Οι φίλοι του μπλοκ

Πέμπτη 27 Αυγούστου 2009

Μια κόρη από την Αμοργό

Ένα παραδοσιακό τραγούδι με θέμα μία Αμοργιανή περιλαμβάνεται σε πολλές μουσικές συλλογές με παραδοσιακά τραγούδια. Τελευταία το συμπεριέλαβε η Δόμνα Σαμίου στον δίσκο της «Οι νότες της θάλασσας». Το τραγούδι «Μια κόρη από την Αμοργό» είναι πάρα πολύ παλιό και από πολλούς θεωρείται βυζαντινό. Τραγουδήθηκε σε όλο το Αιγαίο και υπάρχουν πολλές παραλλαγές του, από το Καστελόριζο και την Κάρπαθο μέχρι την Σκύρο και τις ακτές της Μικρασίας.

Για το τραγούδι αυτό, ο αείμνηστος γυμνασιάρχης Αντώνιος Πετσετάκης έχει αναφέρει στο Α’ Παναμοργιανό Συνέδριο του 1975 τα εξής:

«… Αλλ’ αν τα λαϊκά υλικά καλλιτεχνήματα φανερώνουν τον παλμό της λαϊκής ψυχής μπροστά στην ανεπιτήδευτη ομορφιά, την απλότητα και τη συμβολικότητα των παραδοσιακών θεμάτων, τα πνευματικά του δημιουργήματα, τα αριστουργήματα της λαϊκής μας μούσας, είναι θησαυροί που πηγάζουν από μια ποιητική ψυχή, ποτισμένη από τα πιο ευγενικά ιδανικά, από τα υψηλά κι ανώτερα συναισθήματα της φυλής μας.

Θα περιορισθώ σε δύο παραλογές: «Το γυρισμό του σκλάβου» και «Στην ταξιδεύτρα κόρη». Η πρώτη πανελλήνια κι η δεύτερη τραγουδιόταν σε πολλά νησιά. Κι οι δυο είναι ένας ύμνος της γυναικείας αρετής, που στο βωμό της δεν διστάζουν να θυσιασθούν οι αμοργιανές.

Βέβαια τα θέματα έρχονται από τα βάθη της παράδοσης. Ιδιαίτερα στην παραλογή «Ο γυρισμός του σκλάβου» έχομε το προομηρικό θέμα του «αναγνωρισμού» που το βρίσκομε και στον Όμηρο με τον Οδυσσέα και την Πηνελόπη. Η αμοργιανή παραλλαγή αντηχεί συνάμα και τις ιστορικές τύχες του νησιού, φέρνοντας τους απόηχους από τα σκλαβοπάζαρα όπου κατέληγαν μετά από κάθε κούρσεμα της Αμοργού οι δυστυχισμένοι κάτοικοί της. Όπως μου είχε πει ο αφηγητής αείμνηστος Νικόλας ο μυλωνάς από τη Χώρα: «Το τραγουδούσε η συχωρεμένη η λαλά μου με σκοπό σα μοιρολόϊ και χαρά μαζί, άμα διαλέαν ελιές, άμα θερίζαν, άμα βεγγερίζαν».

Η «ταξιδεύτρα κόρη» ή «Η κόρη από την Αμοργό» δεν είναι μονάχα ένας ύμνος της παρθενικής αρετής αλλά και της ομορφιάς της αμοργιανοπούλας κι επιβεβαιώνει την πανελλήνια αναγνώριση της φημισμένης αυτής ομορφιάς που θαυμάστηκε έξω από τον ελληνικό χώρο σ’ ολόκληρη της Ανατολική Μεσόγειο και την μνημονεύουν οι ξένοι περιηγητές που επισκεφθήκανε το νησί. Στην παραλλαγή του Καστελόριζου οι Ατταλειώτισσες μένουν έκθαμβες από την ομορφιά της αμοργιανής κόρης και στη δική μας οι Αλεξανδρειανές καθώς την μοιρολογούν πνιγμένη για να σώσει την τιμή της:

«Μια κόρ’ από την Αμοργό θέλει να ταξιδέψει
να κουμπασάρει δε μπορεί να λάμνει δεν ηξέρει
μον’ δώνει δεκαοχτώ φλουριά να πάει με το καράβι
κι άλλα δεκαοχτώ φλουριά να πάει με τη τιμή της.
Σαν φύγαν απ’ την Αμοργό δυο μίλια του πελάγου
αποκοτθά ο ναύκληρος κι απάνω της αγγίζει
κι η κόρη ‘πό την εντροπή ήπεσε και ελιγώθη
κι ο ναύκληρος ενόμισε πως είν’ αποθαμένη
απ’ τα μαλλιά την ήρπαξε στη θάλασσα τη ρίχνει
τα κύματα την πήγανε κάτω στην Αλεξάντρα.
Ηπήαν οι Αλεξαντρειανές να πιούν και να γεμίσουν
κι είδανε την Αμοργιανή στην άμμο ξαπλωμένη.
Επήγαν και την είδανε και τη μοιρολογούσι:
- Για δε κορμί για καμουκά και μέση για κολάνι
για δε και ριζοτράχηλα για το μαργαριτάρι».

Χρέος επιταχτικό είναι η καταγραφή όλων αυτών των αριστουργημάτων που τα διακρίνει η δραματική πλοκή κι η ευγένεια των συναισθημάτων. Μαζί με τις τοπικές παραδόσεις, τα γνωμικά και τις παροιμίες θα αποτελέσουν ένα θαυμαστό μνημείο του δημοτικού μας ποιητικού και πεζού λόγου. Χρέος συνάμα κι η αποθησαύριση σε μαγνητοφωνικές ταινίες της μουσικής ύλης των δημοτικών μας τραγουδιών και των λαϊκών αμοργιανών χορών ή αποτύπωση σε κινηματογραφικές».

Αυτά έγραφε ο Αντώνιος Πετσετάκης. Η δωδεκανησιακή παραλογή, όπως την δίνει η Δόμνα Σαμίου με την εκδοχή από τον Έλυμπο της Καρπάθου έχει ως εξής:

Μια κόρη από την Αμοργό, γατάνι, γατανάκι μου,
να ταξι(δ)έψει θέλει, γατάνι μου πλεμένο.
Να ταξι(δ)έψει δε μπορεί, να λάμνει (δ)εν ηξεύρει.
Δίνει τρακόσια δυό φλουριά, ναύλο του κεφαλιού της
κι άλλα τρακόσια τέσσερα να πάει με τη(ν) τιμή της.
Κι απίτις πολαργάρασι δυό μίλα του λιμνιώνα
επο(δι)αντράπη ο ναύκληρος κι απλώνι πα στη(ν) κόρη.
Κι η κόρη από την εντροπή ήπεσε λι(γ)ωμένη
κι ο ναύκληρος εθάρρεψε πως ήτο ποθαμένη
‘πο τα μαλλάκια την αρπά και στο γιαλό τη ρίχτει,
το ρέμα την εξώριξε στο(ν) κόρφο της Αττάλειας.
Και μια Λαμπρή, μια Κυριακή, μιαν ακριβήν ημέρα
ήβγαν οι Ατταλειώτισσες να παν να σουργιανίσου(ν).
Κι ήβραν τη(ν) κόρη κι ήπλεε στα βρυά περιπλεμένη,
τότε οι Ατταλειώτισσες εστήσαν μοιρολόι.
Για δε(ς) κορμί για καμουχά και μέση για ζωνάρι
για δες μασουροδάχτυλο για το μαργαριτάρι.

Ιδού και η παραλογή από τον Τσεσμέ της Μικράς Ασίας, που τραγουδιέται και στην Σκύρο:

Mια κόρ' από την Aμουργό βγήκε να σιργιανίση
χίλιοι κρατούν τη γούνα της, τρακόσιοι τα μαλλιά της
κι από μακριά σαν τη δενε η σκύλα πεθερά της,
-Μάγειροι μαγειρέψετε πέρδικες και λαγούδια
της νύφης μαγειρέψετε τρία κεφάλια φίδια
βάλτε χουφτιά το κύμινον και περισσό τ' αλάτι
αδειάσετε και τα σταμνιά νερό να μη βρη μέσα.
Kαι με την πρώτη πιρουνιά η κόρη ελιγώθη
παίρνει τα μάτια κλαίγοντας στην πεθερά της πάει.
-Aχ! μάνα μου και πεθερά νερό για την ψυχή σου.
-Tοιγάρις και σε γέννησα και σε πονεί ψυχή μου;
Παίρνει τα μάτια κλαίγοντας στον πεθερό πηγαίνει.
-Πατέρα μου και πεθερέ νερό για την ψυχή σου.
-Tοιγάρις είσαι κόρη μου να σε πονή η ψυχή μου;
Παίρνει τα μάτια κλαίοντας στον άνδρα της πηγαίνει.
-Aχ! άνδρα μου και αδελφέ νερό για την ψυχή σου.
Στέλνει τρακόσοι για νερό διακόσοι στο πηγάδι
ώστε να πάνε και νάρκουνε η κόρη τελειώνει.

ΔΙΣΚΟΓΡΑΦΙΑ

Στην δισκογραφία το «Μια κόρη από την Αμοργό» περιλαμβάνεται στους δίσκους:
  • «Και στης ροδιάς τ’ αγέρι—τραγούδια από τα Δωδεκάνησα», διπλό CD με αυθεντικές ηχογραφήσεις από το αρχείο της Μέλπως Μερλιέ.
  • «Μια κόρη από την Αμοργό», διπλό CD με 6+7 τραγούδια από τη νησιώτικη ελληνική παραδοσιακή μουσική σε επιμέλεια Νίκου Γράψα.
  • «Οι νότες της θάλασσας», διπλό CD με θαλασσινά τραγούδια ηχογραφημένα ζωντανά στο στούντιο με την Δόμνα Σαμίου.
  • «Δημοτικά τραγούδια της Σκύρου», εθνομουσικολογική έκδοση 4 CD από τον Σωτήριο Τσιάνη.

Τετάρτη 19 Αυγούστου 2009

Αμοργός και Κωνσταντινούπολη

Κάποιοι από τους Πράσινους υποστηρίζουν ότι το επώνυμό τους προέρχεται από την Κωνσταντινούπολη και το ανάγουν στην εποχή των «Πράσινων» και των «Βένετων» (γαλάζιων), των δύο φατριών που κυριαρχούσαν στον ιππόδρομο της Κωνσταντινούπολης. Για να συμβαίνει κάτι τέτοιο πρέπει να πάμε πολύ πίσω στην ιστορία, ίσως και 1.500 χρόνια. Πράγματι υπήρχαν Πράσινοι στην Κωνσταντινούπολη, την εποχή που ακόμα ήταν η Μεγάλη Χώρα του Ελληνισμού, όπως η οικογένεια του ζωγράφου Μάριου Πράσινου που έκανε μεγάλη καριέρα στην Γαλλία. Το πιθανότερο όμως είναι οι Πράσινοι της Κωνσταντινούπολης να προέρχονται από την Αμοργό και όχι το αντίθετο.


Στον εκλογικό κατάλογο του 1877, με τους δημότες της περιφέρειας Χώρας, περιλαμβάνονται 31 Αμοργιανοί που δηλώνουν μόνιμη διαμονή την Κωνσταντινούπολη. Ο αριθμός τους είναι εξαιρετικά μεγάλος, αν σκεφτούμε ότι την ίδια εποχή οι Αμοργιανοί της Ερμούπολης ήταν ελαφρώς περισσότεροι. Φυσικά, ανάμεσα στους Αμοργιανούς της Πόλης περιλαμβάνεται κι ένας Πράσινος, ο Σταμάτης Πράσινος που διατηρούσε καφενείο. Οι Αμοργιανοί που έμεναν στην Πόλη το 1877 είναι οι εξής:


  1. Βενετζάνος Δημοσθένης του Γεωργίου, 29 ετών, ξυλουργός.
  2. Βενετζάνος Εμμανουήλ του Γεωργίου, 21 ετών, γεωργός.
  3. Βενετζάνος Ιωάννης του Γεωργίου, 39 ετών, αρτοποιός.
  4. Βενετζάνος Μιχαήλ του Αναστασίου, 24 ετών, δημοδιδάσκαλος.
  5. Βενετζάνος Μιχαήλ του Γεωργίου, 30 ετών, αρτοποιός.
  6. Βενετζάνος Νικήτας του Γεωργίου, 42 ετών, αρτοποιός.
  7. Βλαβιανός Μιχαήλ του Νικήτας, 43 ετών, προξενικός κλητήρ.
  8. Βλαβιανός Νικήτας του Μιχαήλ, 57 ετών, σανδαλοποιός.
  9. Βλάχος Ανέστης του Χριστόδουλου, 58 ετών, αλιεύς.
  10. Γαβράς Επαμεινώνδας του Δημητρίου, 40 ετών, υπάλληλος.
  11. Γαβράς Μάρκος του Δημητρίου, 42 ετών, εργολάβος.
  12. Δαμιανός Γεώργιος του Στέφανου, 30 ετών, υπηρέτης.
  13. Δανασής Δημήτριος, 60 ετών, ελληνοδιδάσκαλος.
  14. Δανασής Μιλτιάδης του Δημητρίου, 27 ετών, ελληνοδιδάσκαλος.
  15. Ζαράνης Φώτιος του Αντωνίου, 32 ετών, υποδηματοποιός.
  16. Θεολογίτης Εμμανουήλ του Μάρκου, 44 ετών, σανδαλοποιός.
  17. Ιωαννίδης Εμμανουήλ του Ιωάννη, 54 ετών, ελληνοδιδάσκαλος.
  18. Καρατζάς Μιχαήλ του Κώνστα, 45 ετών, ναυτικός.
  19. Παπαδόπουλος Εμμανουήλ του Γιάγκου, 35 ετών, ράπτης.
  20. Παπαδόπουλος Κωνσταντίνος του Γιάγκου, 31 ετών, υπηρέτης.
  21. Πάσσαρης Εμμανουήλ του Κώνστα, 38 ετών, σανδαλοποιός.
  22. Πράσινος Σταμάτιος του Εμμανουήλ, 46 ετών, καφεπώλης.
  23. Σαράντος Γεώργιος του Γιάγκου, 47 ετών, έμπορος.
  24. Σιγάλας Γεώργιος του Κώνστα, 33 ετών, σανδαλοποιός.
  25. Σιγάλας Γ. του Κώνστα, 36 ετών, αρτοποιός.
  26. Σιγάλας Ιωάννης του Κώνστας, 34 ετών, αρτοποιός.
  27. Στουπάκης Δημήτριος του Νικολάου, 79 ετών, αρτοποιός.
  28. Στουπάκης Μιχαήλ του Δημητρίου, 47 ετών, φαρμακοποιός.
  29. Στουπάκης Νικόλαος του Δημητρίου, 50 ετών, υπάλληλος.
  30. Φωστιέρης Ιωάννης του Αντωνίου, 52 ετών, ναυτικός.
  31. Φωστιέρης Μιχαήλ του Ιωάννη, 37 ετών, τεχνίτης.


Από αυτούς. ο ελληνοδιδάσκαλος και μετέπειτα σχολάρχης Αμοργού Εμμανουήλ Ιωαννίδης (Ζαράνης, το πραγματικό του επώνυμο) εξελίχθηκε σε μεγάλη πνευματική μορφή. Έζησε και δίδαξε πολλά χρόνια στην Κωνσταντινούπολη και υπήρξε από τα ιδρυτικά μέλη του Ελληνικού Φιλολογικού Συλλόγου Κωνσταντινουπόλεως. Ο Γάλλος αρχαιολόγος Γκαστόν Ντεσάν γνώρισε από κοντά τον Ιωαννίδη στην Αμοργό και γράφει σχετικά:


«Ο κ. Ιωαννίδης με την μαύρη ρεντικότα, την λευκή γενειάδα, το ψηλό παλιομοδίτικο καπέλο και τον αέρα γνήσιου εκπαιδευτικού, έδινε μια εικόνα μοναδική μέσα στην αγριότητα των άγονων εκτάσεων και των θάμνων, ανάμεσα στις πέτρες και τους ισχνούς σχίνους που φύτρωναν στις ξερές άγονες πλαγιές.

«Ο Ιωαννίδης υπήρξε κάποτε ένα από τα πιο δραστήρια μέλη του Φιλολογικού Συλλόγου της Κωνσταντινουπόλεως. Το περιοδικό που εκδίδει ο σύλλογος αυτός περιέχει πολλά άρθρα που έγραψε ο ίδιος στην πρώιμη νεότητά του, τα οποία δείχνει στους επισκέπτες με περηφάνια που δεν μπορεί να κρύψει. Πρόκειται για πραγματείες σε θέματα βυζαντινής αρχαιολογίας.


«Ο άνθρωπος αυτός διαβάζει με μεγάλη άνεση οποιοδήποτε ορνιθοσκάλισμα γραμμένο με ψιλά γράμματα και πολύπλοκα συμπλέγματα, πάνω στις περγαμηνές, τα υαλουργήματα, τα μανουάλια και τα τέμπλα της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας.


«Υπήρξε για πολύ καιρό σχολάρχης της Αμοργού. Σήμερα ο Ιωαννίδης έχει αφήσει το σχολείο του. Ζει πολύ ήσυχα στο λιτά επιπλωμένο σπίτι του, μαζί με δυο τρεις περιποιητικές γλυκομίλητες ανιψιές, μια αποτραβηγμένη ζωή σοφού γέροντα. Επιτρέπει στον εαυτό του μία μόνο πολυτέλεια: τα βιβλία. Έχει πολλά, πολύ όμορφα και εκλεκτά.


«Με μεγάλη ευχαρίστηση βρίσκει κανείς, σ’ αυτές τις ερημιές, το Monuments της Γαλλικής Εταιρείας για την ενθάρρυνση των ελληνικών σπουδών, τις εκδόσεις των Rayet, Homolle, Collignon και αρκετά άλλα βιβλία που τα καΐκια δεν συνηθίζουν να μεταφέρουν.


«Ο Ιωαννίδης έχει αφιερωθεί στην μελέτη της Αμοργού. Γνωρίζει το νησί απέξω κι ανακατωτά. Ιστορικές πληροφορίες, δημοτικά τραγούδια, τοπικές παροιμίες, ιδιωματισμοί της τοπικής γλώσσας, είναι όλα θαμμένα μέσα στις σημειώσεις του. Δεν θα υπήρχε τίποτα πιο διασκεδαστικό από τον ξεφυλλίσει κανείς μια τόσο πλούσια μνήμη. Μου φαίνεται όμως ότι ανοίγει αρκετά δύσκολα τους θησαυρούς της λογιότητάς του. Τσιγκουνεύεται τις εκμυστηρεύσεις και σπάνια συναντάει κανείς πιο καχύποπτο αρχαιολόγο.


«Έμαθα ότι ετοίμαζε μια μεγάλη εργασία για την Αμοργό: έξι τόμοι ήταν έτοιμοι για το τυπογραφείο. Έξι τόμοι είναι πολλοί για λίγα τετραγωνικά χιλιόμετρα. Όμως οι Έλληνες έχουν μιαν ικανότητα ερανισμού που επιτελεί κατορθώματα. Ο Ιωαννίδης ενημερωνόταν με παθιασμένη περιέργεια για τα αποτελέσματα των ανασκαφών μου. Ερχόταν σχεδόν καθημερινά, με ένα μολύβι και ένα σημειωματάριο, να μου ζητήσει, με χίλιες επιφυλάξεις, την άδεια να αντιγράψει τις επιγραφές που είχα βρει στην ακρόπολη της Αρκεσίνης και στον λόφο της Μινώας. Δεν τόλμησα να του αρνηθώ την ευχαρίστηση που τόσο θερμά επιθυμούσε».



Από τις επαφές που είχε η Αμοργός με την Κωνσταντινούπολη διατηρούνται μέχρι σήμερα ορισμένοι μουσικοί σκοποί, όπως ο Πολίτικος και ο Σηλυμβριανός. Έστω κι έτσι η Αμοργός συνεχίζει την μυστική της επαφή με την Πόλη…

Τρίτη 11 Αυγούστου 2009

Ταρσανάδες και ναυπηγοί στην Αμοργό

Από τα στοιχεία που διαθέτουμε φαίνεται ότι η Αμοργός είχε αξιόλογη ναυτική (και πειρατική) παράδοση, όχι όμως και ναυπηγική. Τις ανάγκες των Αμοργιανών ναυτικών σε πλοία κάλυπταν άλλα νησιά που διέθεταν ταρσανάδες, όπως η Σάμος, η Σύμη, η Κάσος, κ.α. Ένας λόγος για την έλλειψη ταρσανάδων στα Κατάπολα και την Γιάλη ήταν η έλλειψη κατάλληλης τοπικής ξυλείας. Ο αξιόπιστος Γάλλος περιηγητής Πιτόν ντε Τουρνεφόρ το 1700 γράφει σχετικά:


«Στην Αμοργό δεν υπάρχει ξυλεία. Καίνε μόνο σχίνα και κέδρους με φύλλα σαν του κυπαρισσιού, που η φωτιά τα καταβροχθίζει αμέσως. Οι Έλληνες χρησιμοποιούν αυτόν τον κέδρο για να ψαρεύουν με τρίαινα. Τον κόβουν σε κομμάτια, που τοποθετούν σε μια σχάρα στην πρύμνη ενός καϊκιού, και τα ανάβουν τη νύχτα για να προσελκύουν τα ψάρια με το φως. Και, εύκολα, τα καρφώνουν μέσα στο νερό χτυπώντας τα με τις τρίαινες που πετούν σαν ακόντια. Φέρνουν αυτό το ξύλο στην Αμοργό από τον Καλόγερο, από την Κέρο, από τη Σχινούσα και από άλλα κοντινά νησιά.»


Τα καλύτερα ξύλα για την ναυπήγηση θεωρούνται τα πεύκα για τον σκελετό και το κέλυφος τους σκάφους και τα κυπαρίσσια για τα κατάρτια. Τα πιο κατάλληλα πεύκα για ξύλινα σκάφη βρίσκονται στην Ηλεία, την Σάμο και τα παράλια της Μικράς Ασίας. Γι’ αυτό τον λόγο και οι περισσότεροι μεγάλου ταρσανάδες βρίσκοντας σ’ αυτές τις περιοχές ή σε κοντινά νησιά (Σύμη, Κάσος, κ.α.) με ναυτική παράδοση.


Η έλλειψη κατάλληλων τοπικών ξύλων είναι μία από τις αιτίες για έλλειψη μεγάλων ταρσανάδων στην Αμοργό, παρά το γεγονός ότι διαθέτουμε δύο κατάλληλες παραλίες στα Κατάπολα και την Γιάλη. Μία άλλη αιτία πρέπει να είναι ο κλειστός χαρακτήρας της αμοργιανής κοινωνίας, όπως φαίνεται και από την άρνηση, στην διάρκεια της ελληνικής επανάστασης του 1821, να εγκατασταθούν στην Αμοργό οι Κάσιοι πρόσφυγες, που διέθεταν μεγάλη ναυτική και ναυπηγική εμπειρία.


Παρότι δεν υπήρχαν ταρσανάδες στην Αμοργό, η ναυτική παράδοση του νησιού αποδεικνύεται από πολλά στοιχεία. Για παράδειγμα, οι Αμοργιανοί είχαν τους τρόπους να αντιμετωπίζουν τις πειρατικές επιδρομές και με την αμυντική τους οργάνωση (βίγλες και βιγλάτορες) και με επιθετικές ενέργειες, όπως διαπιστώνουμε από τις ιστορικές καταγραφές καταδίωξης πειρατών με εξοπλισμένα πλοία. Αλλά και με τις δικές τους πειρατικές επιδρομές στις ακτές της Μικράς Ασίας. Οι ναυτικές ικανότητες των Αμοργιανών αποδεικνύονται και από την αιχμαλωσία τουρκικών πολεμικών πλοίων, στις αρχές του 20ού αιώνα, όπως διαπιστώνουμε από ειδήσεις σε εφημερίδες της εποχής.


Ένα άλλο στοιχείο είναι ότι μερικά επώνυμα (Φωστιέρης, Πάσσαρης) προέρχονται σαφώς από ναυτικές δραστηριότητες.


Πλοίαρχοι και ναυπηγοί


Από τον εκλογικό κατάλογο του 1863, διαπιστώνουμε ότι μετά τους γεωργούς που αποτελούν την πλειοψηφία του πληθυσμού, το πρώτο σε συχνότητα επάγγελμα στην Αμοργό ήταν το ναυτικό. Καταγράφονται 70 ναύτες και 60 ναυτικοί. Με τον όρο «ναυτικοί» καταγράφονται οι πλοίαρχοι (πολλοί θα ήταν και ιδιοκτήτες σκαφών). Υπάρχουν επίσης και 3 ναυπηγοί. Οι εξής:


Ο Σταμάτης Βασσάλος, ετών 29.
Ο Νικήτας Νικητίδης, ετών 48.
Ο Θεόδωρος Φαλιέρος, ετών 34.

Και οι τρεις πρέπει να είχαν μικρά καρνάγια. Ο Βασσάλος στην Γιάλη και ο Νικητίδης στο Ξυλοκερατίδι, στομ μυχό του κόλπου των Καταπόλων (φωτογραφία δεξιά). Ο Φαλιέρος φαίνεται ότι έχει έρθει από αλλού στην Αμοργό (τα στοιχεία του είναι ελλιπή) και δούλευε στα Κατάπολα.


Ο Νικήτας Νικητίδης ήταν γιος του πλοίαρχου Εμμανουήλ Νικητίδη, ο οποίος είχε γεννηθεί το 1793 στην Αμοργό, αφού το 1863 ήταν 70 ετών, όπως αναφέρεται στον εκλογικό κατάλογο του 1863. Δύο από τα παλαιότερα έγγραφα του ενιαίου Δήμου Αμοργού, που διασώζονται στο ιστορικό αρχείο του νησιού, αφορούν τον πλοίαρχο Μανουήλ (βυζαντινή εκδοχή του Εμμανουήλ) Νικητίδη. Πρόκειται για δύο πιστοποιητικά του 1838. Στο ένα ο Δήμος Αμοργού πιστοποιεί ότι ο πλοίαρχος Μανουήλ Νικητίδης είναι ικανός κυβερνήτης μπρατσέρας. Στο δεύτερο έγγραφο πιστοποιείται ότι ο Μανουήλ Νικητίδης είχε ναυαγήσει «εις τα ερημονήσους» (παρά την προηγούμενη... πιστοποίηση των ικανοτήτων του), δηλαδή κάπου ανάμεσα στην Δονούσα και την Ηρακλειά.


Ένας άλλος γιος του Μανουήλ Νικητίδη, ο Νικόλαος Νικητίδης, ήταν κι αυτός ξυλουργός και καραβομαραγός) αλλά είχε εγκατασταθεί στην Αίγινα.


Στην δική μας εποχή, ένα μικρό καρνάγιο λειτουργούσε και ως ένα βαθμό συνεχίζει να λειτουργεί στο Ξυλοκερατίδι. Εκεί χτίστηκε από το μαστρο Βαζαίο και το τελευταίο μεγάλο ξύλινο σκαρί στην Αμοργό για λογαριασμό του καπετάν Νικόλα Βεκρή (μεγάλη φωτογραφία κάτω). Το σκάφος πουλήθηκε και συνέχιζε να ψαρεύει στην Γιάλη, αλλά τελευταία διαλύθηκε με… επιδότηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης..!




Σάββατο 11 Οκτωβρίου 2008

Η Αμοργός το 1933

Από το «Ημερολόγιον Θήρα -Αμοργός 1933» μαθαίνουμε ενδιαφέροντα στοιχεία για την κατάσταση του νησιού και για τα πρόσωπα που πρωταγωνιστούσαν εκείνη την εποχή. Στα γενικά στοιχεία για την Αμοργό γράφει:


«Οι κάτοικοι της νήσου ασχολούνται εις γεωργικάς και κτηνοτροφικάς εργασίας, οι δε των Καταπόλων είναι ναυτικοί, διότι οι κάτοικοι των Καταπόλων με τον ασφαλέστατον αυτών λιμένα διατηρούν περί τα 20 μεγάλα και μικρά ιστιοφόρα από 10 - 180 τόννων, έν μικρόν φορτηγόν ατμόπλοιον το «Νικήτας Δενδρινός» των των αδελφών Μιχαήλ και Γεωργίου Δενδρινού και δύο βενζινόπλοια το «Οι τρεις αδελφοί» των αδελφών Αντωνίου, Κωνσταντίνου και Ιωάννου Φωστιέρη και το «Ιωάννης» του Δημητρίου Δενδρινού».


Η Αμοργός είχε 8 κοινότητες. Από αυτές οι 6 ήταν στο νησί και οι άλλες 2 στην Ηρακλειά και την Σχινούσα, με συνολικό πληθυσμό 4.250 άτομα (απογραφή 1928).


Η Χώρα


Η Κοινότητα Αμοργού (Χώρα) είχε 781 κατοίκους. Κοινοτάρχης ήταν ο Γ. Οικονομίδης και σύμβουλοι οι Νικήτας Εξαρχόπουλος, Δημήτριος Γρύσπος, Δημήτριος Γιαννακός και Ιωάννης Μαύρος. Το δημοτικό σχολείο της Χώρας με δάσκαλο τον Γεώργιο Οικονομίδη είχε 114 μαθητές. Λειτουργούσε ημιγυμνάσιο με 17 μαθητές. Επίσης ειρηνοδικείο και τηλεγραφείο.
Οι ιερείς της Χώρας ήταν ο Νικόλαος Πράσινος και ο Αντώνιος Κωβαίος.


Λειτουργούσε συνεταιρικό υδραυλικό ελαιοπιεστήριο με μεγαλύτερους μετόχους τους Νικήτα Βλαβιανό και Μιχαήλ Κορονέλο.


Κατάπολα και Κουφονήσι


Η Κοινότητα Καταπόλων περιελάμβανε τους τρεις οικισμούς Κατάπολα, Ραχίδι, Ξυλοκερατίδι και επίσης το Κουφονήσι, με συνολικό πληθυσμό 915 κατοίκους «ναυτι-κούς, ιδιοκτήτας ιστιοφόρων, αλιείς και γεωργοκτηνοτρόφους». Τα Κατάπολα είναι νέος συνοικισμός, γράφει το ημερολόγιο, και «έχει ωραίας οικίας τας πλείστας εντός κήπων δενδροφύτων, παρουσιάζοντα από μακρόθεν θαυμάσιον θέαμα».


Το Κοινοτικό Συμβούλιο Καταπόλων αποτελούσαν οι Ευάγγελος Σίμος, Γεώργιος Εξαρχόπουλος, Δημήτριος Εξαρχόπουλος, Αντώνιος Δεσποτίδης και Μιχαήλ Μ. Νομικός.


Ιερέας στα Κατάπολα ήταν ο Δημήτριος Πρέκας, που έφερε και τον τίτλο του οικονόμου. Λειτουργούσε εναλλάξ στον Άγιο Γεώργιο και την Παναγιά την Καταπολιανή.


Στα Κατάπολα λειτουργούσε διτάξιο δημοτικό με 97 μαθητές και διευθυντή τον Γεώργιο Θεολογίτη. Ένα μεγάλο μέρος των δαπανών για την ανέγερση του κτιρίου του δημοτικού σχολείου Καταπόλων είχε καλύψει η Αδελφότης Αμοργίνων της Αιγύπτου.


Τα Κατάπολα ήταν έδρα υποτελωνείου με σταθμό καταδίωξης του λαθρεμπορίου. Στο Ξυλοκερατίδι λειτουργούσε το καρνάγιο του μάστρο Γιώργη Βαζαίου.


Ιδιοκτήτες ιστιοφόρων πλοίων ήταν οι:


Ιωάννης Παλαιολόγος, Λουκάς Φωστιέρης, Μιχαήλ Φωστιέρης, Ιωάννης Φωστιέρης, Κωνσταντίνος Κωβαίος, Ιωάννης Βεκρής, Αντώνιος Βεκρής, Παντελής Βεκρής, Παντελής Δεσποτίδης, Γεώργιος Βαζαίος, Μιχαήλ Πρέκας, Αντώνιος Πρέκας, Εμμανουήλ Πρέκας, Νικήτας Σκαρλάτος, Μαρίνος Πράσινος, Παναγιώτης Πράσινος, Νικόλαος Σκοπελίτης, Νικόλαος Ψιακής, Ιωάννης Σκοπελίτης, Γεώργιος Πρέκας και Μάρκος Ρούσσος.


Προφανώς κάποιοι από τους παραπάνω ναυτικούς κατοικούσαν στο Κουφονήσι.


Αναφέρεται ότι λειτουργούσαν στα Κατάπολα και δύο ξενοδοχεία, του Νικολάου Νομικού και του Σταματίου Πρέκα.


Γιατροί Καταπόλων και Αμοργού ήταν οι Γεώργιος Χιωτίνης, Γεώργιος Οικονομίδης και Μιχαήλ Γρίσπος.


Λαγκάδα και Δονούσα


Την Κοινότητα Λαγκάδας αποτελούσαν το ομώνυμο χωριό, ο Ποταμός, ο Στρούμπος και η Δονούσα. Ο συνολικός πληθυσμός ήταν 1.020 άτομα, από τα οποία 528 κατοικούσαν στην Λαγκάδα και 235 στην Δονούσα.


Κοινοτάρχης ήταν ο Ευστάθιος Γαβαλάς και σύμβουλοι οι Γεώργιος Βεκρής, Μάρκος Λαμνάτος, Αντώνιος Βλαβιανός και Μιχαήλ Δεσποτίδης.


Στην Λαγκάδα λειτουργούσε διτάξιο δημοτικό σχολείο, με 85 μαθητές και δασκάλους τους Νικήτα Θεολογίτη και Γεώργιο Πρέκα. Στον Ποταμό το δημοτικό είχε 25 μαθητές και δάσκαλο τον Μάρκο Βαλληνδρά από τη Νάξο. Στην Δονούσα το δημοτικό είχε 40 μαθητές και δασκάλα την Βαρβάρα Φραγκάκη.


Γιατρός στην Αιγιάλη ήταν ο Κωνσταντίνος Σίμος από τον Ποταμό.


Τα Θολάρια


Η Κοινότητα Θολαρίων είχε πληθυσμό 320 άτομα. Πριν μερικά χρόνια ήταν πυκνοκατοικημένα, επισημαίνεται στο ημερολόγιο.


Κοινοτάρχης ήταν ο Νικήτας Νομικός και σύμβουλοι οι Γεώργιος Ν. Οικονομίδης, Μιχαήλ Οικονομίδης, Κωνσταντίνος Στεφανόπουλος και Μάρκος Συνοδινός.


Ναός ήταν των Αγίων Αναργύρων με εφημέριο τον ιερέα Μιχαήλ Στεφανόπουλο.


Το δημοτικό σχολείο στα Θολάρια είχε 51 μαθητές και δάσκαλο τον Αναστάσιο Μεταλληνό.


Το Βρούτση


Η Κοινότητα του Βρουτσιού περιελάμβανε το Βρούτση και το Καμάρι, με 204 κατοίκους. Το κοινοτικό συμβούλιο αποτελούσαν οι Δημήτριος Νομικός, Αντώνιος Πάσσαρης, Κωνσταντίνος Γιαννακόπουλος και Λορέντζος Κωβαίος.


Εφημέριος στον ναό του Αγίου Σπυρίδωνα ήταν ο Ηλίας Γρύσπος.


Το δημοτικό σχολείο είχε 56 μαθητές και δάσκαλο τον Νικόλαο Οικονομίδη. Στεγαζόταν σε νεόδμητο κτίριο, τις δαπάνες του οποίου είχαν καταβάλει οι καταγόμενοι από το Βρούτση και εγκατεστημένοι στο Σικάγο των ΗΠΑ Νικήτας και Ευάγγελος Νομικός. Οι ίδιοι είχαν χρηματοδοτήσει και πολλά άλλα κοινωφελή έργα.


Το Βρούτση περνούσε οικονομική κρίση, λόγω αδυναμίας να πουληθούν τα καπνά του.


Αρκεσίνη και Κολοφάνα


Την Κοινότητα Αρκεσίνης αποτελούσαν η Αρκεσίνη, η Κολοφάνα και η Ραχούλα, με συνολικό πληθυσμό 450 άτομα.


Κοινοτάρχης ήταν ο Μάρκος Μαρκουλής και σύμβουλοι οι Δημήτριος Δεσποτίδης, Εμμανουήλ Κ. Κωβαίος, Ιωάννης Θ. Νομικός και Ρωσσέτος Βασαράμβας.


Εφημέριος στον Άγιο Ονούφριο της Αρκεσίνης ήταν ο ιερέας Ηλίας Κωβαίος.


Το δημοτικό σχολείο Αρκεσίνης είχε 47 μαθητές με δάσκαλο τον Κωνσταντίνο Κωβαίο. Το κτίριο του μόλις είχε κατασκευαστεί, χάρη στις εισφορές της Αδελφότητας Αμοργίνων της Αιγύπτου και του εγκατεστημένου στο Σικάγο Ευάγγελου Νομικού.


Το δημοτικό σχολείο της Κόλοφάνας στεγαζόταν σε ιδιωτικό οίκημα, γιατί το κτίριο του βρισκόταν υπό ανέγερση. Είχε 25 μαθητές με δάσκαλο τον Νικ. Βαλληνδρά από τη Νάξο.


Στην Κάτω Μεριά η βασική καλλιέργεια ήταν τα καπνά. Έκαναν επίσης εξαγωγή βοδιών, αιγοπροβάτων και χοίρων.


Λειτουργούσε γεωργικός συνεταιρισμός με 77 μέλη και διοικητικό συμβούλιο τους Δημήτριο Ν. Νομικό, Γεώργιο Ν. Κωβαίο, Μιχαήλ Ν. Γαβαλά, Κωνσταντίνο Μ. Κωβαίο, Λορέντζο Κ. Κωβαίο.

Τρίτη 23 Σεπτεμβρίου 2008

Μπίλιοι και μπάλες: Δυο αρχαία παιχνίδια της Αμοργού

Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό
Explore Nature (Νο 5) του «Έθνους»
Αύγουστος 2008

Στην Αμοργό η περιοχή της Αιγιάλης διατηρεί το αρχαίο της όνομα από την Αρχαϊκή Εποχή, εδώ και 2.800 χρόνια. Διατηρεί επίσης στην κοινωνική της ζωή πολλά αρχαία έθιμα, όπως είναι τα παιχνίδια που παίζονται αποκλειστικά στα δυο πιο παλιά χωριά της, τη Λαγκάδα και τα Θολάρια.

Τα Θολάρια βρίσκονται στη θέση της ακρόπολης της αρχαίας Αιγιάλης. Το σημερινό χωριό φημίζεται για το πειρατικό του παρελθόν, την καταπληκτική του θέα και τους «έξω καρδιά» κατοίκους του. Οι γελαστοί, γλεντζέδες και φωνακλάδες Θολαριανοί παίζουν την αρχαία μορφή του μπόουλινγκ, που στη ντοπιολαλιά ονομάζεται «μπίλιοι».

Οι μπίλιοι είναι 8 ξύλινοι στύλοι, που πελεκούνται στην κορυφή τους και παίρνουν την μορφή μπουκαλιού. Το ύψος τους είναι περίπου το διπλάσιο ενός μπουκαλιού μπύρας. Ένας ένατος μπίλιος είναι μικρότερος, περίπου μισός από τους άλλους.

Οι μπίλιοι μπαίνουν σε τρεις τριάδες, σχηματίζοντας ένα κανονικό τετράπλευρο. Κάθε παίκτης προσπαθεί, από μια καθορισμένη απόσταση, να ρίξει όσους περισσότερους μπίλιους μπορεί. Κάθε μπίλιος βαθμολογείται με έναν πόντο. Εξαίρεση αποτελεί ο μικρότερος, που τοποθετείται στην μέση και βαθμολογείται με 9 πόντους, αν τον ρίξουν μόνο του. Είναι ο λεγόμενος «Εννιάς».

Για να ρίξουν τους μπίλιους χρησιμοποιούν χοντρά κούτσουρα, που έχουν πελεκηθεί κατάλληλα κι έχουν τρύπες, για να μπορούν να τα πιάνουν σταθερά. Τα κούτσουρα αντιστοιχούν στις σφαίρες που χρησιμοποιούν στο σύγχρονο μπόουλινγκ. Οι μπίλιοι αντιστοιχούν στις «κορίνες». Αυτά για όσους ξέρουν μπόουλινγκ, που παίζεται με 10 κορίνες τοποθετημένες σε σχήμα τριγώνου.

Οι καλύτεροι μπίλιοι γίνονται από πύρνο (πουρνάρι) που δίνει σκληρό ξύλο ή από ρίζα συκιάς. Πρέπει να είναι πολύ ανθεκτικοί, γιατί τα χτυπήματα που δέχονται είναι δυνατά και γρήγορα μπορεί να διαλυθούν. Τα ίδια ισχύουν και για τα κούτσουρα-αμάδες.

Οι μπίλιοι παίζονται από δύο ομάδες. Κάθε ομάδα μπορεί να έχει μέχρι 4 άτομα. Το παιχνίδι τελειώνει όταν μία ομάδα πετύχει ακριβώς 31 πόντους. Αν πάει παραπάνω, τότε γυρίζει πίσω στους 17. Αν δηλαδή μια ομάδα έχει 25 πόντους και ρίξει μόνο τον «Εννιά», πάει στους 34 και γυρίζει στους 17.

Θεωρείται ότι οι ρίζες του μπόουλινγκ βρίσκονται στην αρχαία Αίγυπτο. Χωρίς να διευκρινίζεται με ποιο τρόπο, βρίσκουμε το μπόουλινγκ να παίζεται στην Ευρώπη τον 17ο αιώνα, όπως ακριβώς στα Θολάρια με 9 ξύλα (κορίνες). Σε έναν πίνακα του Ολλανδού ζωγράφου Γιαν Στην εικονίζεται μία ομάδα ανδρών να παίζει με 9 ξύλα, που έχουν όλα το ίδιο ύψος, χωρίς δηλαδή το μεσαίο να είναι μικρότερο, όπως στα Θολάρια ο «Εννιάς».

Οι μπίλιοι στα Θολάρια κινδυνεύουν με εξαφάνιση από το… τσιμέντο. Το παιχνίδι θέλει χώμα. Όμως το παραδοσιακό γήπεδο, μπροστά από το μπακαλοκαφενεμεζεδοπωλείο «ο Χορευτής» έχει στρωθεί με τσιμέντο, με αποτέλεσμα η «σφαίρα-κούτσουρο» να γκελάρει, οι μπίλιοι να εκτοξεύονται με ταχύτητα και το παιχνίδι να γίνεται επικίνδυνο στο τσιμεντοστρωμένο στενοσόκακο. Ο παλιός «μπιλιαδόρος» Αργύρης Νομικός (από τους «Χορευτές») επιμένει πάντως να φτιάχνει μπίλιους και να παίζει σε κάθε ευκαιρία.

Στη Λαγκάδα, το μεγαλύτερο χωριό της Αιγιάλης, ευτυχώς υπήρχε ο Μανωλιός ο Βασσάλος. Δεινός «μπαλαδόρος», όταν γέμιζαν τσιμέντο τα σοκάκια του οικισμού, φρόντισε να παραμείνει το χώμα μπροστά στην ταβέρνα «ο Νίκος» του γιου του. Έτσι έμεινε απείραχτο το παλιό «γήπεδο» όπου παίζονται μέχρι σήμερα οι «μπάλες».

Θεωρείται ότι και το παιχνίδι αυτό ξεκίνησε από την αρχαία Αίγυπτο. Στον 8ο αιώνα π.Χ. παιζόταν στην αρχαία Ελλάδα, κι ένας από τους φανατικούς παίχτες του ήταν ο Ιπποκράτης. Από τους αρχαίους Έλληνες πήραν τις «μπάλες» οι Ρωμαίοι κι απ’ αυτούς πέρασε στη δυτική Ευρώπη. Στη Γαλλία, που είναι ιδιαίτερα δημοφιλές, ονομάζεται «πετάνκ», στην Ιταλία «μπότσε» και στις αγγλοσαξωνικές χώρες «μπάλες» (bowls).

Στις «μπάλες» οι παίκτες χωρίζονται σε δύο ομάδες, που αποτελούνται από δύο ή τρεις παίκτες, τους «μπαλαδόρους». Κάθε παίκτης έχει στη διάθεσή του δύο ξύλινες μπάλες, διαφόρων διαστάσεων και βαρών, ανάλογα με τις επιλογές του «μπαλαδόρου».

Σημείο αναφοράς του παιχνιδιού είναι μία μικρή σφαίρα, που ονομάζεται «κόστο». Η ομάδα που θα ρίξει μία τουλάχιστον μπάλα της πιο κοντά στο «κόστο», κερδίζει την παρτίδα. Όσες μπάλες φέρει κοντά στο «κόστο» και μπροστά από τις αντίπαλες, τόσους πόντους κερδίζει. Το παιχνίδι τελειώνει όταν μία ομάδα κερδίσει ακριβώς 21 πόντους, γιατί αν τους ξεπεράσει τότε γυρίζει πίσω στους 15.

Όπως οι «μπίλιοι», έτσι και οι «μπάλες» κατασκευάζονται από πολύ σκληρό ξύλο. Οι «μπάλες» παίζονται αυθόρμητα και καθημερινά από γηραιούς και νέους Λαγκαδιανούς, αποτελώντας μια γνήσια λαϊκή διασκέδαση που δεν έχει σχέση με τουρισμό, πολιτιστικούς συλλόγους και καλοκαιρινές εκδηλώσεις.

Οι «μπαλαδόροι» της Λαγκάδας δίνουν ονόματα στις μπάλες τους, όπως Παύλος, Καφές και Λάζαρος. Παλιότερα τις ονόμαζαν με τα παρατσούκλια των καλύτερων παικτών, όπως «Μητσέας», «Χασαπάκι» και «Μανολάκι». Το έπαθλο για τη νικήτρια ομάδα ήταν λουκουμάκια ενώ σήμερα είναι ρακή με μεζέ.

Όχι μόνο στην Αμοργό, αλλά ίσως και στο Αιγαίο ολόκληρο, τα δύο αυτά αρχαία παιχνίδια παίζονται μόνο στην Αιγιάλη. Οι «μπάλες», σε μια παραλλαγή τους, παίζονταν και στην παλιά ορεινή πρωτεύουσα της Πάρου, τις Λεύκες, που είχαν έντονο κρητικό στοιχείο. Στις Λεύκες πάντως είχε ένα μεγάλο μετόχι η Μονή Χοζοβιώτισσας της Αμοργού, το οποίο ίσως να συνδέεται με τις «μπάλες».

Η παρουσία των δύο αρχαίων παιχνιδιών στην Αιγιάλη αποτελεί μυστήριο. Όπως μυστήριο είναι το γιατί οι «μπάλες» παίζονται μόνο στη Λαγκάδα και οι «μπίλιοι» μόνο στα Θολάρια.
Υπάρχουν κι άλλες αρχαίες συνήθειες που επιβιώνουν στην Αμοργό, όπως ο παρόμοιος με τις αγγειογραφίες στολισμός με κορδέλες στο αποκριάτικο έθιμο του «Καπετάνιου». Όπως τα πανηγύρια, που θυμίζουν τις γιορτές για την Ιτωνία Αθηνά, που περιγράφονται στις αρχαίες επιγραφές που έχουν βρεθεί στην Αμοργό.

Ψηλά από τα Θολάρια και τη Λαγκάδα της Αιγιάλης, η θέα αγκαλιάζει την υπόλοιπη Αμοργό. Από εκεί ψηλά οι πιστοί φίλοι του νησιού ξέρουν να διακρίνουν τον αρχαίο πύργο στο Ρίχτι, που αποτελεί το σύνορο της Αιγιάλης με τη Χώρα, και πιο πίσω δύο άλλα προϊστορικά μυστικά της Αμοργού. Το μυστηριώδες «Τραπεζοπέτρι» και τον παράξενο «Πύργο του Γιαννούλα».

Είναι αλήθεια ότι η Αμοργός έχει πολλά κρυμμένα μυστικά…

Κυριακή 7 Σεπτεμβρίου 2008

Η Αμοργός το 1889

Το 1889 εκδίδεται στην Αθήνα μία από τις πρώτες εγκυκλοπαίδειες με τίτλο «Λεξικόν Εγκυκλοπαιδικόν» (Αθήνησι, Μπαρτ και Χιρστ εκδόται, 1889) και εκδότη τον σπουδαίο για την εποχή του Νικόλαο Γ. Πολίτη, ιδρυτή και θεμελιωτή της επιστημονικής λαογραφίας στην Ελλάδα.
Για την Αμοργό γράφει ότι είναι «νήσος των μεσημβρινών Σποράδων, αποτελούσα το ανατολικώττατον σημείων των χωρών της ελευθέρας Ελλάδος. Διοικητικώς υπάγεται εις τον νομόν Κυκλάδων και εις την επαρχίαν Θήρας, σύγκειται δ’ εκ δύο δήμων του της Αμοργού και του της Αιγιάλης».

Είναι η εποχή που ένα μεγάλο μέρος του Ελληνισμού ζει υπόδουλο στην Μακεδονία, την Θράκη και την Μικρά Ασία. Και το νησί μας αποτελούσε το προκεχωρημένο προπύργιο της Ελλάδας, όπως έγραψε την ίδια εποχή ο άγγλος αρχαιολόγος και περιηγητής Τζέημς Μπεντ.

Το «Λεξικόν Εγκυκλοπαιδικόν» του Νικολάου Πολίτη επισημαίνει ότι ο Κρίκελος «προ του 1835 εκάλυπτε πυκνότατον δάσος δρυών και πρίνων, όπερ κατεστράφη κατά το έτος τούτο εκ πυρκαϊάς».

Η γραπτή αυτή αναφορά είναι πολύ κοντά στο γεγονός της τεράστιας εκείνης πυρκαγιάς, που έκαιγε για πολλές μέρες κι έμεινε για πολλές δεκαετίες στην μνήμη των Αμοργιανών, σχεδόν ως τις μέρες μας.

Φαίνεται ότι η πυρκαγιά στον Κρίκελο δεν ήταν τυχαία αλλά μπήκε επίτηδες για να δημιουργηθούν βοσκοτόπια. Οι εμπρησμοί από τους βοσκούς επισημαίνονται και από τον μελετητή της Αμοργού εκείνη την περίοδο Αντώνιο Μηλιαράκη, το βιβλίο του οποίους απετέλεσε άλλωστε και την βασική πηγή για το «Λεξικόν Εγκυκλοπαιδικόν» του Ν. Πολίτη αλλά και για πολλές επόμενες εγκυκλοπαίδειες.

Γράφει σχετικά ο Μηλιαράκης:

Ο οδοιπόρος μόνο στις ρεματιές και τις κοιλάδες βλέπει ελαιώνες και αμπελώνες και χλοερό χρώμα, γιατί το νησί είναι άδενδρο. Παντού οι ομαλές κατωφέρειες των λόφων, που είναι γεμάτες φρύγανα και πρίνους, χρησιμεύουν για την βοσκή των ζώων και κυρίως των κατσικιών. Αλλά κι αυτή λίγη βλάστηση συνέχεια ελαττώνεται, διότι οι βοσκοί, αυτοί οι εχθροί του δένδρου και της χλόης, συνεχώς πυρπολούν τους γηραιούς πρίνους και τα φρύγανα των λόφων, για να φυτρώσει νέο χόρτο. Αλλά αντί για νέο χόρτο, εκεί που τουλάχιστον υπήρχαν φρύγανα, θυμάρια, αγκάθια και πρίνοι, πολλές φορές απομένουν ηλιοκαμένες πέτρες. Κι αυτό γίνεται γιατί, μετά τις πυρπολήσεις που κάνουν οι βοσκοί, παρασύρεται το χώμα στην θάλασσα από τις βροχές και τους ανέμους. Στην καταστροφή των πρίνων, συντελεί και το κόψιμό τους για την παραγωγή κάρβουνων. Έτσι καταστρέφεται συνεχώς η αυτοφυής βλάστηση της Αμοργού από τους ανθρώπους και τα ζώα.

Οι επισημάνσεις που κάνει ο Μηλιαράκης πριν 130 χρόνια ισχύουν πολύ περισσότερο σήμερα. Γιατί, ενώ το 1889 η Αμοργός είχε γύρω στα 5.000 αιγοπρόβατα, όπως γράψει το «Λεξικόν Εγκυκλοπαιδικόν», σήμερα τα κατσίκια ξεπερνάνε τις 20.000 χώρια τα πρόβατα που κι αυτά έχουν πολλαπλασιαστεί.

Συνεχίζοντας το «Λεξικόν Εγκυκλοπαιδικόν» του Ν. Πολίτη, γράφει:

«Η μεγίστη των κοιλάδων της νήσου είναι η Κολοφάνα προς το δυτικότατον άκρον, εν ή καλλιεργούνται δημητριακοί καρποί, βάμβαξ, υπάρχουσι δε και φυτείαι αμπέλων. Έτεραι δύο μικρότεραι κοιλάδες είναι η μεν περί τον λιμένα της νήσου Κατάπολα, η δε περί τον όρμον Αιγιάλης».

Η Αμοργός δεν διαθέτει άφθονα νερά, γράφει η εγκυκλοπαίδεια του 1889. Η κυριότερη πηγή ρέοντος ύδατος είναι στον Άγιο Γεώργιο του Βαλσαμίτη, στον οποίο οι ιερείς ασκούσαν την λεκανομαντεία στην περίοδο της τουρκοκρατίας και στα προηγούμενα χρόνια, συνεχίζοντας ίσως αρχαίες παραδόσεις. Πηγή υπάρχει και στα Κατάπολα, από την οποία υδρεύονται και τα πλοία.

Τα προϊόντα του νησιού στα τέλη του 18ου αιώνα ήταν κρασί, λάδι, σύκα, δημητριακά, όσπρια και κυρίως κατσούνι, λίγο βαμβάκι, μετάξι και καπνός.

Τα επαγγέλματα των κατοίκων είναι γεωργοί και ναυτικοί. Η ναυτιλία ασκείται με 30 πλοία και άλλες τόσες αλιευτικές βάρκες.

Όλοι οι Αμοργιανοί είναι ορθόδοξοι. Οι άντρες διακρίνονται για το αρειμάνιο ήθος τους, το υψηλό και ρωμαλέο ανάστημά τους και οι γυναίκες για την καλλονή τους.

Ο πληθυσμός της Αμοργού στην απογραφή του 1889 αριθμούσε 4.058 άτομα, εκ των οποίων 2.641 στον δήμο Αμοργού και 1.417 στον δήμο Αιγιάλης.

Πρωτεύουσα του νησιού και του δήμου Αμοργού είναι η Αμοργός (Χώρα) με 400 σπίτια. Άλλα χωριά δεν έχει ο δήμος αλλά υπάρχουν, ακόμα και σε μεγάλες αποστάσεις, υπάρχουν αθροίσματα αγροτοκατοικιών που κατοικούνται μερικούς μήνες τον χρόνο για τις ανάγκες των καλλιεργειών. Οι περισσότερες αγροτοκατοικίες είναι του Χωριού ή Κάτω Μεριάς και του Αγίου Ιωάννη του Βρούτση.

Πρωτεύουσα του δήμου Αιγιάλης είναι η Λαγκάδα με 200 σπίτια. Στον δήμο αυτόν βρίσκονται επίσης τα χωριά Θολάρια, Ποταμός, Στρούμπος και Όξω Μεριά (στην μέση του δρόμου Χώρας-Αιγιάλης).

Στον δήμο Αμοργού ανήκουν και τα κοντινά νησιά Πάνω και Κατω Κουφονήσι, Κέρος, Αντικέρια, Σχινούσα, Ρακλειά και Άνυδρος.

Στον δήμο Αιγιάλης ανήκουν τα νησιά Δονούσα και Μάκαρες.

Όλα τα νησιά κατοικούνται από Αμοργιανούς γεωργούς και ποιμένες.