με τον Μάρκο Γαβρά



Σάββατο 19 Σεπτεμβρίου 2009

Σκοπελίτης: ο θρύλος των Μικρών Κυκλάδων

Ο «Σκοπελίτης» μπαίνει στα Κατάπολα


Έχει γίνει τραγούδι, έχει μπει στην ελληνική λογοτεχνία, είναι διάσημος σ’ όλο τον κόσμο… Είναι ο «Σκοπελίτης», ο θρύλος των Κυκλάδων. Όσοι Έλληνες και ξένοι ακούνε Σκοπελίτης και Κυκλάδες, αυτόματα φέρνουν στο νου τους το πλοίο που συνδέει χειμώνα-καλοκαίρι τις Μικρές Κυκλάδες μεταξύ τους και με τη Νάξο. Στο διήγημά του τα «Άμφια της σμέρνας» ο Θεσσαλονικιός συγγραφέας Γιώργος Σκαμπαρδώνης περιγράφει πως ταξίδεψε με 9 μποφόρ από τα Κατάπολα της Αμοργού στην Δονούσα, μεταφέροντας σε έναν γκαζοτενεκέ μια σμέρνα. Η φουρτούνα ήταν τόσο μεγάλη, ώστε όλοι οι επιβάτες το ‘ χαν σίγουρο ότι το καράβι θα βουλιάξει. Σαν τάμα για τη σωτηρία του ο συγγραφέας απελευθέρωσε την σμέρνα και την έριξε στην θάλασσα. Το καράβι ήταν ο «Σκοπελίτης», που δεν μπατάρισε κι έφτασε στην Δονούσα, όπως κάνει πολλά χρόνια τώρα κι ας είχε 9 μποφόρ. Πολλοί ισχυρίζονται ότι ο «Σκοπελίτης» κουνάει και στα 2 μποφόρ, αλλά κι ο ισχυρισμός αυτός συνδέεται με τον θρύλο που έχει δημιουργήσει στις Μικρές Κυκλάδες.

Βέβαια, ο πραγματικός θρύλος δεν είναι το καράβι αλλά ο δημιουργός του, ο καπετάν Μήτσος Σκοπελίτης, θαλασσόλυκος με τα όλα του και δεξιοτέχνης βιολιστής από τους καλύτερους των Κυκλάδων, όπως λένε όσοι τον έχουν ακούσει να παίζει σε γιορτές και πανηγύρια. Στο αίμα του καπετάν Μήτσου κυλάει η ιστορία του Αιγαίου. Ο προπάππος του λεγόταν Καρατζάς, ήταν ναυτικός από την Σκόπελο, αλλά τον κυνήγησαν για λαθρεμπόριο και βρήκε καταφύγιο στην Σύμη, που τότε (γύρω στα 1850) ήταν υπό οθωμανική κατοχή. Στην Σύμη του έδωσαν το παρατσούκλι «Σκοπελίτης». Ο παππούς του καπετάν Μήτσου, ψαρεύοντας έφτασε στην Δονούσα, όπου παντρεύτηκε κι έκανε οικογένεια. Ο πατέρας του πήρε γυναίκα από το Κουφονήσι και εγκαταστάθηκε εκεί. Ο καπετάν Μήτσος Σκοπελίτης γεννήθηκε στο Κουφονήσι το 1930. Εδώ και πολλά χρόνια μένει στα Κατάπολα της Αμοργού, όπου είναι και η βάση του πλοίου «Σκοπελίτης».

Σκόπελος, Σύμη, Δονούσα, Κουφονήσι, Αμοργός τρέχουνε στις φλέβες του καπετάν Μήτσου. Θαλασσινή σαν των προγόνων του είναι και η δική του ιστορία. Στο Κουφονήσι μικρός βοηθούσε τον πατέρα του, που ήταν ψαράς αλλά και λαουτιέρης. Ο μικρός Μήτσος Σκοπελίτης είχε ταλέντο στην μουσική κι έτσι ο πατέρας του τον έστειλε να μαθητεύσει δύο μήνες στον Σταματομανώλη, έναν γνωστό βιολιστή της εποχής στ’ Απεράθου της Νάξου. Αν και αυτοδίδακτος τελικά, ο καπετάν Μήτσος πιστεύει ότι θα γινόταν το καλύτερο βιολί της Ελλάδας, αν δεν μεσολαβούσε η Κατοχή, η πείνα και η φτώχια. Την ίδια γνώμη έχουν και οι νησιώτες, που ξεσηκώνονται από τις δοξαριές του. Μετά την θητεία του στο Ναυτικό, παντρεύτηκε και μπαρκάρισε σε ποντοπόρα πλοία.

Με τα λεφτά που έβγαλε στους ωκεανούς αγόρασε ένα τρεχαντήρι, τον «Πανορμίτη», έμεινε στο Κουφονήσι κι άρχισε το επαγγελματικό ψάρεμα. Το 1958 πήρε την ταχυδρομική γραμμή Μικρών Κυκλάδων – Νάξου κι εγκαταστάθηκε στα Κατάπολα. Έτσι, το θρυλικό σήμερα πλοίο «Σκοπελίτης» έχει ιστορία 51 χρόνων, με πρόγονο το ψαροκάικο «Πανορμίτης». Τότε ήταν που είχε βγει και το πρώτο τραγούδι, που έλεγε:

Μεσ’ τ’ αφρισμένα κύματα περνά ο Πανορμίτης
και καπετάνιος με καρδιά είναι ο Σκοπελίτης

Τον «Πανορμίτη» διαδέχτηκαν άλλα καράβια που έφτιαξε ο καπετάν Μήτσος. Το πρώτο ήταν ένα σιδερένιο φορτηγό, που μετασκευάστηκε και ονομάστηκε «Χοζοβιώτισσα». Ακολούθησε ένα άλλο καΐκι, ο «Βαρσαμίτης». Το 1980 σειρά πήρε η «Μαριάννα», που εκτός από την εξυπηρέτηση της ταχυδρομικής γραμμής, άρχιζε να φέρνει και τουρίστες στην Αμοργό από την Νάξο και την Μύκονο. Και στο τέλος ήρθε ο «Σκοπελίτης», που πήρε το οικογενειακό όνομα και από το 1981 τον κουμαντάρει ο γιός του καπετάν Μήτσου, ο καπετάν Γιάννης Σκοπελίτης.

Κι έτσι στην μνήμη δεκάδων χιλιάδων επισκεπτών και στην ζωή των νησιωτών μπήκε τα τελευταία τριάντα χρόνια ο «Σκοπελίτης», που γράφει χειμώνα-καλοκαίρι τον δικό του θρύλο στις Μικρές Κυκλάδες. Όμως ο θρυλικός «Σκοπελίτης» δεν είναι ένα πλοίο, αλλά… δύο. Αμετάβλητο και θρυλικό παραμένει μόνο το όνομα. Ο πρώτος «Σκοπελίτης» ήταν το «Σποράδες» που δούλευε στον Βόλο. Ο δεύτερος ήταν ένα καράβι από την Μυτιλήνη, που διασκευάστηκε στον σημερινό «Σκοπελίτη», με δυνατότητα μεταφοράς 350 ατόμων και 12 αυτοκινήτων.

Στο διήγημα «Τα άμφια της σμέρνας» ο Γιώργος Σκαμπαρδώνης διηγείται ένα ταξίδι με τον «Σκοπελίτη» από την Αμοργό στην Δονούσα. Να όμως τι λέει ο ίδιος ο Σκοπελίτης: «Όλος ο Τσικνιάς και το Ικάριο ξεσπάνε εδώ σε μας. Το χειρότερο μέρος είναι ο δίαυλος Αιγιάλη-Δονούσα. Άμα πιάσεις στην Κέρο απάγκιασες. Στη Δονούσα έχασα όλα μου τα δόντια. Από τα βάσανα! Τώρα μαζεύονται όλοι στη γέφυρα, είναι σκεπασμένοι, κάτω στον καταπέλτη. Εγώ είχα για γέφυρα ένα μουσαμά για να σκεπάζομαι. Ίσαμε να φτάσω, κοκάλωνα από το κρύο κι από το αλάτι. Πήγαινα στη Δονούσα, φουντάριζα και δεν μπορούσε να δέσει απάνω μου η βάρκα».

Στην εποχή του λάϊφ στάϊλ το Αιγαίο συνεχίζει να γράφει τις δικές του θρυλικές ιστορίες. Ο θρυλικός καπετάνιος Μήτσος Σκοπελίτης συνεχίζει στα ογδόντα του να οιστρηλατεί με τις δοξαριές του τους μπάλους και τις σούστες στο πανηγύρι της Αγίας Παρασκευής. Και ο γιός του, ο καπετάν Γιάννης Σκοπελίτης, συνεχίζει να κρατάει με το πλοίο του τα ιστορικά νήματα που συνδέουν Αμοργό, Δονούσα, Κουφονήσι, Σχινούσα και Ηρακλειά ενώ στα νησιά τον τραγουδάνε με σημερινές μαντινάδες σαν αυτήν:

Φουρτούνα έπιασε ο καιρός, το κύμα αγριεύει
όλα τα πλοία δέσανε, μα ένα ταξιδεύει.
Ο «Σκοπελίτης» είναι αυτός που κύμα δεν τον πιάνει
και έχει για καπετάνιο του πάντα εσένα Γιάννη.

ΥΣΤ. Με πρωτοβουλία του Συνδέσμου Αμοργίνων και την συμμετοχή συλλόγων και αυτοδιοικητικών απο Αμοργό, Κουφονήσι, Ηρακλειά και Σχινούσα τιμήθηκε φέτος ο καπετάν Μήτσος Σκοπελίτης. Να ευχηθούμε οι τιμητικές εκδηλώσεις να έχουν συνέχεια και για άλλους Αμοργιανούς και Αμοργιανές με προσφορά και ιστορία

Τρίτη 18 Μαρτίου 2008

Μια ταινία για τον Πάρβα και την Αμοργό

Στο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ που γίνεται αυτές τις μέρες στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Θεσσαλονίκης, διαγωνίζεται και η ταινία του Γεράσιμου Ρήγα «Πάρβας, άγονη γραμμή». Στο ενημερωτικό του σημείωμα ο σκηνοθέτης σημειώνει:


Σ’ αυτή την ιστορία δεν υπάρχει αφηγητής. Έτσι και αλλιώς δεν υπάρχει πλοκή, απλά μια σειρά από τυχαία περιστατικά από τη ζωή μιας οικογένειας που κατοικεί στη Χώρα της Αμοργού. Θα εστιάσω σε μια συγκεκριμένη σειρά από στιγμές της καθημερινότητας στους μήνες που κινηματογραφούσα τον Δημήτρη Γιαννάκο (Πάρβα), τη γυναίκα του Φλώρα και τις τρεις κόρες τους. Τη Ντίνα που μένει στην Αμοργό μαζί με την οικογένειά της, τη Ρηνιώ που μένει στη Νάξο με την οικογένειά της και τη Μαρία που μένει στον Πειραιά με το σύζυγό της Δημήτρη, ο οποίος έρχεται συχνά στην Αμοργό να βοηθήσει.


Στις πλέον γαλήνιες και στις πλέον άγριες στιγμές, η φύση είναι ένας επιπλέον συγγενής, εχθρικός καμιά φορά. Τα περιβόλια, οι ρεματιές, τα οπωροφόρα είναι καθημερινοί σύντροφοι. Ο Δημήτρης Γιαννακός είναι από τους τελευταίους που πρόφτασαν να γεράσουν με αυτά που πρωτοαγάπησαν. Τα κρατάει μέσα του στέρεα, διαρκή, όπως κι ένας μακρινός του πρόγονος. Η ταινία αποτελεί το καταστάλαγμα μιας σταδιοδρομίας τριών τετάρτων του 20ου αιώνα και συνοψίζει τα κύρια χαρακτηριστικά του πρωταγωνιστή. Το ραφιναρισμένο γούστο και την αίσθηση ενός Αιγαιοπελαγίτη του 7ου π.Χ αιώνα που επέζησε και έφτασε ώς τις μέρες μας.


Σκηνοθεσία: Γεράσιμος Ρήγας
Διεύθυνση Φωτογραφίας: Γεράσιμος Ρήγας
Μοντάζ: Γιώργος Τριανταφύλλου
Ήχος: Γεράσιμος Ρήγας
Μουσική: Νίκος Κυπουργός
Παραγωγός: Νίκος Κυπουργός
Συμπαραγωγή: ΣΚΑΪ Τηλεόραση, Ελλάδα
Τύπος: Betacam SP Έγχρωμο
Χώρα Παραγωγής: Ελλάδα
Διάρκεια: 78
Έτος Παραγωγής: 2008

Τρίτη 13 Νοεμβρίου 2007

Το μυστικό του πατριάρχη του ρεμπέτικου Γιώργου Κατσαρού - Θεολογίτη

Στο 5ο τεύχος (Μάιος 2004) του «Κάστρου της Αμοργού» δημοσιεύθηκε ένα αφιέρωμα στον λαϊκό μουσικό Γιώργο Κατσαρό - Θεολογίτη, που έχει μείνει στην ιστορίας ως «ο πατριάρχης του ρεμπέτικου». Ανάμεσα στο υλικό που δημοσιεύσαμε ήταν και η ληξιαρχική πράξη γεννήσεως του Κατσαρού, η οποία ανέφερε ότι γεννήθηκε το 1888 στην Αγία Μαρίνα της Αμοργού με γονείς τον Νικόλαο Θεολογίτη και την Άννα Στούπη.


Είχα ακούσει ότι ο Κατσαρός ήταν νόθος αλλά φυσικά δεν μπορούσα να το γράψω. Λίγες μέρες μετά την κυκλοφορία της εφημερίδας χτύπησε το τηλέφωνο.


«Είμαι η Καλλιόπη Νομικού από την Αμοργό, ξαδέλφη του Κατσαρού», έλεγε η γυναικεία φωνή. «Μου έστειλε την εφημερίδα η κόρη μου από την Αθήνα και θέλω να διορθώσετε κάποια πράγματα».


Μου ανέφερε τα καθέκαστα για τον Κατσαρό η κυρία Καλλιόπη και συμφωνήσαμε να συναντηθεί στο σπίτι της στο Ραχίδι με τον Πάνο Ψυχογιό και να του πει την αληθινή ιστορία του Κατσαρού, για να την μαγνητοφωνήσουμε. Ο Πάνος, πάντοτε πρόθυμος, συναντήθηκε με την κυρία Καλλιόπη. Ακολουθεί η συνομιλία τους.


Νίκος Νικητίδης



Καλλιόπη: Είμαι η Καλλιόπη Νομικού από την Αγία Μαρίνα, πρώτη ξαδέλφη του Γιώργου Κατσαρού και θα σας πω τα καθέκαστα.


Ο Κατσαρός γεννήθηκε στην Αθήνα. Είχε και μία αδελφή. Μετά που ηξαφανίσθη ο πατέρας που τα έκανε, τα έφερε τα παιδιά η μάνα τους στον πατέρα μου που ήτανε αδελφός της. Τα ‘χε 4-5 χρόνια ο πατέρας μου και μετά ήρθε και τα πήρε πάλι η μάνα τους, που είχε μπει σε δουλειά. Και η μάνα τους δούλευε κάτω εκεί στο Νέο Φάληρο σε μια μπυραρία που λεγότανε «Αχιβάδα».Κι ύστερι επέθανεν η μάνα και ξανάρθανε τα παιδιά στην Αμοργό.


Ο Νικόλαος Θεολογίτης, που γράφει το πιστοποιητικό, ήταν αδελφός της μάνας του και αδελφός του πατέρα μου. Η Άννα Στούπη ήταν η μάνα του Κατσαρού. Το Στούπη ήταν παρατσούκλι.

Πάνος: Το Στούπη πως βγήκε;


Καλλιόπη: Ήτανε λέει ένα βράδυ ο παππούς μου κάτω στο Χωριό σε καμία ταβέρνα και τα ηπίνανε κι ήταν άλλος ένας που τον ηγβάλανε Πιτιλάκη. Αφού ηπήε η ώρα αργά ησηκώθη ο Πιτιλάκης ότι θα έφευγε. Και λέει «το σπουδαίο είναι πως πιτιλίζει». Και βγαίνει ο παππούς μου και λέει «βρε δεν πιτιλίζει, μόνο στουπίζει». Με τι ασήμαντο πράγμα και βγάλανε στους δυο το σουσούμι. Ε, εκείνο ήτανε. Ο ένας Πιτιλάκης και ο άλλος Στούπης.


Πάνος: Και με τον Κατσαρό τι έγινε;


Καλλιόπη: Η Άννα Στούπη, δηλαδή ‘Αννα Θεολογίτη, έκανε τα παιδιά στην Αθήνα. Τον πατέρα τους δεν τον εγνωρίσαν καθόλου. Κάπου είχα ακούσει ότι «Τιμολέοντας» ήταν το επίθετό του. Και τα φέρνει η μάνα τους στην Αμοργό, στον πατέρα μου και σ’ αυτόν που γράφει Θεολογίτης Νικόλαος πως ήταν ο πατέρας τους. Ήταν αδέλφια αυτοί όλοι. Η μάνα λεγόταν Άννα, ο αδελφό της λεγόταν Νικόλας και ο πατέρας μου Μανόλης. Όλοι Θεολογίτες Κατάλαβες; Κι εδώ έχουν για άνδρα της τον Νικόλα Θεολογίτη, ενώ ήταν αδέρφια.
Στα παιδιά, επειδή δεν είχαν όνομα, τους έδωσαν εδώ οι θείοι το όνομα τους.


Ο παππούς μου είχε κάνει 3 γάμους. Με την πρώτη του γυναίκα έκανε ένα γιο που τον ελέανε Δημητρη. Με την δεύτερη δεν έκανε. Και με την Τρίτη έκανε 3 αγόρια και 3 κορίτσια. Ήταν ο πατέρας μου ο Μανόλης, ο Νικόλας Θεολογίτης, κι ένα άλλος που τονε λέανε Γιώργο, η μάνα του Κατσαρού η Άννα, μία Κατίνα και μία Αργυρώ. Κι αυτός ο Νικόλας Θεολογίτης είναι πατέρας εκείνου του Κώστα που ‘χει την Βούλα στο νεκροταφείο. Με τον Κώστα είμαστε ξαδέρφια. Ο πιο στενός συγγενής από τον πατέρα μου είναι ο Κώστας.


Πάνος: Επομένως ο Κατσαρός είναι πρώτος ξάδερφος δικός σας.


Καλλιόπη: Ε, ναι παιδάκι μου. Και μένα πρώτος ξάδερφος, και του Κώστα και της Παπαμάρκαινας του πατέρα πρώτος ξάδερφος. Κατάλαβες; Με του παπά Μάρκου τον πεθερό είμαστε ξαδέρφια.


Πάνος: Εσείς τον είχατε δει τον Κατσαρό; Είχατε κάποια επαφή μαζί του;


Καλλιόπη: Το 38 που ήρθε για τελευταία φορά στην Αμοργό τον είδα εγώ. Ήμουνα κι εγώ μικρή 7-8 χρονώ αλλά τον θυμάμαι. Πιο καλά θυμάμαι την αδερφή του. Σαν όνειρο τον έχω μεσ’ το νου μου αλλά την αδερφήν την θυμάμαι καλά.


Πάνος: Πως ήρθε το 38;


Καλλιόπη: Ήταν στην Αμερική κι ήρθαν για λίγο. Μετά έφυγαν οριστικά. Δεν εξανάρθαν από τότε.


Πάνος: Σας έστελνε γράμματα ο Κατσαρός;


Καλλιόπη: Τώρα τελευταία, όχι. Αλλιώς πρώτα έστελνε. Ρώτηξε όταν ήρθε στην Ελλάδα αν κάποιος υπάρχει στην Αγία Μαρίνα, νάρτει. Και του ‘παν ότι δεν υπάρχει κανένας. Εκ των υστέρων του είπε ο καθηγητής ο Νίκος ο Πράσινος πως η αξαδέλφη σου είναι στην Αγία Μαρίνα κι εχτυπιούντο που δεν ήρθε. Ήφευγε πια για Αμερική και δεν ημπορούσε ν’ ακυρώσει το εισιτήριο να ‘ρτει στην Αμοργό. Κι έφυγε ο άνθρωπος. Ο Κατσαρός δεν ήπαιξεν άλλο όργανο. Μόνο κιθάρα. Κι ούτε το ήλλαξε το όργανο αυτό. Και ήθελε να το στείλει εδώ στο μουσείο της Χώρας. Δεν ξέρω αν ήρθε αλλά έχω την αντίληψη ότι εχάθηκε στον δρόμο. Ήτανε παλαιό όργανο. Σκέψου, τόχεν 70 χρόνια. Ξαναρώτηξα άμα ήτον ο Μανόλης αλλά δεν ήρθεν τέτοιο πράγμα.

Σάββατο 16 Ιουνίου 2007

Μιχαήλ Κ. Νομικός (1840-1900), ο ευεργέτης του Η' Γυμνασίου-Λυκείου Αθηνών από την Αμοργό

του Μαρκή Δ. Συνοδινού
από την Λαγκάδα της Αιγιάλης




Φίλος δικός μου διαμένει στα Πατήσια σιμά στην πλατεία Κολιάτσου. Έτσι βρέθηκα πάνω από την Αχαρνών στην οδό Τύχης η οποία σε κάποιο σημείο διακόπτεται για να συνεχίσει ένας όμορφος πεζόδρομος η οδός του Μιχάλη Νομικού. Κατ’ αρχήν έχει κανείς την αντίληψη ότι πρόκειται για κάποιον εφοπλιστή από την εφοπλιστική Εταιρία των Νομικών της Σαντορίνης. Πίσω από τον δρόμο αυτό είναι η αυλή του Η’ γυμνασίου- Λυκείου που παίζουν τα παιδιά. Θέλοντας να διαπιστώσω από περιέργεια το θέμα, γύρισα το τετράγωνο γύρω, γύρω μέχρι που έφτασα εμπρός στην θύρα του σχολικού συγκροτήματος και πάνω στην προμετωπίδα της κεντρικής εισόδου διάβασα «ΔΙΔΑΚΤΗΡΙΑ Ο ΝΟΜΙΚΟΣ». προχώρησα δειλά. μπήκα στην αυλή.


Από την είσοδο των διδακτηρίων ένας ευγενής άνδρας με ρώτησε «θέλετε κάτι;». «Θα ήθελα», του απαντώ, «να μάθω, να ερωτήσω σχετικά με αυτόν τον Μιχάλη Νομικό». «Απέναντι», μου λέει «είναι η προτομή του, άλλα δεν έχουμε εδώ».


Πλησίασα την προτομή με σεβασμό γι' αυτόν τον ευεργέτη και διάβασα: «ΤΩ ΜΙΧΑΗΛ ΝΟΜΙΚΩ ΔΩΡΗΤΗ ΤΟΥ ΔΙΔΑΚΤΗΡΙΟΥ ΤΟΥΤΟΥ. ΕΥΓΝΩΜΟΝΟΥΝΤΕΣ.» Πήγα στο πλάι της προτομής και διάβασα: «ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΓΟΝΕΩΝ ΚΑΙ ΚΗΔΕΜΟΝΩΝ ΤΟΥ Η’ ΓΥΜΝΑΣΙΟΥ ΑΡΡΕΝΩΝ ΑΘΗΝΩΝ, ΕΠΙ ΠΡΟΕΔΡΙΑΣ ΜΗΝΑ ΛΑΜΠΡΙΝΙΔΗ ΚΑΙ ΜΕΛΩΝ» (ακολουθούν επτά ονόματα) και κλέινει η επιγραφή με το: «ΕΣΤΗΣΕΝ ΕΝ ΕΤΕΙ 1968, ΕΠΙ ΓΥΜΝΑΣΙΑΡΧΟΥ Γ. ΔΙΑΚΟΣΑΒΒΑ».


Ξαναγύρισα στον υπάλληλο και τον ρώτησα αν γνωρίζει τον τόπο καταγωγής του. «Μα από την Λαγκάδα της Αμοργού», έτσι λένε. Με αυτό το όνομα στην μικρή μνήμη μου για τα των Αμοργιανών, λόγω ότι έφυγα σε μικρή ηλικία, μόνο τον Μιχάλη Νομικό τον «Αεροπόρο» από την Λαγκάδα γνωρίζω, και σ’ εκείνον πήγα για τον επιφανή Αμοργιανό ευεργέτη. Ευγενής καλοπροαίρετος και πρόσχαρος εκείνος , μου άνοιξε τον δρόμο. «Θείος μου ήτανε», μου αποκρίθηκε και συνέχισε:


«Ζούσε στην Αλεξάνδρεια χωρίς οικογένεια και είχε πολλά χρήματα. Πήγε στην Λαγκάδα να διεκδικήσει την θέση του δημοτικού άρχοντα και τον αποδοκίμασαν. Τότε έφυγε , ήρθε στην Αθήνα και λίγο πριν πεθάνει έδωσε δωρεά στον δήμο Αθηναίων την περιουσία του με όρους να αναγερθεί ένα διδακτήριο. Ο δήμος Αθηναίων του ονόμασε και την οδό Μιχάλη Νομικού πίσω από το σχολείο.»


Με παρέπεμψε στον ανιψιό του, της αδελφής του Ουρανίας. το γιο Άρη Αβούρη, αδελφό του Δρ. ΦΑΙΔΩΝΑ ΑΒΟΥΡΗ του κορυφαίου επιστήμονα στον χώρο της Νανοτεχνολογίας. Ο Άρης με κάλεσε στον σύλλογο Ογδοητών (εκείνων που απεφοίτησαν από το όγδοο Γυμνάσιο) στην Πατησίων 228, δηλαδή στον σύλλογο που δημιούργησαν οι αποφοιτήσαντες από το H’ γυμνάσιο. Εκεί γνώρισα τον ευγενή πρόεδρο του συλλόγου Γεώργιο Βερνάρδο, την εκλεκτή κυρία Έφη Αρβανίτου, την εκλεκτή επίσης κυρία Μάια Ρούτσου και την εκλεκτή καθηγήτρια Νάντια Παναγουλέα, η οποία και μου εξήγησε τα βασικά σημεία γύρω από αυτόν τον μεγάλο Αμοργιανό ευεργέτη, και παράλληλα μου προσφέρανε ένα πανέμορφο τόμο με τίτλο:


Η’ ΓΥΜΝΑΣΙΟ- ΛΥΚΕΙΟ
ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΗΡΙΑ Μ. ΝΟΜΙΚΟΣ.
1911-2000. ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΟΔΟΙΠΟΡΙΚΟ.
έκδοση: Αθήνα 2003. Χορηγοί του τόμου αυτού είναι η ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ, ΑΣΠΙΣ BANK, ΓΙΩΤΗΣ, Η ΓΕΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ, Η ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ. Επιμέλεια. ΈΦΗ ΑΡΒΑΝΙΤΟΥ- ΝΑΝΤΙΑ ΠΑΝΑΓΟΥΛΕΑ- ΜΑΪΑ ΡΟΥΤΣΟΥ, οι οποίες είναι και απόφοιτες παλαιές Ογδοήτισσες του περίφημου αυτού διδακτηρίου.


Πρόκειται για έργο ακρότατης λεπτομέρειας, πρόβλεψης και ακριβείας, πόνημα εργώδες και τέλειο. Πολυτελέστατος τόμος (ακριβή έκδοση), διαστάσεων 30 Χ 22 εκατοστά και 512 σελίδων, επιμέλεια των εκλεκτών κυριών που προαναφέρονται, με αφιέρωση «ΣΤΗΝ ΜΝΗΜΗ ΤΟΥ ΕΥΕΡΓΕΤΗ ΜΙΧΑΛΗ ΝΟΜΙΚΟΥ». Αρχίζει ο τόμος με μια πανοραματική εικόνα του όλου συγκροτήματος των διδακτηρίων. Στην σελίδα 15 διαβάζουμε το απόφθεγμα του Κωστή Παλαμά. «Λιτά χτίστε τα απλόχωρα, μεγάλα, γερά θεμελιωμένααπό της χώρας ακάθαρτης, πολύβουης αρρωστιάρας μακριάμακριά τα’ ανήλια σοκάκια τα σχολεία χτίστε.»


Και το βιβλίο συνεχίζει με το βιογραφικό του Μ. Κ. Νομικού και μετά αναφέρει τα δρώμενα του σχολείου μα και πολλά από τα εθνικά γεγονότα των περιόδων από το 1916-1920 έως και το 2000, τα βιογραφικά και τις απόψεις των Ογδοητών με τις φωτογραφίες τους, αυτής της μακράς περιόδου. Το έργο αυτό είναι τόσο χρήσιμο, τόσο προσεκτικά επιμελημένο, ως ιστορική πραγματικότητα, ως λογοτεχνική πραγματεία και ακόμα και ως πηγή εθνικών και διεθνών γεγονότων σχετιζομένων με την Ελλάδα. Συγχαρητήρια στον φιλότιμο Σύλλογο και ιδιαίτερα στις εκλεκτές κυρίες που αφιέρωσαν τόσον χρόνο με τόση αγάπη για να τιμήσουν τον αγνό ευεργέτη. Γνήσιες Ελληνίδες.


Ο Μιχάλης Κ. Νομικός γεννήθηκε στην Αμοργό. Από τα στοιχεία που αναφέρει ο κύριος Καλλιφρονάς που ήταν φοιτητής σ’ αυτό το Λύκειο, πρέπει να γεννήθηκε στην δεκαετία του 1840 στην Λαγκάδα. Εκεί έμαθε τα πρώτα γράμματα. Η πετρώδης φύση του εδάφους του νησιού έκανε από τα αρχαία χρόνια ένα μεγάλο μέρος των κατοίκων να ξενιτεύονται. Και πώς να μην είναι πετρώδες έδαφος αφού είναι οι κορυφές των βουνών της Αιγηίδος;


Ο Μιχάλης Κ. Νομικός τελείωσε το ελληνικό σχολείο στην Αμοργό «το πρώτο που ιδρύθηκε μετά την απελευθέρωση του Ελληνικού έθνους από τον οθωμανικού ζυγό» και συνέχισε στην Αθήνα ή σε άλλη πόλη τις σπουδές του. Υπάρχει πληροφορία ότι «εφοίτησε στο πανεπιστήμιο όταν αυτό στεγαζότανε στην οικία Κλεάνθους στην Πλάκα». Το 1870, ο Μ. Κ. Νομικός φέρεται εγκατεστημένος στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου, που τότε το ελληνικό στοιχείο έφτανε τους 25000 ανθρώπους. Η πρώτη εργασία του ήταν τυπογράφος. Και κατά το βιβλίο «Επιφανείς Αμοργίνοι ( σελίδα 269) εργάσθηκε αρχικά σε εβραϊκό τυπογραφείο, που τότε τα τυπογραφεία ήταν ελάχιστα.


Το 1870 ο ίδιος και ο αδελφός του Κοσμάς Κ. Νομικός δημιούργησαν ο καθένας το δικό του τυπογραφείο. Τύπωσαν πολλά βιβλία και μετέφρασε ο ίδιος διάφορα άλλα. Το 1873 τα δύο αδέλφια αποφάσισαν επεκτείνοντας τις επιχειρήσεις τους να εκδώσουν την εφημερίδα «ο Φάρος της Αλεξάνδρειας», την επόμενη όμως χρονιά η εφημερίδα άλλαξε τίτλο, πήρε γαλλικό όνομα «Le phare d’ Alexantrie» και άλλαξε και ιδιοκτήτη.


Μετά ο Μ. Κ. Νομικός εγκαταστάθηκε στο Κάιρο οπότε εξέδωσε την ελληνική εφημερίδα «ΚΑΪΡΟΝ». Στο πρώτο άρθρο της εφημερίδας, ο Μ. Κ. Νομικός δημοσιεύει:
«Αποφασίσαντες την έκδοσιν της μικράς ταύτης εφημερίδος …. δεν αποβλέπομεν τόσον. …. εις το υλικό συμφέρον, όσον εις την ανάγκην του να υπάρχει Ελληνική Εφημερίς μεταξύ της μεγάλης Ελληνικής αποικίας Καΐρου και των άλλων της Αιγύπτου μερών ένθα υπάρχουσιν Έλληνες...». Από αυτή την δήλωση του δείχνει το μεγαλείο της αρετής του και συνεχίζει: «Η εφημερίς αυτή υπ’ όψιν έχουσα πάντοτε του Έλληνα…. Θέλει φέρει εις τας στήλας της παν ότι συντελεί εις την ηθικήν νοητικήν και υλικήν αυτού πρόοδον… Θέλει κρίνει μετ’ αμεροληψίας τα εν Ελλάδι πράγματα, δια τα οποία άπαντες, οι εντός και εκτός Ελλάδος ενδιαφερόμεθα, καθ ο τέκνα της κοινής ημών μητρός....». Έτσι συλλογιζόταν ο μεγάλος αυτός ευεργέτης, ο τόσο ενάρετος Έλληνας.


Η εφημερίδα του Μιχάλη Νομικού περιελάμβανε άρθρα και ειδήσεις από Αίγυπτο και διατριβές, μεταφράσεις ξένων έργων, διαφημίσεις και άλλα. Έτσι μετά την εξορία και το θάνατο του βασιλιά Όθωνα, εκφράζει η εφημερίδα του Μ. Κ. Νομικού την πικρίαν της επειδή «η αγνώμων πόλις των Αθηνών την οποία εκείνος έκτισε και εκαλλώπισε , ουδ’ εζήτησε καν να μεταφέρει εις τους κόλπους της τα οστά του». Η προσοχή του όμως επικεντρώνεται και στην ιδιαιτέρα του πατρίδα την Αμοργό , όπου παρακολουθεί με αρκετή ανησυχία την αγορά των λατομείων της από Γερμανούς ενώ ήταν περιζήτητες οι μαύρες πλάκες που εξορύσσονταν εκεί. Η εφημερίδα του κάλυπτε όλα τα θέματα γύρω από τις πολιτικές ειδήσεις στην Ελλάδα και μετά τις βουλευτικές εκλογές του 1875 δημοσίευσε όλα τα ονόματα των βουλευτών της Αττικής καθώς και των άλλων 28 ελληνικών νομών.


Ανάμεσα στους βουλευτές της Αττικής είναι και το όνομα του Δ. Καλλιφρονά, του μεγαλοκτηματία από τα Πατήσια, που θα χρηματίσει και δήμαρχος Αθηναίων, ( εφημερίς «ΚΑΪΡΟΝ» 2/14 Αυγούστου 1875). Ο δε εγγονός του Δημήτρης Καλλιφρονάς απόφοιτος του Η' Γυμνασίου 1935, θα είναι ο πρώτος Ογδόητης, ( έτσι ονομάζονται οι αποφοιτήσαντες από αυτό το Όγδοο Γυμνάσιο ) που θα προσπαθήσει να βρει πληροφορίες για τη ζωή και το έργο του Μιχάλη Νομικού. Αυτός δεν ήτανε ούτε συγγενής του, ούτε πατριώτης του, αλλά ένας από τους πολλούς εκλεκτούς Έλληνες που απεφοίτησαν από το γυμνάσιο του Αμοργιανού ευεργέτη.


Ο Μιχάλης Κ. Νομικός συνεχίζοντας το εκδοτικό του έργο, κι έχοντας βαθιά στην ψυχή του το ελληνικό μεγαλείο, παρακολουθώντας τις εξελίξεις στην Ελλάδα, ανέφερε στην εφημερίδα του «ΚΑΪΡΟΝ» τον Νοέμβριο του 1881 την είδηση: «Κατάληψις Θεσσαλίας. Διακανονισμός συνόρων», ενώ το 1885, μετά από επεισόδια στα Θεσσαλοτουρκικά σύνορα, το «ΚΑΪΡΟΝ» θα εκδίδεται καθημερινώς καθώς οι ειδήσεις θα φθάνουν στην εφημερίδα τηλεγραφικώς, χωρίς να υπολογίζονται τα έξοδα. Έτσι είναι οι ευεργέτες. Δεν μετρούνε με χρήματα την αξιολόγηση της αρετής τους. Και θα πληροφορούνται οι Έλληνες της Αιγύπτου για όσα συμβαίνουν στην κοινή μητέρα την Ελλάδα. Ποια σύγκριση του τότε και του τώρα μεταξύ των Ελλήνων. Αλλά βέβαια οι Έλληνες της διασποράς όλοι σχεδόν στρέφουν τους λογισμούς σ' αυτή την βραχώδη γη και πατρίδα, την Ελλάδα.


Δεν αρκείται μόνο στην έκδοση της εφημερίδας ο αγαθός αυτός άνθρωπος. Εργάζεται συνεχώς τυπώνοντας διάφορα βιβλία. Τα διάφορα βιβλία που εκτυπώθηκαν από το 1877 έως το 1896 αναφέρονται εις θρησκευτικά και πατριωτικά θέματα, όπως: «Χριστιανική Ηθική» (1877) του Αρχιμανδρίτου Γρηγορίου Γώγου. «Νεώτατη Ελληνο- Αραβική μέθοδος» Γ. Παπανικολάου 1880, «Μητροφάνης Κριτόπουλος, πατριάρχης Αλεξάνδρειας» Γερασίμου Μαζαράκη 1884. « Δύο λόγοι εκκλησιαστικοί» Νεκταρίου Κεφάλα το 1887. «Ο Διάβολος εν τη κολάσει» ανώνυμου το 1887 . «Λόγος πανηγυρικός» εκφωνηθείς εν τω Ελληνικώ Κέντρω Καΐρου τη 25η Μαρτίου 1894, υπό Σ. Π. Ιατρού.


Η έκδοση της εφημερίδας «ΚΑΪΡΟΝ» σταμάτησε μόνο για διάστημα τεσσάρων μηνών, από τις 29 Μαΐου μέχρι 24 Σεπτεμβρίου 1882, όταν ξέσπασαν μεγάλες ταραχές στην Αίγυπτο με αφορμή το κίνημα του Αραμπή. Το κίνημα αυτό άρχισε το 1881 μετά από την απαίτηση παραχώρησης Συντάγματος, και ατέληξε σε απηνή καταδίωξη και δολοφονίες των χριστιανών ( γκιαούρ) που είχαν καταφύγει στην Αλεξάνδρεια, ως ασφαλέστερη πόλη. Πολλές συνοικίες παραδόθηκαν στις φλόγες . Τέλος με την επέμβαση του Αγγλικού στόλου το κίνημα έληξε το Σεπτέμβριο του 1882.


Από αυτά τα ακραία γεγονότα ως φαίνεται αποφάσισε ο Μιχάλης Κ. Νομικός να επιστρέψει στην Ελλάδα. Χρήματα είχε αποκτήσει αρκετά ώστε κατά τον Ογδόητη Δημήτρη Καλλιφρονά τον αποκαλούσαν στην Αμοργό με το παρατσούκλι «ο Μιχάλης Νομικός ο λιράς». Το πότε έφυγε από την Αίγυπτο δεν είναι γνωστό, πάντως 30 Οκτωβρίου Σάββατο βρίσκεται στην Αθήνα και συνάπτει δύο συμβόλαια υπ’ αριθμόν 14351 και 14355 με αγορές στο κέντρο της Αθήνας. Πρόκειται για το ακίνητο της οδού Μενάνδρου και Βηλαρά, το οποίον σήμερα με τα εισοδήματα του των οκτώ διαμερισμάτων και δύο καταστημάτων, καλύπτει πολλές από τις δαπάνες συντήρησης των «εκπαιδευτήριων Μ. Κ. Νομικός».


Ακόμα λέγεται ότι όταν επανήλθε από την Αίγυπτο ζήτησε να εγκατασταθεί στην Αμοργό και να γίνει δήμαρχος Αιγιάλης. Υποσχέθηκε μάλιστα ότι θα κατασκευάσει και τον δρόμο από Λαγκάδα μέχρι τον Άγιο Νικόλαο Όρμου , ξοδεύοντας από τα χρήματα του το ποσόν των 20 000 δραχμών, πολύ μεγάλο ποσό για εκείνη την εποχή. Έχασε όμως την εκλογή για λίγους ψήφους, γεγονός που τον στεναχώρησε πολύ. Εδώ ταιριάζει το ρητό «εν αμίλλαις πονηραίς αθλιότερος ο νικήσας».


Στις 31 Μαΐου 1883 θα πεθάνει στην Αμοργό και ο Κωνσταντίνος Νομικός ο πατέρας του Μιχάλη Νομικού και λίγο αργότερα στην εφημερίδα « ΚΑΪΡΟΝ», θα δημοσιευτεί ότι «ανεπαύθη επ’ ελπίδι ζωής αιωνίου εν Κυρίω, πλήρης ημερών των 31 Μαΐου εν Αμοργώ, ο αξιοσέβαστος πατήρ του εκδότου της εφημερίδος ταύτης Κωνσταντίνος Νομικός. Η πάνδημος κηδεία αυτού απέδειξεν πόσον αξετιμώντο υπό των συμπολιτών αυτού αι κοσμήσασαι αυτόν οικογενειακαί και αστικαί αρεταί».


Έχοντας χάσει και τον πατέρα του ο Μ. Κ. Νομικός επιστρέφει στην Αθήνα και επιλέγει σαν τόπο διαμονής του την περιοχή των Πατησίων. Από εκεί σαν αυτόπτης μάρτυρας θα στείλει στην εφημερίδα του και την είδηση των πλημμυρών που έγινε στην Αθήνα το 1883. «Η οδός Πατησίων από της οποίας το καθ’ ημάς, εβλέπαμεν το θέαμα της βροχής , είχε μεταβληθεί εις αληθή ποταμόν».


Η περιοχή των Πατησίων ωραία τότε, προσελκύει και το αγοραστικό ενδιαφέρον του Μιχαήλ Νομικού ο οποίος ένα χρόνο μετά «θα αγοράσει έναν κήπο από τον Παύλο Βερσή και Δημήτρη Βούκρα, μετ’ απάντων των εν αυτώ εμπεριεχομένων δένδρων, οπωροφόρων και μη και μετ’ απασών των εν αυτώ οικοδομών και του ιδιοκτήτου ύδατος, πέντε ωρών καθ΄ εβδομάδα ανά πάσα τετάρτην το εσπέρας, λαμβανομένου εκ του πέρσου ποταμού του παλαιοτριβείου, ήτοι 2 κατά δεκαπενθήμερο». Σ’ αυτό το μεγάλο ακίνητο θα προστεθεί κι ένας άλλος περιβολότοπος κείμενος στην θέση Πατησίων, και συνορεύων δυτικώς με τον κήπο του Μιχάλη Νομικού. Έτσι θα συμπληρωθεί η τεράστια έκσταση των 7.000 τ.μ. δηλαδή επτά στρέμματα η οποία αργότερα θα αποτελέσει τον χώρο που θα κτισθεί το κτήριο των εκπαιδευτηρίων Μ. Κ. Νομικού.


Στα συμβόλαια αυτά ο Μ. Κ. Νομικός άλλοτε φέρεται ως τυπογράφος που διαμένει στο Κάιρο και άλλοτε ως κτηματίας και κάτοικος Καΐρου διαμένων εις Αθήνας. Οι Ηπειρώτες συνηθίζουν να λένε ότι οι εξ’ Ηπείρου ευεργέτες είχαν «γλώσσα, γράμματα και γρόσα». Ο Μιχάλης Κ. Νομικός συνδυάζει και τα τρία αυτά στοιχεία ενός μεγάλου ευεργέτη όπως τους χαρακτήριζαν οι Ηπειρώτες. Άνθρωπος με γνώση, φίλεργος και με αρετές, δοσμένος με σοβαρότητα στην πορεία του κατέληξε να μεγαλουργήσει χωρίς να κατηγορηθεί ότι «αδίκως ταχέως επλούτισεν», όπως συνηθίζει να λέγεται και στην εποχή μας που οι απαξίες γίνανε αξίες και το να βαδίζει κάποιος με αρετές, θεωρείται καθυστερημένος, αιθεροβάμων μα όμως δακτυλοδεικτούμενος μέσα στον μπακιρένιο πολιτισμό μας και την δια νόμου επιβληθείσα σ’ εμάς ανάπηρη Ελληνική γλώσσα… Ο Μ. Κ. Νομικός είναι παράδειγμα προς μίμηση γιατί αυτό που έπραξε δείχνει αξιοσέβαστο άνθρωπο με χωρίς κανένα ψεγάδι…


Στην δεκαετία που ακολουθεί 1884 – 1893 , ο Μ. Κ. Νομικός προσαρμόζεται στην ζωή του κτηματία , ενώ στο τυπογραφείο στην Αίγυπτο θα εξακολουθήσει να εκδίδεται η εφημερίδα μέχρι το 1895 τον Ιανουάριο που ο Μ.Κ Νομικός αποφάσισε να εκχωρήσει το τυπογραφείο και την εφημερίδα ΚΑΪΡΟΝ στους Γ. Μαυράκη και Μ. Ι. Νομικό με ένα είδος συμβολαίου που είχε θέση ενοικιαστηρίου και πωλητηρίου . Έτσι συνεχίσθηκε η έκδοση της εφημερίδας μέχρι το 1895 και τους δύο ενοικιαστές – αγοραστές, διαδέχθηκαν κατά σειρά ο Ι. Ξενουδάκης, οι Πιζάνης, Τσάμης, Βάιλας και ο Α. Βαμβακούλας. Η γραμμή όμως που είχε χαράξει ο Μ. Νομικός παρέμεινε αναλλοίωτη σε όλη την πορεία της και η Εφημερίδα ΚΑΪΡΟΝ, δεν εξυπηρετούσε μόνο τα συμφέροντα της Ελληνικής παροικίας αλλά τολμούσε να διακηρύσσει και τα δικαιώματα της Αιγύπτου, τής χώρας που την φιλοξενούσε , επειδή εκείνη την εποχή ήταν έντονος ο Γαλλοαγγλικός ανταγωνισμός για την κυριαρχία της.


Ο Μ. Κ. Νομικός ως κτηματίας πλέον θα τα περάσει στην Αθήνα τα τελευταία του χρόνια. Σύμφωνα μάλιστα με μια πληροφορία της εφημερίδας «Αμοργός» θα εκλεγεί Δημοτικός σύμβουλος στο δήμο της Αθήνας κι έπειτα πρόεδρος του δημοτικού Συμβουλίου, γεγονός που του έδωσε ξεχωριστή ικανοποίηση. Την άνοιξη του 1900 , Ο Μ. Κ . Νομικός αρρώστησε σοβαρά και έχοντας υπ’ όψιν του «τον ενδεχόμενον εκ της ασθενείας του κίνδυνον» κάλεσε στο σπίτι του τον συμβολαιογράφο Ηλία Τσόκα τον οποίον παρακάλεσε να συντάξει την διαθήκην του. Ο συμβολαιογράφος κάλεσε τους τρεις μάρτυρες για να βεβαιώσουν ότι «ο κλινήρης Μ. Κ. Νομικός έχει σώας τας φρένας» και κατέγραψε τις τελευταίες του θελήσεις για την διάθεση της σημαντικής περιουσίας του.


Στις 18 Μαΐου 1900 ο Μ. Κ. Νομικός πέθανε και την επόμενη ημέρα η εφημερίδα Εστία έγραψε:


«Κληροδότημα εις τον δήμον Αθηναίων. Απεβίωσεν χθές ο Μιχαήλ Κ. Νομικός , πρώην δημοσιογράφος και διευθυντής της εν Καϊρω εκδιδομένης άλλοτε εφημερίδος ΚΑΪΡΟΝ. Άπασαν την περιουσίαν του, συνισταμένην εκ του εν Πατησίοις μεγάλου κτήματος του και της εν Αθήναις οικίας του, κατελείπει εις τον δήμον Αθηναίων. Επίσης κληροδοτεί 3000 δρχ εις τον εν Πατησίοις ναόν του Αγίου Λουκά και ανά 500 δρχ. εις τον ναόν του Αγίου Κωνσταντίνου και το ορφανοτροφείον. Το δημοτικόν Συμβούλιον, συνερχόμενον θα ψηφίσει την δημοτική δαπάνη τέλεσιν της κηδείας του ευεργέτου και την κατάθεσιν στεφάνου. Η κηδεία θα γίνει την 4μ.μ.».


Σημαντικά ποσά θα πάρουν επίσης και οι δύο αδελφές του Μ. Κ. Νομικού, η Σοφία Γαβαλά και η Καλλιόπη Κανάκη, καθώς και ο γιος του αποβιώσαντος αδελφού του, ακόμα και οι άλλοι συγγενείς και φίλοι, υπό τον όρον, να μην προσβάλουν οι ανωτέρω κληροδόχοι την διαθήκην του. Σημαντικά ποσά άφηνε επίσης στον Άγιο Λουκά Πατησίων «ένθα εκκλησιάζετο», τον Άγιο Κωνσταντίνο αλλά και την εκκλησία Αγία Σοφία στην Λαγκάδα Αμοργού όπου μάλιστα κληροδοτεί και «το ελαιόφυτον κτήμα του». Επίσης σημαντικό ποσό άφησε στο ορφανοτροφείο Χατζηκώστα. Τα ποσά αυτά θα δοθούν από την εκποίηση των τριάκοντα λαχειοφόρων ομολογιών της Εθνικής Τραπέζης Ελλάδος κατατεθειμένων, ήδη εις την εν Καϊρω τράπεζαν (Credit Lyonnais).


Δεν είναι δυνατόν σε λίγες γραμμές να δοθεί η πορεία και το έργο ενός τόσο μεγάλου, αγαθού και άριστου ανθρώπου. Στις λίγες αυτές γραμμές, παρμένες από τον τόμο «Η’ Γυμνάσιο – Λύκειο ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΡΙΑ Μ. Κ. ΝΟΜΙΚΟΣ 1911-2000. Ιστορικό οδοιπορικό», προσπάθησα να διατηρήσω την γλώσσα και την θυμοσοφία της εποχής που έζησε ο ευεργέτης Μ. Κ. Νομικός, άγνωστος στους πολλούς μάλλον συμπατριώτες του, που του αρνήθηκαν την προσφορά του στην Αιγιάλη και αυτή ήταν πολύ μεγάλη, τόσο στην πρόοδο και την ανάπτυξη του τόπου, όσο και στην οικονομική συνεισφορά του για οτιδήποτε έργο, αφού ο αγαθός αυτός άνθρωπος δεν είχε δημιουργήσει δική του οικογένεια και ήθελε την περιουσία του να την διαθέσει για την ιδιαιτέρα του πατρίδα.


Το «σχολικό συγκρότημα Νομικός» άρχισε να κτίζεται το 1928 και αποπερατώθηκε το 1931. Κόστισε 13.333.000 δραχμές και έχει όγκο 27.522 κυβικά μέτρα, το μεγαλύτερο συγκρότημα της πρωτεύουσας. Το έργο του Μ. Κ. Νομικού παραμένει αθάνατη προσφορά στην αρετή και στην αγνή φιλοπατρία κάτι που σπανίζει στις ημέρες μας. Είναι κατάθεση αρετής και σοφίας που μόνο εμπρός σ’ αυτό που αναφέρει ο Αριστοτέλης ως το «αεί ζητούμενον και το αεί απορούμενον» δηλαδή το Θεό, αναγνωρίζεται πάντα, μα και από τους αγαθούς ανθρώπους.


Όλοι που απεφοίτησαν από αυτό το σχολείο λένε με ευγνωμοσύνη, αγάπη και σεβασμό το όνομα του Μ. Κ. Νομικού και από την Λαγκάδα είναι τα παιδιά της αείμνηστης Ουρανίας Ν. Νομικού μετέπειτα «Αβούρη» από την Ζάκυνθο. Βέβαια είναι τ’ αδέλφια του ΔΡ. Φαίδωνα Αβούρη που μεγαλουργεί στις Η. Π. της Αμερικής. Μεγάλες προσωπικότητες απεφοίτησαν από το Η’ γυμνάσιο-- Λύκειο του Αμοργιανού ευεργέτη , όπως ο Διευθυντής Εθνικού Θεάτρου Δημήτρης Ροντήρης, Παναγιώτης Ζερβός Ακαδημαϊκός , Ανδρέας Εμπειρικός ποιητής, Νίκος Ρούτσος Δημοσιογράφος–Συγγραφέας, Άγγελος Τερζάκης Λογοτέχνης-Ακαδημαϊκός, Φιλοποίμην Φίνος Σκηνοθέτης – παραγωγός, Κωνσταντίνος Καραμανλής Πρωθυπουργός–Πρόεδρος Δημοκρατίας, Κων. Δ. Γαρδίκας καθηγητής Ιατρικής Συγγραφέας, Τάσος Αθανασιάδης Συγγραφέας–Ακαδημαϊκός, Αλέκος Σακελάριος Συγγραφέας–Σκηνοθέτης–Στιχουργός, Σπύρος Αποστ. Δοξιάδης καθηγητής παιδιατρικής Πανεπιστημίου Αθηνών–Υπουργός-βουλευτής Επικρατείας. Δημήτρης Καλλιφρονάς δικηγόρος, Ιωάννης Χαραλαμπόπουλος αξιωματικός–βουλευτής- Αντιπρόεδρος κυβερνήσεως. Μηνάς Λαμπρινίδης δημοσιογράφος–συγγραφέας (είναι εκείνος που έκανε την πρόταση για την προτομή του Μιχάλη Νομικού). 'Αγγελος Καλλιφρονάς τραπεζικός. Ευστάθιος Λαγάκος, Πρέσβης ΕΤ. Άρης Αβούρης αντιπρόεδρος εμπορικού Συλλόγου Αθηνών- εξαγωγέας. Αχιλλέας Καραμανλής δικηγόρος – τ. νουλευτής. Γεώργιος Βερνάρδος εργοστασιάρχης,πρόεδρος Συλλόγου Αποφοίτων Ή Γυμνασίου. Δημήτρης (Μίμης) Παναγουλέας πολιτικός μηχανικός–μεταλλειολόγος μηχανικός. Κώστας Ε. Σέκερης καθηγητής Ιατρικής Πανεπιστημίου Αθηνών. Νίκος Αβούρης έμπορος. Λεωδίνας Μαμάης, αρχιμηχανικός Εμπορικού Ναυτικού. Τάκης Μηλιάδης ηθοποιός. Φαίδων Αβούρης χημικός, υπεύθυνος του Εργαστηρίου Νανοτεχνολογιών της Ι.Β.Μ. Δημήτρης Μητροπάνος ερμηνευτής λαϊκών τραγουδιών. Θάνος Μικρούτσικος μουσικοσυνθέτης-τ. υπουργός. Αντώνης Καφετζόπουλος ηθοποιός. Χρήστος Παπουτσής βουλευτής-τ. υπουργός. Κώστας Καρράς ηθοποιός-βουλευτής. Κική Μορφονιού μεσόφωνος, καθηγήτρια Ωδείου Αθηνών. Ελένη Δουβάρα – Καψάσκη ηθοποιός. Μαρικαίτη Καμβασινού δημοσιογράφος, συγγραφέας. Μαρία Φαραντούρη τραγουδίστρια-βουλευτής. Καλλιόπη Βερνάρδου δικηγόρος-συγγραφέας. Νίκος Ευαγγελάτος δημοσιογράφος. Και πολλοί άλλοι.


Του Μ . Κ. Νομικού η οδός ένας όμορφος πεζόδρομος είναι η συνέχεια της οδού Τύχης και αυτό μοιάζει σαν να δένει την αρμονικότητα όλου αυτού του αγαθού έργου. Σαν να συνέπεσε η καλή τύχη ή τύχη η αγαθή όπως λέμε να βγαίνει στον δρόμο του Αμοργιανού ευεργέτη. Προσπάθησα με όσο το δυνατόν απλά λόγια να αναφερθώ σ΄ αυτόν τον αγαθό άνθρωπο σαν τιμώντας την μνήμη του, της ζωής του την πορεία την τόσο αρετή γεμάτη, για να τον παρουσιάσω στους συμπατριώτες. Τα διάφορα αναφερόμενα στοιχεία ονόματα ημερομηνίες κ.τ.λ. τα βρήκα στο έργο που γράψανε τιμώντας τον χορηγό για την δημιουργία αυτού του πελώριου συγκροτήματος οι μαθητές – τώρα μεγάλοι άνθρωποι που σκύψανε πάνω στην πορεία του με σεβασμό ιχνηλατώντας βήμα προς βήμα το κάθε χρονικό διάστημα στης ζωής του το πέρασμα.


Ο τόπος που είναι τα ΔΙΔΑΚΤΗΡΙΑ «Μ. Κ. ΝΟΜΙΚΟΣ» μοιάζει σαν ιερός τόπος προσκυνήματος και ο καθένας που θα επισκεφτεί αυτά τα σχολεία θα αισθανθεί ότι πλησίασε σ’ ένα ιερό χώρο που πρέπει να σταθεί με σεβασμό αφού η αρετή πλανάται γύρω του. Γιατί στον χώρο αυτό περάσανε μαθητές ένα σωρό να ζωντανεύουν την Ελλάδα, την χαλεπαίνουσαν Πατρίδα πάντα μπερδεμένη στους διχασμούς. Νιώθει κανείς ότι εκεί βρίσκεται σ’ ένα Ιερό χώρο ή σε ένα χώρο ποτισμένο με σεβασμό και με αγάπη φροντισμένο αφού είναι η τελευταία απόφαση της ζωής ενός ανθρώπου που ήθελε να ευεργετήσει στην ιδιαιτέρα του πατρίδα και εκεί δυστυχώς άλλη μια φορά δεν υπήρξε η αποδοχή για μια θέση δημάρχου στην Αιγιάλη που και σιγά την μεγάλη τιμή που ζήτησε.


Αυτά τα λάθη δυστυχώς επαναλαμβάνονται και τώρα. Για αυτό τον άνθρωπο πρέπει η δημοτική αρχή κάτι να πράξει κάτι να δείχνει την ανάμνηση του δημιουργού ενός τόσο μεγάλου διδακτηρίου στο κέντρο της Αθήνας, που εκεί φοίτησαν από τον Κωνσταντίνο Καραμανλή τον τελευταίο σχεδόν από τους μεγάλους πολιτικούς κι ένα σωρό άλλοι παιδαγωγοί, Μηχανολόγοι, Συγγραφείς, ποιητές άνθρωποι του θεάτρου τραγουδιστές στρατιωτικοί κ.τ.λ. Για την δωρεά που έκανε στην Αγία Σοφία της Λαγκάδας νομίζω κι εκεί πρέπει να αναφέρεται αυτού του αγαθού ανθρώπου το όνομα. Χρεωστώ να ευχαριστήσω τον καθ’ όλα εκλεκτό συμπατριώτη μας Μιχάλη Νομικό ( αεροπόρο) που με οδήγησε που να απευθυνθώ. Τον Σύλλογο αποφοίτων του Ή Γυμνασίου – Λυκείου Ιδιαιτέρως τις κυρίες Έφη Αρβανίτη, Νάντια Παναγουλέα Μάια Ρούτσου και τον πρόεδρο του συλλόγου κ. Βερνάρδο Γεώργιο για την ευγενή και ζεστή φιλοξενία τους στην λέσχη των Ογδοητών , καθώς και τον κ. Άρη Αβούρη τον εκλεκτό συμπατριώτη μας που μεσολάβησε για όλα αυτά. Προσπάθησα να διατηρήσω τη γλώσσα της εποχής και εν πολλοίς τη γραμμή του βιβλίου ώστε ο αναγνώστης να το εμβαθύνει περισσότερο, γιατί αν τα έφερνα όλα στην καθομιλούμενη και ανάπηρη γλώσσα της εποχής μας, ίσως να στερούσα το βάθος και την ομορφιά που θα βρούνε οι αναγνώστες όσοι βρούνε. Εύκολα έτσι εμβαθύνει οποιοσδήποτε στον τρόπο σκέψεως και στην σεμνοπρέπεια της εποχής του Μ. Κ. Νομικού.


Μαρκής Δ. Συνοδινός

Πέμπτη 14 Ιουνίου 2007

Ο Θανάσης Βέγγος από την Αμοργό

Ένα από τα πιο αγαπημένα πρόσωπα στην Ελλάδα είναι ο Θανάσης Βέγγος. Με την σεμνότητα και το ήθος του έχει κερδίσει την αγάπη όλων μας. Για να τιμήσει τον Θανάση Βέγγο ο τελευταίος μεγάλος καλλιτέχνης του θεάτρου σκιών, ο Ευγένιος Σπαθάρης, φιλοτέχνησε ειδική φιγούρα του Καραγκιόζη με το πρόσωπό του. Πρόκειται για μια τιμή που ανακαλεί στην μνήμη τους λαϊκούς θρύλους.

Λαϊκός, σεμνός, αεικίνητος ο Θανάσης έχει μπει βαθιά μέσα στην καρδιά του ελληνικού λαού. Και είναι Αμοργιανός. Κατάγεται από τα Θολάρια της Αιγιάλης από την πλευρά της μητέρας του Ευδοκίας, του γένους Ιωάννη Σμυρνή. Η γιαγιά του η Μαρουλιώ ήταν πρακτική μαία στα Θολάρια. Τα στοιχεία προέρχονται από την έκδοση «Επιφανείς Αμοργίνοι» (1983) του Συνδέσμου Αμοργίνων.

Ο Θανάσης γεννήθηκε στο Νέο Φάληρο το 1927. Πρωτοεμφανίστηκε στην ταινία «Μαγική Πόλη» (1955). Και στο θέατρο σημείωσε μεγάλη επιτυχία. Το 1995 εμφανίστηκε στο αρχαίο θέατρο της Επιδαύρου για πρώτη φορά, υποδυόμενος τον Τρυγαίο στην «Ειρήνη» του Αριστοφάνη και το κοινό τον αποθέωσε.

Τρίτη 5 Ιουνίου 2007

Ο ηθοποιός Νικήτας Πλατής από την Αμοργό

Ο Νικήτας Πλατής γεννήθηκε στην Χώρα της Αμοργού το 1912. Ήταν γιος του δάσκαλου Μάρκου Πλατή. Στην Αθήνα πήγε το 1928 και πό το 1932 έγινε ηθοποιός της σκηνής. Υπηρξε θιασάρχης πολλές φορές. Διετελεσε πρόςδρος του Σωματείου Ελλήνων Ηθοποιών. Ήταν αυτός που προώθησε τον λαϊκό τραγουδιστή Βαγγέλη Περπινιάδη (γιό του Στελλάκη Περπινιάδη) μέσα από το θέατρο «Αύρα» που διατηρούσε το 1948 στον Κορυδαλλό.
Η πρώτη εμφάνιση του Νικήτα Πλατή στον κινηματογράφο έγινε στην ταινία «Η Κυρά μας η Μαμή» (1958), με συμπρωταγωνιστές την Γεωργία Βασιλειάδου, τον Ορέστη Μακρή, τον Δημήτρη Παπαμιχαήλ και την Ξένια Καλογεροπούλου.


Παράλληλα με την κινηματογραφική του καριέρα εργάστηκε στο θέατρο και ως συγγραφέας.


Το 1972 εμφανίστηκε και στην τηλεόραση στην σειρά «Μπολσόϊ Ιβάν και Μπιγκ Τζον» και στην συνέχεια στη σειρά «Μεθοριακός Σταθμός», όπου έκανε μια αξέχαστη εμφάνιση ως ο αντικοινοτάρχης που βρισκόταν σε διαρκή κόντρα με τον κοινοτάρχη προϊστάμενό του.


Ασχολήθηκε και με την ποίηση. Μερικά από τα ποιήματά του είναι αφιερωμένα στην Αμοργό. Όπως αυτό με τίτλο "Αμοργιανή" και αναφορές στους μύλους και το σχολείο της Χώρας:


Στην Αμοργό, τ' απόμερο
στο δροσερό νησάκι
νησιωτοπούλα γνώρισα
και μ' άναψε μεράκι.


Μαντόνας είχε πρόσωπο
και μάτια μενεξέδες
ροδόσταμο τα χείλη της
τα στήθη της μπαξέδες.


Στο μύλο την αντάμωνα
αγνάντια στο σχολείο
με κοίταγε, την κόιταγα
και λέγαμε αντίο.


Μα μια βραδιά με μάγεψαν
τα μάτια τα γλυκά της
και φίλησαν τα χείλη μου
τα χείλη τα δικά της.


Αμοργιανή, Αμοργιανή,
για σε η καρδούλα μου πονεί.
Με κέρασες της νιότης σου
τ' ολόγλυκο ροσόλι
όταν σε πρωτοφίλησα
στου μύλου το περβόλι.


Η φιλμογραφία του Νικήτα Πλατή είναι τεράστια. Από το 1958 έως το 1979 έπαιξε σε δεκάδες ταινίες, κυρίως σε κωμικούς ρόλους. Μερικές από τις πιο γνωστές ταινίες του είναι:
* Η κυρά μας η μαμή (1958) με Ορέστη Μακρή, Γεωργία Βασιλειάδου, Δημήτρη Παπαμιχαήλ.
* Ο Μιμίκος και η Μαίρη (1958) με Αλίκη Βουγιουκλάκη, Ανδρέα Μπάρκουλη.
* Χριστίνα (1960) με Τζένη Καρέζη, Ντίνο Ηλιόπουλο και Ανδρέα Μπάρκουλη.
* Ο φίλος μου ο Λευτεράκης (1963) με Μάρω Κοντού, Ντίνο Ηλιόπουλο, Γιώργο Κωνσταντίνου, Κώστα Βουτσά.
* H χαρτοπαίχτρα (1964) με Ρένα Βλαχοπούλου, Λάμπρο Κωνσταντάρα.
* Φωνάζει ο Κλέφτης (1965) με Ντίνο Ηλιόπουλο, Ρένα Βλαχοπούλου, Διονύση Παπαγιαννόπουλο.
* Υπάρχει και φιλότιμο (1965) με Λ. Κωνσταντάρα, Διονύση Παπαγιαννόπουλο.
* Η κόρη μου η σοσιαλίστρια (1966) και Διπλοπενιές (1966) με Αλίκη Βουγιουκλάκη, Δημήτρη Παπαμιχαήλ, Βασίλη Αυλωνίτη.
* Μιας πεντάρας νιάτα (1967) με Στέφανο Ληναίο, Έλλη Φωτίου, Ανδρέα Μπάρκουλη


Για την γνωριμία του με τον Νικήτα Πλατή και πως τον προώθησε στην επιτυχία, ο λαϊκός τραγουδιστής Βαγγέλης Περπινιάδης διηγείται:


«Ήταν αρχές Ιουνίου 1947, όταν βρέθηκα ανάμεσα σε πολλά νέα παιδιά στο ?λσος του Πεδίου του 'Αρεως, εκεί που παρουσίαζε τα νέα ταλέντα Μίμης Τραϊφόρος. Όταν τον πλησίασα, μπροστά στο μικρόφωνο με ρώτησε: "Τι τραγούδι θα μας πεις, μικρέ μου;". "Το Λίγες καρδιές αγαπούνε", του απάντησα. Ο Τραϊφόρος ενθουσιάστηκε από τη φωνή μου αλλά και γιατί το τραγούδι αυτό ήταν γνωστή μεγάλη επιτυχία της συζύγου του, της Σοφίας Βέμπο. Ενώ όλα τα παιδιά στο διαγωνισμό, εκείνο το βράδυ, έλεγαν από ένα ή μισό τραγούδι, εμένα, όταν τελείωσα, μου πρότεινε να πω και δεύτερο. Και πράγματι, είπα κι άλλο τραγούδι, επιτυχία κι αυτό της Βέμπο: Σβήσε το φως κι έλα κοντά μου. Κατεβαίνοντας από τη σκηνή, ο Τραϊφόρος μου είπε να μη φύγω. Ακολουθώντας τον στα παρασκήνια χτύπησε το τηλέφωνο. Το σήκωσε, αντάλλαξε μερικές κουβέντες με τον συνομιλητή του και όταν τελείωσαν, μου είπε: "Μικρέ μου, είσαι πολύ τυχερός". Στο τηλέφωνο ήταν ο Νικήτας Πλάτης, θιασάρχης στο θέατρο Αύρα του Κορυδαλλού. Πριν προλάβει να μου εξηγήσει ο Τραϊφόρος, ο Πλάτης ήταν μπροστά μου και μου είπε: "Από αύριο το βράδυ θα έρχεσαι στο θέατρο, θα λες τρία-τέσσερα τραγούδια ενδιάμεσα από τα σκετς της παράστασης και θα παίρνεις 30 δραχμές"».


Ο Νικήτας Πλατής με την δεύτερη γυναίκα του, την ηθοποιό Γκόλφω Μπίνη, απέκτησε ένα γιο. Πέθανε Στις 14 Νεεμβρίου 1984 στην Αθήνα.